1028/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1028/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 §§1,2,4 και 5 του ν. 1418/1984 περί Δημοσίων Έργων, όπως αυτές αντικατεστάθησαν με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν.2940/2001, κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου επιλύεται με προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
Full text
Απόφαση 1028 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1028/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Παπαζήση και Γεώργιο Λασπονίκο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαρτίου 2004 προσφυγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 301/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουλίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού, ανέγνωσε την από 26-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τον πρώτο λόγο και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσαγόμενη 4281/16.12.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ....., αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές διατάξεις με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην.
Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 §§1,2,4 και 5 του ν. 1418/1984 περί Δημοσίων Έργων, όπως αυτές αντικατεστάθησαν με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν.2940/2001, κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου επιλύεται με προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο...Η υπόθεση συζητείται σε δικάσιμο που ορίζεται όσο το δυνατόν συντομότερα. Οι διάδικοι υποχρεούνται να προσκομίσουν κατά την πρώτη συζήτηση όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου... Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνονται σε μια δικάσιμο, ανεξάρτητα από τη δικαιοδοσία που υπάγεται η υπόθεση... Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου τρεις τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση...
Η απόφαση εκδίδεται το ταχύτερο και αρκεί πιθανολόγηση. Οι αποφάσεις του διοικητικού ή πολιτικού εφετείου είναι αμέσως εκτελεστές. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η προσφυγή που αναφέρεται σε διαφορά από δημόσια έργα εκδικάζεται από το Εφετείο κατά την προαναφερόμενη ταχεία διαδικασία, η οποία ομοιάζει με αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, αφού για την έκδοση της απόφασης αρκεί πιθανολόγηση, και, επομένως, η κατάθεση των προτάσεων των διαδίκων μπορεί να γίνει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και όχι είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως ισχύει σήμερα, κατ' άρθρο 237§1 Κ.Πολ.Δ., για τις υποθέσεις που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, διότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με το είδος της διαδικασίας που καθιερώνει το άρθρο 13 του ν. 1418/1984, όπως αυτό ως άνω αντικαταστάθηκε, και ειδικότερα με τη διάταξη που ορίζει ότι οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 237 §1 περ.β Κ.Πολ.Δ., επί ποινή απαραδέκτου, αυτά πρέπει να προσκομιστούν μαζί με τις προτάσεις που πρέπει να κατατεθούν το αργότερο είκοσι μέρες πριν από τη δικάσιμο, δηλ.
δεν είναι δυνατόν στην προκείμενη διαδικασία άλλος χρόνος να είναι εκείνος που οι διάδικοι θα καταθέσουν προτάσεις και άλλος εκείνος που θα προσκομίσουν τα αποδεικτικά μέσα. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση ότι η προβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο ως καθ' ης στην προσφυγή-αγωγή της αναιρεσίβλητης, που αφορά διαφορά από δημόσιο έργο, δικάστηκε ερήμην.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι η καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσείουσα δικάστηκε ερήμην ως συνέπεια του ότι δεν κατέθεσε εμπροθέσμως προτάσεις προ είκοσι ημερών πριν από την ημέρα της δικασίμου, αλλά ότι κατέθεσε αυτές κατά την ημέρα της δικασίμου. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παρά το νόμο η καθ' ης η προσφυγή δικάστηκε ερήμην, ενώ έπρεπε να δικαστεί αντιμωλία, και ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθμ.6 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 301/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ