1027/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γιακουμάτου Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1027/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α' του Κ.Ποιν.Δ., υπό την προϋπόθεση όμως ότι τα αιτήματα αυτά ή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προβλήθηκαν κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρα 350 - 366 Κ.Ποιν.Δ.) και όχι μετά τη λήξη αυτής, οπότε δεν είναι αναγκαίο να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα, εάν αυτός δεν τον ζητήσει (ΑΠ 739/2012, ΑΠ 679/2009).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1027 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γιακουμάτου Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζούμα, για αναίρεση της απόφασης 247/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων .... Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Χ. Π. του Α., κάτοικο ... και 2. Π. Κ. του Ε., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσίρκα.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην με αρ. εκθ. κατ. 2/2024 από 13-2-2024 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αρ. εκθ. κατ. 2/2024 από 13-2-2024 αίτηση του Β. Ι. του Μ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 247/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) ..., με την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος των αδικημάτων:1] της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και 2] της σωματικής βλάβης από αμέλεια υποχρέου, ασκήθηκε για λογαριασμό του, με δήλωση στην γραμματέα του Εφετείου ... του παραστάντος κατά την συζήτηση συνηγόρου του Κων/νου Τζούμα, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την καταχώρηση [24-1-2024] της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ως άνω εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, είναι παραδεκτή κατά τις διατάξεις των άρ. 464, 466 παρ.2, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ.1 και 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ.1περ.α' του Κ.Π.Δ., και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών της λόγων.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ. καμία απόφαση του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι. Τέλος, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η παράβαση της προηγούμενης παραγράφου συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο.
Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις πρέπει να δίνεται ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου και επί των αιτημάτων του για να μην δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της επ` ακροατηρίω διαδικασίας,κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. β' και 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του Κ.Ποιν.Δ., υπό την προϋπόθεση όμως ότι τα αιτήματα αυτά ή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προβλήθηκαν κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρα 350 - 366 Κ.Ποιν.Δ.) και όχι μετά τη λήξη αυτής, οπότε δεν είναι αναγκαίο να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα, εάν αυτός δεν τον ζητήσει (ΑΠ 739/2012, ΑΠ 679/2009).
Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας, όταν λαμβάνει το λόγο και αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς, προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως, και κατά συνέπεια δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 382/2023, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 1895/2019, ΑΠ 733/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 εδ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα όλες οι δικαστικές αποφάσεις χωρίς εξαίρεση, επομένως και η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης αυτής, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' Κ.Π.Δ., συντρέχει όταν δεν περιέχονται σ` αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος. Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1,2 και 3 περ.
δ' της ΕΣΔΑ και 14 παρ.2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. Τέλος δε, εφόσον απορριφθεί το αίτημα αυτό, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και στη συνέχεια, μετά από έρευνα του βάσιμου της κατηγορίας, κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ιδρύεται και ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' Κ.Π.Δ. με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας (AΠ 631/2022, ΑΠ 1810/2019,ΑΠ 220/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο,για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Θ' του Κ.Π.Δ. σε συνδ. με άρ. 6 παρ.1,3 εδ.γ' της Ε.Σ.Δ.Α. και του Δ.Σ.Α.Π.Δ.), καθόσον, ως αιτιάται ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε,άνευ προηγούμενης εισαγγελικής πρότασης, αναιτιολόγητα το αίτημά του περί κλητεύσεως του Δ.
Π., πραγματογνώμονος, προκειμένου αυτός να εξεταστεί στο ακροατήριο ως μάρτυρας σχετικά με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, παραβιάζοντας έτσι τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και προσβάλλοντας το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, παρανόμως δε προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και τον καταδίκασε για τις ένδικες πράξεις.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο, υπέβαλαν το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, αίτημα: "Να κληθεί ο πραγματογνώμονας, Δ.
Π., προκειμένου να ερωτηθεί σχετικά με την συνταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, τονίζοντας ότι δεν ζητούν την διακοπή ή αναβολή της υποθέσεως". Ο Εισαγγελέας της έδρας του Δικαστηρίου της ουσίας, είχε επιφυλαχθεί να προτείνει επί του ως άνω αιτήματος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν όμως, μετά το τέλος αυτής, έλαβε το λόγο, ζήτησε με την πρότασή του την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια υποχρέου, παραλείποντας να προτείνει και επί του ως άνω αιτήματος του κατηγορουμένου, για το οποίο είχε προηγουμένως επιφυλαχθεί.
Σύμφωνα, όμως, με τα όσα εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δεν πρόκειται περί παράλειψης υποβολής πρότασης από τον Εισαγγελέα της έδρας επί του αιτήματος αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, και δη προκειμένου να κλητευθεί ο ανωτέρω πραγματογνώμονας για να εξεταστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την συνταχθείσα εκ μέρους του έκθεση πραγματογνωμοσύνης επί του ενδίκου συμβάντος, αφού στη συνολική του πρόταση επί της ενοχής εμπεριέχεται οπωσδήποτε, σιωπηρώς, και πρόταση για απόρριψη αυτού.
Συνεπώς, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω της ως άνω παράλειψης.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το ανωτέρω αίτημα αναβολής εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις, του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία που εμπεριέχεται στο περί ενοχής σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.75),ήτοι: "...Σημειώνεται ότι καθόσον αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψιν η από ...-2019 πραγματογνωμοσύνη του ορισθέντος πραγματογνώμονος Δ.
Π., στην οποία αναλυτικώς εκθέτει τη θέση του αναφορικά με το προπεριγραφόμενο ατύχημα, το δε Δικαστήριο μόρφωσε σαφή δικανική πεποίθηση γι' αυτό, ανάγκη κλήτευσής του στο παρόν Δικαστήριο δεν υφίσταται. Συνακόλουθα, εκτιμώμενο το αίτημα των πληρεξουσίων δικηγόρων του κατηγορούμενου, περί κλήτευσης του ανωτέρω πραγματογνώμονα, ως αίτημα περί αναβολής της δίκης [ενόψει του ότι είναι ήδη μία δίκη σε εξέλιξη, περιθώριο εύρεσης του εν λόγω προσώπου και κατάθεσής του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δεν υφίσταται], κρίνεται αυτό απορριπτέο, ενώ είναι πασιφανές ότι η πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας περί ενοχής αυτού, εμπεριέχει και πρόταση περί απόρριψης του σχετικού αιτήματος".
Η ανωτέρω αιτιολογία που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου περί αναβολής εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το άρ. 139 εδ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού το Δικαστήριο, έχοντας σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή του αναιρεσείοντος, σχετικά με την τέλεση των ως άνω ενδίκων αξιοποίνων πράξεων, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τα αναφερόμενα στο περί ενοχής σκεπτικό προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά, έκρινε ότι η ικανοποίησή του δεν ήταν αναγκαία.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα από την αναιτιολόγητη, και άνευ προηγούμενης εισαγγελικής πρότασης, απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματός του για αναβολή της δίκης, κατ' άρ. 352 παρ.3 ΚΠΔ, αλλά και από την αρνητική υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμες.
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α',Δ' και Θ' του Κ.Π.Δ., αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του ΠΚ, το οποίο επαναλαμβάνει τη ταυτάριθμη διάταξη του άρθρου 302 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε το άρθρο 28 ΠΚ, " από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος, κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (condition sine qua non), ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν, αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά (ΑΠ 632/2022, ΑΠ 455/2019).
Έτσι, η τυχόν συντρέχουσα υπαιτιότητα (συνυπαιτιότητα) του παθόντος ή και τρίτου, δεν αίρει την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική του ευθύνη, εκτός αν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος (ΑΠ 453/2023,ΑΠ 83/2022, ΑΠ 566/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι, οι οποίοι αποβλέπουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019), όπως αυτή ίσχυε από 1-7-2019 έως 11-11-2021 δηλ. πριν από την τροποποίησή της επί το δυσμενέστερον με το άρ. 67 του ν. 4855/2021, η οποία, ως επιεικέστερη, λόγω της προβλεπόμενης από αυτή ηπιότερης για τον κατηγορούμενο ποινής, από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ισχύσαντος έως τις 30-6-2019 ΠΚ (υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η αντίστοιχη ένδικη πράξη), εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως δύο έτη". Ακόμη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 εδ. β' του ίδιου άρθρου, "....Η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη αν ο υπαίτιος ήταν οδηγός οχήματος ή υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του (ΑΠ 1482/2019).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ.
Το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται στο αν το Δικαστήριο προέβη σε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνον εξ αυτών.
Η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ, μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις.
Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, η δικαστική πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη, εκτιμάται δε αυτή ελεύθερα από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατ` εφαρμογή του άρθρου 177 ΚΠοινΔ, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.
Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ` ΚΠοινΔ.
Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωμάτευσης ή γνωμοδότησης) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε στα πλαίσια άλλης ποινικής δίκης, το πόρισμά τους συνεκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου, ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους (ΑΠ 945/2022, ΑΠ 263/2020, ΑΠ 56/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (ΟλΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) ..., που δίκασε την ένδικη υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά πραγματικά περιστατικά: "....Στις 02 Ιουνίου 2016 και περί ώρα 22.37', έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα στον κόμβο "..." της πόλης των ..., και ειδικότερα στην διασταύρωση της περιφερειακής οδού ..., με την οδό ..., όταν συγκρούσθηκαν πλαγιομετωπικά το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο-ελκυστήρας (αυτό έφερε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ρυμουλκούμενο), εργοστασίου κατασκευής VOLVO, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος Β. Ι. του Μ., με το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής OPEL, τύπου CORSA, το οποίο οδηγούσε η Α. Κ., με συνεπιβάτιδα την παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας Χ.
Π., καθώς και το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής AUDI, τύπου Α4, το οποίο οδηγούσε ο Σ. Κ., με συνεπιβάτη τον Π. Π. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω χρόνο και προ του ατυχήματος, ο ανωτέρω οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου εκινείτο επί της Περιφερειακής Οδού με κατεύθυνση από Πανεπιστήμιο προς Αεροδρόμιο, η οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου OPEL CORSA εκινείτο επί της οδού Α., με κατεύθυνση από την περιοχή "..." προς την περιοχή "..." και έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα την Περιφερειακή Οδό ..., στο ύψος του ως άνω κόμβου και να κινηθεί προς την οδό ..., ενώ ο οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου AUDI Α4 εκινείτο επί της Περιφερειακής Οδού ..., στην αντίθετη σε σχέση με το όχημα του κατηγορουμένου κατεύθυνση, ήτοι από Αεροδρόμιο προς Πανεπιστήμιο και έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά και να κινηθεί προς την οδό ..., κατευθυνόμενος προς "...".
Η ανωτέρω Περιφερειακή Οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μία λωρίδα έκτακτης ανάγκης, ωστόσο σε απόσταση περίπου 360 μέτρων από τον κόμβο "..." ξεκινά προοδευτικά η διαπλάτυνσή της, ώστε στο σημείο του κόμβου, με κατεύθυνση προς Αεροδρόμιο, ήτοι στο σημείο όπου εκινείτο ο κατηγορούμενος, να δημιουργούνται τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας [εκ των οποίων οι δύο (2) εξυπηρετούν την έξοδο από την Περιφερειακή Οδό ...
προς "..." και "..." αντίστοιχα και έχουν πλάτος 3 μέτρων έκαστη, ενώ η μεσαία εξυπηρετεί την κατεύθυνση προς αεροδρόμιο και έχει πλάτος 4 μέτρων], στο δε οδόστρωμα, που είναι από άσφαλτο, υπάρχουν αντίστοιχα βέλη επιλογής κατεύθυνσης και οριζόντια σήμανση εγκάρσια στον άξονα της Περιφερειακής Οδού. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας επί της τελευταίας είναι 90 χιλιόμετρα ανά ώρα και σε απόσταση περίπου 180 μέτρων προ των φωτεινών σηματοδοτών, που βρίσκονται επ' αυτής, προς τον σκοπό ρύθμισης της κίνησης των οχημάτων επί του κόμβου, υπάρχει προειδοποιητικός αναλάμπων φωτεινός σηματοδότης, ο οποίος όταν ανάβει, φέροντας πορτοκαλί ένδειξη, ενημερώνει τους κινούμενους επί της Περιφερειακής Οδού οδηγούς για την υποχρέωσή τους να ανακόψουν ταχύτητα, λόγω της προσέγγισής τους σε ισόπεδο κόμβο και της επικείμενης αλλαγής του κεντρικού φωτεινού σηματοδότη σέ:
ερυθρή ένδειξη, η οποία καθιστά, ως είναι παγκοίνως γνωστό, επιβεβλημένη την, ακινητοποίηση του οχήματος τους, σε ικανή απόσταση προ αυτού. Αντίστοιχα, η, οδός ..., κάθετη στην παραπάνω Περιφερειακή Οδό, είναι διπλής κατεύθυνσης και έχει ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Σημειώνεται ότι, πριν τη διασταύρωση της εν λόγω οδού με τον ανωτέρω κόμβο, υπάρχουν επ' αυτής δυο λωρίδες κυκλοφορίας, στο ρεύμα προς "...". Στον εν λόγω κόμβο, η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατά τον παραπάνω χρόνο βρίσκονταν σε λειτουργία και επιπλέον, κατά τον αυτό χρόνο του ατυχήματος επικρατούσε καλοκαιρία, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή, ο φωτισμός ήταν τεχνικός λόγω νύκτας, ωστόσο, επαρκής, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.
Η σύγκρουση, που έλαβε χώρα μεταξύ των παραπάνω οχημάτων, ήταν σφοδρή, καθώς το όχημα του κατηγορουμένου εμβόλισε με το εμπρόσθιο τμήμα του την πλάγια και αριστερή πλευρά του οχήματος της Α. Κ. και ακολούθως παρέσυρε αυτό σε λοξή πορεία προς τα δεξιά, σε σχέση με την κατεύθυνσή της εν λόγω οδηγού και αριστερή, σε σχέση με την κατεύθυνση του ίδιου και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (σε σχέση με την κατεύθυνσή του), παρασύροντάς το περί τα 31 μέτρα από το πιθανό σημείο σύγκρουσης (όπως το εν λόγω σημείο σύγκρουσης απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα του τόπου ατυχήματος, που συντάχθηκε με επιμέλεια της τροχαίας, ήτοι εντός του κόμβου και επί του ρεύματος πορείας του κατηγορουμένου, ωστόσο πιο δεξιά σε σχέση με τη νοητή συνέχεια της λωρίδας κυκλοφορίας του, ενόψει της πρόθεσής του να συνεχίσει ευθεία προς αεροδρόμιο και της διάταξης της οδού) και προσέκρουσε επίσης με το με αριστερό τμήμα του στο ευρισκόμενο σε υποχρεωτική διακοπή πορείας όχημα του Σ.
Κ., πλήττοντας αυτό στην αριστερή πλαϊνή πλευρά του και στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του. Από την προαναφερόμενη σύγκρουση, πέραν των υλικών ζημιών, που προκλήθηκαν σε όλα τα εμπλεκόμενα οχήματα, η Α. Κ., η οποία γεννήθηκε στις 03-05-1987, υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας και λεκάνης και λίγες ώρες αργότερα, μετά τη μεταφορά της στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων "ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ" και την υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση κοιλίας, περί ώρα 02.45' απεβίωσε.
Περαιτέρω, τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά η Χ. Π. - συνοδηγός στο όχημα της ανωτέρω και γεννηθείσα στις ..., η οποία υπέστη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα, μικρής έκτασης υπαραχνοειδή αιμορραγία στον δεξιό κραταφικό λοβό, μικρές θλάσεις στα βασικά γάγγλια δεξιά και μετωπιαία αριστερά, ρήξη σπληνός με συνύπαρξη υποκάψιας συλλογής και παρουσία γαστρικού υγρού στον γαστροσπληνικό σύνδεσμο, θλάση ύπατος, κάταγμα λεκάνης, πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα στη μεσότητα του σώματος και του αριστερού κλάδου της κάτω γνάθου, εμπιεστικά κατάγματα στο αριστερό ζυγωματικό οστό και στο έξω τοίχωμα και το έδαφος του σύστοιχου οφθαλμικού κόγχου, κατάγματα στον ρινικό ιστό και το έξω τοίχωμα του δεξιού ιγμορείου άντρου, κάταγμα στην αριστερή εγκάρσια απόφυση του Α7 σπονδύλου, με πνευμονοθώρακα άμφω, με εκτεταμένες κυψελιδικές διηθήσεις, παρεγχυματικές θλάσεις, κυρίως αριστερά, κατάγματα 1ης, 2ης θωρακικής πλευράς και των οπισθίων τόξων της 3ης, 4ης και 5ης θωρακικής πλευρά σύστοιχα, κάταγμα στην αριστερή πτέρυγα του ιερού οστού, στον αριστερό ηβοϊσχιακό κλάδο, στο σύστοιχο ηβικό οστό και την κοτύλη και με διάχυτη νευραξονική βλάβη.
Η εν λόγω παθούσα, αμέσως μετά την μεταφορά της στο ως άνω νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή και γαστροστομία και ακολούθως νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ως άνω νοσοκομείου, από τις 03-06-2016 έως τις 21-06- 2016, παραμένοντας σε καταστολή έως τις 08-06-2016, ενώ στις 14-06-2016 υποβλήθηκε σε τραχειοστομία.
Εν συνεχεία, μεταφέρθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του Γενικού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, όπου, για την αντιμετώπιση διάχυτης νευραξονικής βλάβης, συνεπεία της οποίας εμφάνιζε ημιπληγία (αριστερή ημιπάρεση) και έντονες διαταραχές της μνήμης, νοσηλεύθηκε έως τις 19-07-2016, οπότε και μεταφέρθηκε στην κλινική Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης Ιωαννίνων, στην οποία νοσηλεύθηκε από 19-07-2016 έως 12-08-2016 και από 16-08-2016 έως 19-08-2016.
Μετά μάλιστα την έξοδό της από την εν λόγω κλινική, έλαβε συστάσεις για συνέχιση της φυσικοθεραπείας κατ' οίκον, έναρξη υδροθεραπείας τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, παρακολούθηση και επανεκτίμηση της κατάστασής της με τακτικούς αιματολογικούς και ιατρικούς ελέγχους και υποβολή της εκ νέου σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, καθώς εξακολουθούσε να υφίσταται η ημιπληγία της (αριστερή πάρεση).
Ακολούθως, στις 14-11-2016 εισήχθη στην Στοματική και Γναθοπροσωπική Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", στο οποίο και, υποβλήθηκε σε γναθοχειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα σε εκτροχυσμό και εξομάλυνση της υπερόστωσης, που εμφάνισε συνεπεία του κατάγματος της κάτω γνάθου και του αριστερού ζυγωματικού.
Εξετασθείσα δε το Νοέμβριο του 2022 από τον χειρουργό ορθοπεδικό Δ. Β., για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε στο πλαίσιο της διεξαχθείσας πολιτικής δίκης, διαπιστώθηκε ότι ακόμη και κατά τον ως άνω χρόνο, ήτοι έξι (6) και πλέον έτη μετά το ατύχημα, παρουσιάζει ήπια προς μέτρια μείωση στην κινητικότητα του αριστερού άνω και κάτω άκρου της (μπορεί να κάνει όλες τις κινήσεις, με λίγο μικρότερη μυϊκή ισχύ, σε σχέση με τη δεξιά πλευρά και στερείται αντοχής), καθώς και ελλείμματα στην προσοχή, τη συγκέντρωση, στον προγραμματισμό και στη μνήμη.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η κυκλοφορία στον ανωτέρω κόμβο, όπου συνέβη το ατύχημα, που αφορά η προκειμένη υπόθεση, ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες. Η λειτουργία αυτών, με βάση τα ως άνω αναγνωσθέντα σχετικά έγγραφα του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών 'Εργων Περιφέρειας Ηπείρου, πραγματοποιείται δυνάμει κυκλικού προγράμματος σηματορρύθμισης, η ροή εναλλαγής του οποίου δεν παραμένει σταθερή σε ημερήσια βάση, αλλά μεταβάλλεται, ανάλογα με την κίνηση των πεζών και των οχημάτων, πέριξ του κόμβου, ήτοι η κλήση από πεζό ενός μπουτόν, για να μπορέσει να περάσει τη διάβαση, όπως ομοίως και η ύπαρξη οχημάτων, πάνω στους υπάρχοντες ανιχνευτές, μεταβάλλουν το κυκλοφοριακό πρόγραμμα.
Κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος εκινείτο στην ως άνω οδό, όπισθεν αυτού εκινείτο ο Σ. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητό του, με συνοδηγό τον Δ. Π., οι οποίοι αμέσως μετά την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, προσέτρεξαν και δήλωσαν τα στοιχεία τους, στους αρμόδιους Αστυνομικούς της Τροχαίας, όπως προκύπτει από την από 02-06-2016 συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος.
Ο ως άνω οδηγός, εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όντας σε θέση να βεβαιώσει με ασφάλεια την κίνηση του οχήματος του κατηγορουμένου, καθώς εκινείτο πίσω από αυτό (η ακριβής απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν αποσαφηνίσθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας, αλλά και της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης, ωστόσο ήταν τέτοια που επέτρεπε στον ως άνω μάρτυρα να έχει πλήρη γνώση της οδηγικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου) και τις ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών (παρά το ύψος του οχήματος του κατηγορουμένου, ο ευρισκόμενος σε ακόμη μεγαλύτερο ύψος υπάρχον σηματοδότης ήταν ορατός σε αυτόν), κατέθεσε με απόλυτη βεβαιότητα ότι πριν φτάσει ο κατηγορούμενος στον φωτεινό σηματοδότη, που ρύθμιζε την κίνηση του οχήματος του [πρόκειται για τον σηματοδότη, που απεικονίζεται με αριθμό (3) στο σχετικό διάγραμμα, που συνέταξε η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Ηπείρου], αφενός ο ευρισκόμενος προ αυτού παλλόμενος σηματοδότης ήταν πορτοκαλί και αφετέρου ότι ο πρώτος (κεντρικός σηματοδότης), κατά το χρόνο διέλευσης του ως άνω διαδίκου έμπροσθεν του ήταν ήδη ερυθρός.
Την αυτή κατάθεση, αναφορικά με την οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου έδωσε ο εν λόγω μάρτυρας και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ περαιτέρω και ο συνοδηγός στο όχημά του Δ. Π., εξετασθείς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης που διεξήχθη, με αντικείμενο αδικοπρακτικές αξιώσεις αφενός των μελών της οικογένειας της θανούσας Α.
Κ. και αφετέρου της Χ. Π., κατέθεσε ομοίως ότι καθ' ο χρόνο ο κατηγορούμενος προσέγγιζε την διασταύρωση "...", ο παλλόμενος σηματοδότης είχε πορτοκαλί ένδειξη και ότι καθ' ο χρόνο διήλθε από τον σηματοδότη, που ρύθμιζε την κίνηση του οχήματος του, ο τελευταίος ήταν ερυθρός. Επιπλέον, αμφότεροι οι ανωτέρω μάρτυρες κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος, βλέποντας καθ' ο χρόνο προσέγγιζε αυτόν, ότι ο παλλόμενος σηματοδότης είναι πορτοκαλί και αντιλαμβανόμενος ότι επίκειται πολύ σύντομα να καταστεί ο κεντρικός σηματοδότης ερυθρός, ελάττωσε αρχικά την ταχύτητά του για ελάχιστο χρόνο, προφανώς προτιθέμενος αρχικά να ακινητοποιήσει το όχημά του, προ του ερυθρού σηματοδότη, ωστόσο εντέλει επιτάχυνε και πάλι, παραβιάζοντας τον τελευταίο, και ελπίζοντας προφανώς ότι η ως άνω παραβίασή του δεν θα είχε συνέπειες.
Σημειώνεται ότι, όπως προέκυψε από τον ταχογράφο του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο η ταχύτητά του μειώθηκε στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα και ακολούθως αυξήθηκε στα 85 χιλιόμετρα ανά ώρα. Επιπροσθέτως, ο εξετασθείς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρας Σ. Π., έχοντας διέλθει πολλές φορές από την εν λόγω διασταύρωση, καθόσον κατοικεί στην Περιφέρεια ... (συγκεκριμένα κατοικεί στα Πετράλωνα ..., που απέχουν περίπου 14 χιλιόμετρα από την πόλη των ...) κατέθεσε ότι όταν ο παλλόμενος σηματοδότης έχει ανάψει, φέροντας πορτοκαλί ένδειξη, τα κινούμενα οχήματα, εφόσον κινούνται εντός του ορίου ταχύτητας, δεν προλαβαίνουν να εισέλθουν με ασφάλεια στην διασταύρωση, καθόσον είναι βέβαιο ότι μέχρι να φτάσουν στον κεντρικό σηματοδότη, αυτός θα φέρει οπωσδήποτε ερυθρή ένδειξη.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι και ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... εμπλεκόμενου στο ατύχημα οχήματος Ε. Κ., εξετασθείς ενώπιον του παραπάνω πολιτικού Δικαστηρίου, ανέφερε, μεταξύ των άλλων, ότι ο προαναφερόμενος Δ. Π., αμέσως μετά το ατύχημα, προσέγγισε το όχημά του φωνάζοντας ότι "πέρασε ο νταλικιέρης με κόκκινο".
Εκ των ανωτέρω, αποδειχθέντων δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για το ότι κατηγορούμενος διήλθε από τον κεντρικό σηματοδότη, ενώ αυτός ήταν ήδη ερυθρός. Περαιτέρω, από την ορθή εκτίμηση και την προσήκουσα αξιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού υλικού, προέκυψε ότι κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο, η παθούσα Α.
Κ., κινούμενη επί της οδού Α., όπως ήδη αναφέρθηκε, πριν την είσοδό της στον ως άνω κόμβο, όπου έλαβε χώρα το προπεριγραφόμενο ατύχημα, είχε ακινητοποιήσει, ως όφειλε, το όχημά της, προ του ερυθρού σηματοδότη [ο σηματοδότης, που ρύθμιζε την κίνηση των οχημάτων, επί της οδού Α., ήταν ο με αριθμός (...) στο προαναφερόμενο σχετικό διάγραμμά, που συνέταξε η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Ηπείρου], καταλαμβάνοντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της και έχοντας πρόθεση να κατευθυνθεί ευθεία, προς "...".
Όπισθεν αυτής βρισκόταν,ομοίως, ακινητοποιημένο το με αριθμό κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου POLO, οδηγούμενο από την ιδιοκτήτρια αυτού Μ. Λ., η οποία προτίθετο να κινηθεί ομοίως προς "...". Συνεπιβάτες στο ως άνω όχημα ήταν η μητέρα της και τα δύο ανήλικα τέκνα της.
Επιπλέον, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, του αυτού ρεύματος πορείας, με πρόθεση ομοίως να κατευθυνθεί προς "...", δίπλα ακριβώς από το όχημα της Α. Κ. και προ του ερυθρού σηματοδότη, ήταν ακινητοποιημένο το με αριθμό κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητο, τύπου mini cooper, ιδιοκτησίας του Γ. Τ., με οδηγό την κόρη του Α.
Τ. Συνεπιβάτες στο εν λόγω όχημα ήταν η μητέρα της τελευταίας Β. Λ., και τα δύο ανήλικα τέκνα της, ενώ άπαντες κατευθύνονταν ομοίως προς "...". Όπισθεν του οχήματος αυτής ήταν,επίσης ακινητοποιημένο, το με αριθμό κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής OPEL, τύπου CORSA, οδηγούμενο από τον ιδιοκτήτη αυτού Ι.
Ζ., ο οποίος προτίθετο να στρίψει αριστερά, για να εισέλθει στην Περιφερειακή Οδό. Και ενώ όλοι οι εν λόγω οδηγοί ήταν ακινητοποιημένοι προ του ερυθρού σηματοδότη και ανέμεναν την αλλαγή του σε πράσινο χρώμα, κατά το χρόνο που το φανάρι των πεζών από πράσινο, που ήταν, άλλαξε σε κόκκινο, η Α. Κ., ξεκίνησε με πολύ μικρή ταχύτητα να εισέρχεται στην παραπάνω διασταύρωση, ωστόσο πριν η ένδειξη του σηματοδότη, που ρύθμιζε την πορεία του οχήματός της, καταστεί πράσινη, ήτοι σε χρόνο που ο σηματοδότης της ήταν ακόμη κόκκινος, Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καταθέσεις των παραπάνω προσώπων, αλλά και τις καταθέσεις της Μ.
Α. και της Α. Τ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και την κατάθεση της πρώτης εκ των παραπάνω μαρτύρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δοθείσα στο πλαίσιο της διεξαχθείσας πολιτικής δίκης. Πρέπει δε να αναφερθεί ότι οι καταθέσεις των προσώπων αυτών κρίνονται απολύτως ειλικρινείς, καίτοι οι ίδιοι δεν αναφέρονται ως αυτόπτες μάρτυρες, στην από 02-06-2016 συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος.
Το ότι δεν ανέμεναν την έλευση της τροχαίας, προκειμένου να δηλώσουν τα στοιχεία τους και να καταθέσουν αμέσως ως μάρτυρες, στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας, δεν κλονίζει την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, καθόσον όπως αποδείχθηκε, ο Ι. Ζ. και η Α. Τ. ήταν τα πρόσωπα που ειδοποίησαν τηλεφωνικά το Τηλεφωνικό Κέντρο 'Αμεσης Δράσης (100) για το ως άνω ατύχημα, από τα κινητά τηλέφωνά τους αντίστοιχα με αριθμούς ...
και ..., όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2018 αναγνωσθέν σχετικό έγγραφο του Γραφείου Γενικής Αστυνόμευσης (αναγνωσθέν με αριθμό ...). Ας σημειωθεί ότι οι οδηγοί Μ. Λ. και Α. Τ., απέδωσαν την ως άνω απόφασή τους να μην σταθμεύσουν στον τόπο του ατυχήματος, αναμένοντας την Τροχαία, στην ταραχή που υπέστησαν εκ του ατυχήματος και στο.
ότι μετέφεραν τα ανήλικα τέκνα τους, ενώ άπαντες οι παραπάνω μάρτυρες, εντός του επόμενου πενθημέρου, διαβάζοντας στον τοπικό τύπο για το ατύχημα και τη μαρτυρία των ως άνω Σ. Π. και Δ. Π. για την παραβίαση εκ μέρους του κατηγορουμένου ερυθρού σηματοδότη, αυτοβούλως προσήλθαν εντός του επόμενου πενθημέρου στις αρμόδιες προανακριτικές αρχές και δήλωσαν την προσωπική τους γνώση για την οδηγική συμπεριφορά της θανούσας Α.
Κ. Το ότι η οδηγός Μ. Λ. στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας ανέφερε ότι το έμπροσθεν αυτής κινούμενο όχημα της Α. Κ. έφερε στην πινακίδα του τα γράμματα ΝΒ (τα οποία χρησιμοποιούνται για τα οχήματα της Θεσσαλονίκης, όπου σπούδαζε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε), ενώ όπως ήδη μνημονεύθηκε, το όχημά της θανούσας, είχε αριθμό κυκλοφορίας ..., δεν κλονίζει την κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω, καθώς είναι προφανές, κατόπιν συνεκτίμησης του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού, ότι η σχετική αναφορά της οφείλεται σε παραδρομή.
Εξάλλου, είναι ομοίως προφανές, ότι η εν λόγω εκκίνηση της Α. Κ., πριν την αλλαγή του σηματοδότη, που ρύθμιζε την πορεία του οχήματος της σε πράσινο, έλαβε χώρα διότι, όπως μνημονεύθηκε, το φανάρι των πεζών είχε καταστεί κόκκινο και ως εκ τούτου αναμενόταν η εντός ολίγων δευτερολέπτων (ο ακριβής χρόνος της σχετικής αλλαγής δεν αποσαφηνίσθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας και της παρούσας δίκης) αλλαγή της ένδειξης του σηματοδότη σε πράσινο χρώμα, εκτίμησε ότι κινούμενη με μικρή ταχύτητα θα μπορούσε να εισέλθει με ασφάλεια στην προαναφερόμενη διασταύρωση και διασχίζοντας αυτήν να συνεχίσει ομοίως με ασφάλεια την πορεία της προς "...", ελέγχοντας εν κινήσει την οδό, ωστόσο η σχετική προσδοκία της διαψεύστηκε, καθόσον λόγω της εκ μέρους του κατηγορουμένου παραβίασης του ερυθρού σηματοδότη και της εκκίνησής της λίγο πριν η ένδειξη του δικού της σηματοδότη καταστεί πράσινη, επήλθε η προαναφερόμενη σφοδρότατη σύγκρουση, που κόστισε τη ζωή της ιδίας και προκάλεσε τον σοβαρότατο τραυματισμό της συνοδηγού της Χ.
Π., όπως ήδη περιγράφηκε. Αξίζει να αναφερθεί ότι,εάν η ως άνω οδηγός είχε ξεκινήσει αφότου ο σηματοδότης, που ρύθμιζε την πορεία του οχήματος της είχε καταστεί πράσινος, ομοίως θα είχε εκκινήσει την πορεία του και το ευρισκόμενο αριστερά της και ομοίως πρώτο, προ του σηματοδότη, με αριθμό κυκλοφορίας ...
επιβατικό αυτοκίνητο της Α. Τ., το οποίο αναπόφευκτα θα εμπλέκετο στο ως άνω ατύχημα, ωστόσο, όπως μνημονεύθηκε η ανωτέρω οδηγός τηρώντας τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ανέμενε ακινητοποιημένη, όσο ο σηματοδότης ήταν ερυθρός. Σημειώνεται ότι αναφορικά με το ζήτημα των ειδικότερων συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το προπεριγραφόμενο ατύχημα, στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας πολιτικής δίκης, δυνάμει της με αριθμό 546/2018 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα Δ.
Π., πολιτικό μηχανικό, ο οποίος συνέταξε την από ...-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, λαμβάνοντας υπόψιν το οπτικοακουστικό υλικό (βίντεο), το οποίο ελήφθη από κάμερα που υπήρχε στο παρακείμενο στον τόπο του ατυχήματος πρατήριο υγρών καυσίμων της εταιρίας "AVIN" (το εν λόγω πρατήριο βρίσκεται σε απόσταση 155 περίπου μέτρων από τον κόμβο "...", αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου και δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του Σ.
Κ.), καθώς και τα έγγραφα της σχηματισθείσας δικογραφίας, έχοντας ως δεδομένο αφενός το κυκλοφοριακό πρόγραμμα σηματορρύθμισης του κόμβου, όπως αυτό αποτυπώθηκε στα σχετικά διαγράμματα, που επισυνάφθηκαν στα με αριθμούς πρωτοκόλλου ...-2017 και ...-2019 έγγραφα της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Ηπείρου, και αφετέρου, αυτό που ήδη αναφέρθηκε και δη ότι η ροή εναλλαγής στο κυκλικό πρόγραμμα σηματορρύθμισης της φωτεινής σηματοδότησης του παραπάνω κόμβου, δεν παραμένει σταθερή σε ημερήσια βάση, αλλά μεταβάλλεται, δυνάμει των προαναφερόμενων παραγόντων, που επενεργούν στην αλλαγή των χρόνων στην εγκατάσταση της φωτεινής σηματοδότησης, απεφάνθη ότι "..η Α.
Κ. παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη επί της πορείας της, ενώ αντίθετα ο Β. Ι. πέρασε κανονικά, με πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη επί της πορείας του". Στο αυτό συμπέρασμα κατέληξε και ο Ε. Κ., τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου, στην από ...-2019 έκθεσή του, καθώς και ο ομοίως τεχνικός σύμβουλος αυτού Β. Λ., στην από ...-2018 έκθεσή του.
Ωστόσο, ο τεχνικός σύμβουλος της οικογένειας της θανούσας Α. Κ., Γ. Σ., στη με αριθμό ...-2019, τεχνική έκθεσή του, προβαίνοντας σε σχολιασμό της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Δ. Π., εκθέτει ότι το, σχετικό συμπέρασμα της τελευταίας είναι εσφαλμένο και ότι από το υλικό της δικογραφίας διαφαίνεται ότι ο ανιχνευτής, που ενεργοποίησε την πράσινη ένδειξη του σηματοδότη, που ρύθμιζε την κίνηση του οχήματος της παραπάνω οδηγού, ενεργοποιήθηκε σε χρόνο προγενέστερο αυτού, που προσδιορίζεται από τον ανωτέρω πραγματογνώμονα.
Πέραν του ότι η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα, κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ (πολλώ δε μάλλον οι λοιπές τεχνικές εκθέσεις), δεν πρέπει να παρορράται ότι η εύρεση του υπαιτίου για την πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος, με μόνη την ανάλυση των δεδομένων της ως άνω κάμερας, της οριζοντιογραφίας της διάταξης των φωτεινών σηματοδοτών επί του κόμβου και του φασικού διαγράμματος δεν είναι απολύτως ασφαλής, λαμβανομένου υπόψιν και του ότι η ως άνω κάμερα, από την οποία εξήχθη το σχετικό βιντεοληπτικό υλικό (που εκτιμήθηκε τόσο, από τον πραγματογνώμονα, όσο και από τους λοιπούς τεχνικούς συμβούλους), δεν καταλαμβάνει όλα όσα διαδραματίστηκαν κατά τον αμέσως πριν το ατύχημα χρόνο στους υπάρχοντες σηματοδότες της οδού (ήτοι τυχόν επενέργεια επ' αυτών της κίνησης πεζών και οχημάτων), ενώ περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και επισημάνθηκε στο με αριθμό πρωτοκόλλου 140010/12785/29-10-2018 έγγραφο του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων, της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Ηπείρου "1.
Η ροή εναλλαγής στο κυκλικό πρόγραμμα σηματορρύθμισης της εγκατάστασης φωτεινής σηματοδότησης "του εν λόγω κόμβου, δεν παραμένει σταθερή σε ημερήσια βάση, αλλά μεταβάλλεται. 2. Ο παράγοντας που επενερνεί στην αλλαγή των χρόνων στην εγκατάσταση της φωτεινής σηματοδότησης είναι η κίνηση πεζών και οχημάτων πέριξ του κόμβου.
Δηλαδή η κλήση από πεζό ενός μπουτόν, για να μπορέσει να περάσει τη διάβαση, μεταβάλλει το κυκλοφοριακό πρόγραμμα. Το ίδιο συμβαίνει και με την ύπαρξη οχημάτων πάνω από τους ανιχνευτές". Πρωτίστως όμως, το συμπέρασμα του διορισθέντος πραγματογνώμονα, καθώς και των τεχνικών συμβούλων του κατηγορουμένου [κατά τους οποίους, όπως ήδη μνημονεύθηκε, κατά την διέλευση του κατηγορουμένου, από τον με αριθμό (3) σηματοδότη, ο σηματοδότης του ήταν πράσινος] καταρρίπτεται από τις καταθέσεις των παραπάνω αυτοπτών μαρτύρων Σ.
Π. και Δ. Π., αλλά και από το παραπάνω προβληθέν βιντεοληπτικό υλικό, από το οποίο φαίνεται καθαρά ότι κατά τον χρόνο που ο ως άνω διάδικος διήλθε από τον με αριθμό (3) σηματοδότη, ο τελευταίος έφερε ερυθρή ένδειξη (το φως ανεβαίνει επάνω). Συνακόλουθα, ανεξάρτητα από την κατά τα ανωτέρω συνυπαιτιότητα της οδηγού Α.
Κ., στην επέλευση του ως άνω ατυχήματος, που επέφερε τον θανάσιμο τραυματισμό της, και τον βαρύτατο τραυματισμό της συνοδηγού της, συγκλίνουσα αμέλεια βαρύνει και τον κατηγορούμενο, ο οποίος, αν και ήταν υποχρεωμένος, λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, που ενεργούσε βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων, στην καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, κινούμενος επί της Περιφερειακής οδού ...
με κατεύθυνση από ... προς αεροδρόμιο, δεν συμμορφώθηκε προς την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη ρυθμίσεως της κυκλοφορίας, δεν διέκοψε την πορεία του σε ικανή απόσταση προ του φωτεινού σηματοδότη που είχε ερυθρό φως για τα οχήματα, αλλά συνέχισε την πορεία του οχήματος του με πολύ αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, και δη 85 χιλιόμετρα ανά ώρα, και χωρίς να μπορεί να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του (νταλίκα), ώστε να μπορεί σε κάθε περίπτωση να εκτελεί τους απαραίτητους ελιγμούς, με αποτέλεσμα να επέλθει το προπεριγραφόμενο ατύχημα.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο εν λόγω κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πράξεων, που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, όπως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης αυτών, αναφέρονται ανωτέρω και στο κάτωθι διατακτικό της παρούσας.......". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τα αδικήματα:
α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και β) της σωματικής βλάβης από αμέλεια και από υπόχρεο, και αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του άρ.84 παρ.2 α' ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο,κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό:
"Κηρύσσει τον ανωτέρω κατηγορούμενο ένοχο του ότι στα Ιωάννινα,την 2-6-2016,με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα,και δη ότι στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο: (Α) από αμέλειά του επέφερε το θάνατο άλλου, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία από τις περιστάσεις όφειλε να καταβάλει και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του.
Ειδικότερα, στις 02-6-2016 και περί ώρα 22.37', στον κόμβο ... της Περιφερειακής Οδού ..., ο κατηγορούμενος,οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο και κινούμενος επί της Περιφερειακής οδού ..., με κατεύθυνση από ... προς αεροδρόμιο, δεν συμμορφώθηκε προς την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη ρυθμίσεως της κυκλοφορίας, μη διακόπτοντας την πορεία του σε ικανή απόσταση προ του φωτεινού σηματοδότη που είχε ερυθρό φως για τα οχήματα, αλλά συνέχισε την πορεία του οχήματος του με πολύ αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και δη 85χιλ/ώρα, και χωρίς να μπορεί να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του (νταλίκα) ώστε, να μπορεί σε κάθε περίπτωση να εκτελεί τους απαραίτητους ελιγμούς, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το επίσης παρανόμως κινούμενο υπ' αριθμ. ...
ΕΙΧ όχημα που οδηγούσε η Κ. Α. του Π., κάτοικος εν ζωή ... και κινούνταν στην οδό ... με κατεύθυνση προς ... και είχε ήδη παραβιάσει, ομοίως, τον δικό της ερυθρό σηματοδότη, με περαιτέρω συνέπεια να τραυματισθεί θανάσιμα η ανωτέρω οδηγός του οχήματος, η οποία υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος κοιλίας (χειρουργηθείσα) και λεκάνης που αποτέλεσαν και την μοναδική αιτία θανάτου της, που επήλθε την 3-6-2016.
B) Αν και ήταν υποχρεωμένος λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, που ενεργούσε βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων, στην καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, από αμέλειά του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε υπό τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του.
Ειδικότερα, αν και ήταν υποχρεωμένος λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, που ενεργούσε βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων, στην καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, κινούμενος επί της Περιφερειακής Οδού ... με κατεύθυνση από ... προς αεροδρόμιο, δεν συμμορφώθηκε προς την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη ρυθμίσεως της κυκλοφορίας, δεν διέκοψε την πορεία του σε ικανή απόσταση, προ του φωτεινού σηματοδότη που είχε ερυθρό φως για τα οχήματα, αλλά συνέχισε την πορεία του οχήματος του με πολύ αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και δη 85χιλ/ώρα, και χωρίς να μπορεί να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του (νταλίκα), ώστε να μπορεί σε κάθε περίπτωση να εκτελεί τους απαραίτητους ελιγμούς, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί αρχικά με το επίσης παρανόμως κινούμενο υπ' αριθμ. ...
ΕΙΧ όχημα, που οδηγούσε η Κ. Α. του Π., κάτοικος εν ζωή ... και κινούνταν στην οδό ...,με κατεύθυνση προς ..., και είχε ήδη παραβιάσει, ομοίως, τον δικό της ερυθρό σηματοδότη και στη συνέχεια να πέσει στο υπ' αριθμ. ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Κ. Σ. και το οποίο βρισκόταν σε διακοπή πορείας προ σήματος ερυθρού βέλους αριστερά στον κόμβο από αεροδρόμιο προς την οδό ..., εμβολίζοντάς το με το εμπρόσθιο τμήμα του και παρασέρνοντας αυτό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, από αεροδρόμιο ...
προς Πανεπιστήμιο. Αποτέλεσμα της ανωτέρω σύγκρουσης του οχήματος, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με το υπ' αριθμ. ... όχημα υπήρξε εκτός των άλλων και ο βαρύτατος τραυματισμός της Χ. Π. του Α., η οποία επέβαινε ως συνεπιβάτης στο ανωτέρω όχημα, και η οποία υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάχυτη νευραξονική βλάβη, αριστερή ημιπάρεση, διαταραχές αναδρομικής μνήμης και διαταραχές συναισθήματος".
Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική τους μορφή, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 14, 18, 26 παρ.1 β', 28, 51, 53, 57, 79, 83, 84 παρ.2α ',94 παρ.1,302 παρ. 1 του πρ.
ΠΚ, 314 παρ.1α και 2 του ν. ΠΚ, τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή με πλάγιο τρόπο, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, ως προς αμφότερες τις αξιόποινες πράξεις αιτιολογείται πλήρως η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου οδηγού, η μορφή της αμέλειάς του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και του προκληθέντος θανάτου της οδηγού Α.
Κ. και του τραυματισμού της συνεπιβαίνουσας Χ. Π. από το περιγραφόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, το οποίο αυτός προκάλεσε (αναιρεσείων) κατά την οδήγηση του αναφερόμενου Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου με το οποίο ενεργούσε βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων. Ειδικότερα, παρατίθενται με επάρκεια και σαφήνεια στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης: 1) Τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την αμέλεια του κατηγορουμένου, συνιστάμενη στο ότι αυτός, οδηγώντας το αναφερόμενο Δ.Χ.Φ.
αυτοκίνητο [νταλίκα] και κινούμενος στην Περιφερειακή Οδό ... με κατεύθυνση από ... προς αεροδρόμιο ..., όταν έφθασε στον κόμβο ... της Π.Ο. ... από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην ένδικη περίπτωση, δεν συμμορφώθηκε προς την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη ρυθμίσεως της κυκλοφορίας των οχημάτων στο τόπο του συμβάντος,που επέβαλε την διακοπή της πορείας του ως άνω οχήματός του σε ικανή απόσταση προ του φωτεινού σηματοδότη, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος (2-6-2016) ήταν σε λειτουργεία και έδειχνε σταθερό ερυθρό φως, αλλά παραβιάζοντας αυτόν, με την ελπίδα ότι η παραβίασή του δεν θα είχε συνέπειες, συνέχισε την πορεία του ως άνω οχήματός του, έχοντας αναπτύξει την πολύ αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (των 85 χ/τρων ανά ώρα) και μη έχοντας τον προσήκοντα έλεγχο και τη δέουσα εποπτεία κατά την οδήγηση του οχήματός του, έτσι ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε περίπτωση να εκτελεί τους απαραίτητους ελιγμούς, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί αρχικά με το αναφερόμενο Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Α. Κ.,κινούμενη στην οδό ... με κατεύθυνση προς τον κόμβο ... και είχε ήδη παραβιάσει, ομοίως, τον υφιστάμενο στην πορεία της φωτεινό ερυθρό σηματοδότη, και στη συνέχεια να πέσει στο αναφερόμενο Ι.Χ.Ε. που οδηγούσε ο αναφερόμενος οδηγός (Σ. Κ.) και βρισκόταν σε διακοπή πορείας προ σήματος ερυθρού βέλους αριστερά στον κόμβο από αεροδρόμιο ...
προς την οδό ..., το οποίο,αφού εμβόλισε με το εμπρόσθιο τμήμα του, το παρέσυρε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αεροδρόμιο προς Πανεπιστήμιο ..., με περαιτέρω συνέπεια να τραυματίσει θανάσιμα την οδηγό του πρώτου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με το οποίο αρχικά συγκρούστηκε Α. Κ., η οποία υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας και λεκάνης, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της στις 3/6/2016, και να τραυματίσει την Χ.
Π., που ήταν συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η ως άνω θανούσα οδηγός, η οποία υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάχυτη νευροαξονική βλάβη, αριστερή ημιπάρεση, διαταραχές αναδρομικής μνήμης και συναισθήματος. 2) Οι επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας οχημάτων στον τόπο και χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ήτοι ότι επικρατούσε καλοκαιρία, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή και ο φωτισμός του τεχνικός (λόγω νύκτας) αλλά επαρκής, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η ορατότητα των διερχομένων οδηγών απεριόριστη. 3) Η μορφή της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, η οποία περιγράφεται ως μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη των αξιοποίνων αποτελεσμάτων). 4) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω αμελούς περί την οδήγηση συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, και υποχρέου λόγω της ως άνω ιδιότητάς του [βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων] στην καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής στην οδήγηση του ως άνω οχήματός του, και των επελθόντων αποτελεσμάτων, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τόσο ο θάνατος της Α.
Κ. όσο και ο βαρύς τραυματισμός της Χ. Π. είναι απότοκος της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, ενόψει ότι από το προπεριγραφόμενο ατύχημα προκλήθηκε ο βαρύτατος τραυματισμός αμφοτέρων που για την πρώτη [Α. Κ.], ήταν η μόνη ενεργός αιτία του μετέπειτα θανάτου της. 5) Η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου για το ατύχημα, ανεξαρτήτως της αναφερόμενης συνυπαιτιότητας της ως άνω θανούσας οδηγού (Α.
Κ.), συνισταμένης στο ότι και η ίδια είχε παραβιάσει τον επί της πορείας της φωτεινό ερυθρό σηματοδότη, εκτιμώντας ότι κινούμενη με μικρή ταχύτητα θα μπορούσε να εισέλθει με ασφάλεια στην προαναφερόμενη διασταύρωση και διασχίζοντας αυτήν να συνεχίσει την πορεία της προς ..., ελέγχοντας εν κινήσει την οδό.
Πλην όμως, η ύπαρξη της ως άνω συνυπαιτιότητας της θανούσας στην επέλευση του ατυχήματος, δεν αναιρεί την αμέλεια του κατηγορούμενου και την ποινική του ευθύνη, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη, μόνο η αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ενέργειας του δράστη και του αποτελέσματος.
Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, ήτοι ανώμοτη κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, μεταξύ των οποίων οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης από .../2016 του Ι.
Α. και από .../2016 των Δ. Π. και Α. Μ., οι από .../2016 εκθέσεις ένορκης κατάθεσης κατά την προδικασία των μαρτύρων Ο. Λ. και Β. Λ., η με αρ. κατ. ...-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Π., η από .../2016 έκθεση του τεχνικού συμβούλου Β. Λ., η από .../2019 τεχνική έκθεση του Ε. Κ. και η από .../2019 τεχνική έκθεση των Γ. Σ. και Ε. Τ., από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση για τον αναιρεσείοντα, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται στην απόφαση τι προέκυψε ξεχωριστά από καθένα αποδεικτικό μέσο, ούτε να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, που εισφέρθηκαν κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα εξ αυτών δεν συνεπάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Οι ειδικότερες αναιρετικές αιτιάσεις,αναφορικά με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο της ουσίας, με τις οποίες ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με αυθαίρετες παραδοχές κατέληξε σε αντίθετη δικανική πεποίθηση από τα πορίσματα που προκύπτουν από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Δ.
Π., αλλά και από τις εκθέσεις των τεχνικών του συμβούλων, Ε. Κ. και Β. Λ., και τον καταδίκασε για τις ένδικες πράξεις, λεκτέα τα ακόλουθα: Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναγνωσθείσες από ...-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Π. και οι από ...-2019 και από ...-2018 εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος, Ε.
Κ. και Β. Λ., αντίστοιχα, δεν διενεργήθηκαν στα πλαίσια της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε για την ένδικη υπόθεση και της ποινικής διαδικασίας που επακολούθησε, αλλά, όπως διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόκειται για πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε δυνάμει της υπ' αρ. 546/2018 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και για εκθέσεις που συνέταξαν οι ορισθέντες από τον αναιρεσείοντα ως άνω τεχνικοί σύμβουλοι, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας πολιτικής δίκης που σχετίζεται με τις ένδικες πράξεις του αναιρεσείοντος.
Ως εκ τούτου δε, οι επίμαχες εκθέσεις (πραγματογνωμοσύνης και τεχνικών συμβούλων) δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ιδίου Κώδικα, και συνεπώς, αυτές όπως και τα πορίσματά τους λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται από το Δικαστήριο της ουσίας ως απλά έγγραφα, προερχόμενα από την σχετιζόμενη με τις ένδικες αξιόποινες πράξεις πολιτική υπόθεση και δεν είναι αναγκαίο, ούτε να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα πραγματογνωμοσύνης, ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για την αποδοχή ή μη αποδοχή των πορισμάτων τους.
Συνακόλουθα, οι ανωτέρω εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι με αυθαίρετες παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα ως προς την ενοχή του από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις ως άνω εκθέσεις τεχνικών συμβούλων, είναι αβάσιμες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος. Οι δε εκτιθέμενες λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον ίδιο (2ο) αναιρετικό λόγο και αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών αυτού, που κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, ως και υπόλοιπες αιτιάσεις που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του, αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του για τις ως άνω ένδικες πράξεις και αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην αντίστοιχη νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και προβάλλονται απαραδέκτως, καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας την οποία επιχειρεί ο αναιρεσείων ανεπιτρέπτως να πλήξη με την επίφαση και το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 578 παρ.1 Κ.Π.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. εκθ.κατ. 2/2024 από 13-2-2024 αίτηση του Β. Ι. του Μ. για αναίρεση της υπ' αρ. 247/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Ιωαννίνων.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Αυγούστου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ