Legislator Case Law & Legislation
1028/2012 AI generated

1028/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1028/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1028/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι θέσεις αυτές είναι οργανικές και η εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων (εξέλιξη, προαγωγές κ.λπ.) ρυθμίζεται με αποφάσεις του Διοικητή, μετά από προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Οι υπάλληλοι του επιστημονικού προσωπικού εξελίσσονται, προαγόμενοι "κατ' απόλυτο εκλογή", "κατ' εκλογή" και "κατ' αρχαιότητα", οι Δε υπάλληλοι του διοικητικού προσωπικού "κατ' εκλογή" και "κατ' αρχαιότητα".

Keywords

AI generated
administrative status of officials disciplinary transfer conduct befitting an official's position managing director decisions concerning reassignment or transfer regime change
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1028 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1028/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΟΓΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Κανελλοπούλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρίδων Ράπτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1015/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4870/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/9/2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 30/4/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 12 του ιδρυτικού του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων Ν. 4169/1961 (Α' 81) ορίζεται ότι ο Οργανισμός αυτός είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 16 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το διοικητικό προσωπικό του ΟΓΑ συνδέεται με τον Οργανισμό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Τέλος, κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 16 του ίδιου νόμου εξεδόθη η υπ' αριθμ. 177647/8720/13.9.1961 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών (Β? 320) "περί του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του ΟΓΑ", στην παρ. 3 του άρθρ. 1 της οποίας, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθμ. 94655/3878/26.8.1967 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (Β' 551), ορίζεται ότι "το προσωπικόν του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, συνδεόμενον μετ' αυτού διά σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται εις διοικητικόν Προσωπικόν Α' Κατηγορίας (Επιστημονικόν) και βοηθητικόν Προσωπικόν, υποδιαιρούμενον εις διοικητικόν προσωπικόν Β' Κατηγορίας και υπηρετικόν Προσωπικόν ...", όπως δε παγίως γίνεται δεκτό, όλο το υπαλληλικό προσωπικό του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων που διέπεται από τις ως άνω διατάξεις, από τον εισαγωγικό βαθμό για κάθε Κατηγορία μέχρι τον καταληκτικό βαθμό της Α1 Κατηγορίας, ήτοι τον βαθμό του Γενικού Διευθυντή, διέπεται από τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου (βλ.

ΣτΕ 2241/1997 Ολομ., 711/1997, 302/1999 κ.ά.). Οι Υπηρεσίες του ΟΓΑ αρθρώνονται κατά Κλάδους, επικεφαλής των οποίων είναι το επιστημονικό προσωπικό και καθένας Κλάδος αποτελείται από Υπηρεσιακές Μονάδες, μεταξύ των οποίων και τα Γραφεία Διοικητικής υποστήριξης τούτων, επικεφαλής των οποίων είναι οι εκ του διοικητικού προσωπικού Β' κατηγορίας υπάλληλοι, κατέχοντες τον καταληκτικό βαθμό Δ-1, καλούμενοι Προϊστάμενοι των Γραφείων και τοποθετούμενοι δι' αποφάσεως του Διοικητή του ΟΓΑ.

Οι θέσεις αυτές είναι οργανικές και η εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων (εξέλιξη, προαγωγές κ.λπ.) ρυθμίζεται με αποφάσεις του Διοικητή, μετά από προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Οι υπάλληλοι του επιστημονικού προσωπικού εξελίσσονται, προαγόμενοι "κατ' απόλυτο εκλογή", "κατ' εκλογή" και "κατ' αρχαιότητα", οι Δε υπάλληλοι του διοικητικού προσωπικού "κατ' εκλογή" και "κατ' αρχαιότητα".

Εξάλλου, η σύνθεση και οι αρμοδιότητες των Υπηρεσιών του ΟΓΑ, ρυθμίζονται από τον, από το έτος 1971 Κανονισμό (ΦΕΚ 678/Β/24871), σύμφωνα με το άρθρο 2 του οποίου η Διοίκηση συγκροτείται από 14 Κλάδους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο Κλάδος Συντάξεων και ο Κλάδος Μηχανογράφησης, ενώ δεν είχε συσταθεί ο Κλάδος Κύριας Ασφάλισης, με οργανική υπόσταση.

Ο Κλάδος Μηχανογράφησης προβλέπεται από το άρθρο 13 του Κανονισμού και αποτελείται από τον Διευθυντή του Κλάδου και τρία τμήματα, επικεφαλής των οποίων είναι Τμηματάρχες, όλοι ανωτάτης εκπαίδευσης καθώς και από Γραφείο, επικεφαλής του οποίου είναι προϊστάμενος, με βαθμό Δ-, σε Οργανική θέση. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ως άνω Κανονισμού, κάθε μετακίνηση υπαλλήλου γίνεται με πράξη του Διοικητή, σε ομοιόβαθμη θέση.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης.

Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί την μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη.

β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, μετά από πανελλήνιο διαγωνισμό και εργάζεται σ' αυτό επί 30ετία.

Ότι με την υπ' αριθμ. 1822/1999 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου και μετά σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ο ενάγων, ο οποίος ανήκει στο προσωπικό της Β κατηγορίας-διοικητικού (ΜΕ), προήχθη στον καταληκτικό βαθμό Δ-1, κατ' εκλογήν, από 1-7-1999, προς κάλυψη κενής οργανικής θέσης στο Γραφείο Γραμματείας Κλάδου ΙΒ Μηχανογράφησης, με αρμοδιότητες ειδικά αναφερόμενες και ειδικότερα "φροντίδας για την διακίνηση της εισερχομένης και εξερχομένης αλληλογραφίας του Κλάδου, καθώς και για τη δακτυλογράφηση των εγγράφων, τήρησης αρχείου αλληλογραφίας και λοιπών αναγκαίων στον Κλάδο, ενημέρωσης του προσωπικού του Κλάδου επί των εκδιδομένων διαταγών και εγκυκλίων και ενημέρωση της Υπηρεσίας Διοικητικού, με θέματα, που αφορούν στο προσωπικό του Κλάδου, την παραλαβή από τους Κλάδους της Υπηρεσίας των προς επεξεργασία στοιχείων και την παράδοση των αποτελεσμάτων, στις καθοριζόμενες προθεσμίες".

Στην ως άνω θέση του ΙΒ-4 Γραφείου Γραμματείας του Κλάδου ΙΒ Μηχανογράφησης ο ενάγων τοποθετήθηκε προϊστάμενος με την υπ' αριθμ. 1854/19-7-1999 απόφαση της Διοίκησης του εναγομένου. Έτσι ο ενάγων προήχθη και μετακινήθηκε υπηρεσιακά από τον Κλάδο Α' Συντάξεων Γήρατος, στον οποίο υπηρετούσε με βαθμό Δ-2, ως απλός υπάλληλος, στο ως άνω Γραφείο Γραμματείας, ως προϊστάμενος.

Σ' αυτόν υπάγονταν ένας αρχειοθέτης, μία δακτυλογράφος και ένας υπάλληλος από το βοηθητικό προσωπικό. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, η Διοίκηση του ΟΓΑ, τους υπαλλήλους, που προάγονται, τους επιφορτίζει, πέρα από τα (νέα) κύρια καθήκοντά τους, και με τα καθήκοντα της προηγούμενης θέσης, μέχρις ότου το Τμήμα να αποκτήσει αρτιότητα, όπως συνέβη και με τον ενάγοντα, τα Δε νέα τμήματα, που λειτουργούν άτυπα, εποπτεύονται από υπάλληλο του επιστημονικού προσωπικού.

Ότι, μεταξύ των τμημάτων, που λειτουργούσαν άτυπα, ήταν και το τμήμα Κύριας Ασφάλισης, στο οποίο δεν υπήρχαν οργανικές θέσεις και μάλιστα θέση Γραφείου Γραμματείας, όπως είχε αυτό, στο οποίο υπηρετούσε ο ενάγων, αλλά μόνο θέσεις απλών υπαλλήλων, εκτός από τον επικεφαλής τούτου. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 2149/2000 απόφαση της Διοίκησης του εναγομένου καταργήθηκε η παράλληλη απασχόληση καθώς και όλα τα τμήματα, που λειτουργούσαν άτυπα, ενώ η διοίκηση, ως προς τον ενάγοντα και ειδικότερα ως προς τα καθήκοντά του απασχόλησης στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης, διατήρησε την παράλληλη απασχόλησή του.

Το αντικείμενο της τελευταίας θέσης δεν γνώριζε ο ενάγων και μέχρι της καταργήσεώς της υπηρετούσε σ' αυτήν απλός υπάλληλος, με βαθμό Δ-2, ήτοι κατώτερο του βαθμού του ενάγοντα. Ότι η ως άνω απόφαση, αναφορικά με τον ενάγοντα, δεν εκτελέσθηκε, ως την 17-11-2000, οπότε η Γενική Δ/νση του ΟΓΑ του γνωστοποίησε ότι "κατόπιν προφορικής εντολής του Διοικητή, έπρεπε συνεχώς να προσέρχεται καθημερινά και να ασχολείται στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης, καθ' όλη τη διάρκεια του ωραρίου".

Η εντολή αυτή είχε ως συνέπεια την οριστική μετακίνηση του ενάγοντα από την οργανική θέση του Προϊσταμένου, σε θέση απλού υπαλλήλου και μάλιστα χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε υπηρεσιακή ανάγκη και, συνακόλουθα, την υποβάθμισή του σε υποδεέστερη θέση από εκείνη του Προϊσταμένου, η οποία μάλιστα -υποδεέστερη θέση- έχει διαρκή και όχι προσωρινό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου -έχει ως συνέπεια- την βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του ενάγοντα και την άνιση μεταχείρισή του, σε σχέση με κατωτέρους υπαλλήλους, που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν στη νέα, υποδεέστερη θέση, ου τοποθετήθηκε αυτός και ότι τα ανωτέρω, είχαν ως συνέπεια την ηθική και προσωπική μείωσή του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, στη συνέχεια δέχθηκε, ότι η ως άνω τοποθέτηση του ενάγοντα, χωρίς να συντρέχει λόγος, σε θέση υποδεέστερη αυτής, που κατά τον Κανονισμό έπρεπε να κατέχει, συνιστά βλαπτική γι' αυτόν μεταβολή των όρων της σύμβασής του και, στη συνέχεια, απέρριψε, ως αβάσιμη την έφεση του εναγομένου κατά τον περί αντιθέτου σχετικό λόγος της εφέσεώς του, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι η ως άνω ενέργεια της Διοίκησης του εναγομένου, συνιστά βλαπτική, για τον ενάγοντα, μεταβολή των όρων της σύμβασής του, ορθά έκρινε και τις σχετικές διατάξεις του ως άνω Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΟΓΑ διατάξεις εφήρμοσε, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 7 Ν. 2112/1920 και 648 652 Α.Κ, οι οποίες έχουν εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος ότι, όπως αναφέρθηκε, ναι μεν ο εναγόμενος Οργανισμός αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, πλην το προσωπικό του συνδέεται με αυτό, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, έχουν και επ' αυτού εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η εν λόγω δε υπηρεσιακή μεταχείριση του ενάγοντα-αναιρεσιβλήτου συνιστά πράγματι βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασής του, εφόσον, με βάση αυτή, έπρεπε να έχει τοποθετηθεί και να εκτελεί καθήκοντα, σύμφωνα με τα ως άνω προσόντα και τον βαθμό του και όχι υποδεέστερα, που χωρίς αποχρώντα λόγο, του ανατέθηκαν.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, εκ ου άρθρου δε 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 652 Α.Κ. και του Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται η μονομερής εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, που συνδέει αυτόν και τον εργαζόμενο, αλλά (έχει εφαρμογή) αποκλειστικά ο Κανονισμός Καταστάσεως Προσωπικού του Ο.Γ.Α., που συμπληρώνεται από τον υπαλληλικό Κώδικα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 περ. 20 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. "Παραμόρφωση" εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο ολοφάνερα διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα ή λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου και όχι στην εκτίμηση της αποδεικτικής του αξίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, εκ του άρθρου δε 559 περ. 20 λόγο της ένδικης αιτήσεως, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 2149/2000 απόφασης του Διοικητή ΟΓΑ, με το να δεχθεί ότι, "με αυτή καταργήθηκε η παράλληλη απασχόληση καθώς και όλα τα τμήματα, που λειτουργούσαν άτυπα, ενώ η Διοίκηση, ως προς τον ενάγοντα και ειδικότερα ως προς τα καθήκοντά του απασχόλησης στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης, διετήρησε την παράλληλη απασχόληση", ενώ το αληθές είναι ότι με την απόφαση αυτή "καταργήθηκαν τα λειτουργούντα άτυπα τμήματα και η παράλληλη απασχόληση, πλην του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης", αφού, υπό τα δεδομένα αυτά, δεν πρόκειται για παραμόρφωση του εν λόγω εγγράφου, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου του, ως αποδεικτικού μέσου, σε κάθε δε περίπτωση, δεν υπάρχει διαφοροποίηση του δικαστηρίου, ως προς το ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του και σε σχέση με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αφού το ζητούμενο, στην προκειμένη περίπτωση ήταν αν ο αναιρεσίβλητος εξακολουθούσε και μετά την ως άνω προαγωγή του, να απασχολείται ως απλός υπάλληλος στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης, ως προς το οποίο, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη σχετική κρίση του, έκρινε καταφατικά.

Ο από το άρθρο 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ο οποίος -λόγος- είχε προβληθεί από αυτό "με τον β' λόγο της έφεσή του", είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού δε αναφέρεται στην αίτηση το περιεχόμενο του ισχυρισμού αυτού.

Ο εκ του άρθρου 559 περ. 8 τέταρτος (και τελευταίος) λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του, στηριζόμενο σε έγγραφο, που προσκομίσθηκε σ' αυτό και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 89/2002 απόφαση του Διοικητή του ΟΓΑ, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων τοποθετήθηκε σε θέση προϊσταμένου εκ νέου, χωρίς την παράλληλη απασχόλησή του στον Κλάδο Επιθεώρησης και, συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού κρίσιμος, στην προκειμένη περίπτωση, χρόνος, κατά τον οποίο έλαβε χώρα, κατά τα ανωτέρω, η βλαπτική μεταβολή των όρων συμβάσεως εργασίας για τον αναιρεσίβλητο είναι η 17-11-2000 και, συνεπώς, η κρίση αυτή δεν επηρεάζεται από τυχόν μεταγενέστερη και σύμφωνη με το νόμο υπηρεσιακή αυτού μεταχείριση.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμόν 4870/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-9-2003 αίτηση του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4870/2003 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ