1027/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1027/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Full text
Απόφαση 1027 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1027/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γερασίμου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2010 κύρια παρέμβαση - αγωγή και την από 12/7/2010 κύρια παρέμβαση - πλαγιαστική αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 7/7/2006 αγωγή και την από 17/7/2006 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 25/1/2012 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 4247/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3446/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/7/2020 αίτησή της και τους από 10/9/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 88/2020 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την πλαγιαστική αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην ασφαλισμένη της το ποσό των 430.000 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 10-9-2021 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναιρέσεως, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 478/1981), πρέπει δε να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτών των λόγων.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, 1819/2014).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1438/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αιτίας που προκάλεσε τη ζημιογόνο πυρκαγιά, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από αναμμένο τσιγάρο που είχε αφήσει από αμέλεια ο εργάτης Ν.
Δ., αφού προηγουμένως δέχθηκε ότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε μισή ώρα αργότερα, αφότου ο ως άνω εργάτης φέρεται να ξέχασε το αναμμένο τσιγάρο και ότι δεν διαπιστώθηκαν βραχυκυκλώματα ή άλλα τεχνικά προβλήματα, χωρίς να προκύπτει ότι κάποιες πρόχειρες μικροπαρεμβάσεις που ενδεχομένως να είχαν γίνει στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις μπορούσαν να προκαλέσουν βραχυκύκλωμα στην αποθήκη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ποιος ο πραγματικός ισχυρισμός (ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561αρθμ.1ΚΠολΔ). Η ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 536/2011, ΑΠ 554/1995, ΑΠ 1316/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το επικουρικό σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη πλαγιαστική αγωγή λόγω της αοριστίας της ως προς το στοιχείο της αδράνειας της εταιρείας, της ασφαλισμένης στην πλαγιαστικώς εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και στο ότι απαραδέκτως δέχθηκε τον ισχυρισμό που πρότεινε το πρώτον στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη περί συνδρομής του στοιχείου της αδράνειας λόγω μη προσκομιδής του δικαστικού ενσήμου κατά τη συζήτηση της πλαγιαστικής αγωγής.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα είχε προτείνει τον ισχυρισμό της περί απαραδέκτου της πλαγιαστικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προσδιορίζοντας τον τρόπο προτάσεώς του και ότι τον επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, ούτε εκτίθεται ότι πρότεινε στο Εφετείο το απαράδεκτο του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, προσδιορίζοντας τον τρόπο προτάσεώς του, ώστε να κριθεί αν ήταν νόμιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: 1) η ανθρώπινη συμπεριφορά, 2) ο παράνομος χαρακτήρας αυτής, 3) η υπαιτιότητα, 4) η επέλευση ζημίας και 5) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Για την έννοια του παρανόμου δεν είναι αναγκαίο η ανθρώπινη συμπεριφορά να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα, αλλά αρκεί ότι αυτή αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και τους σκοπούς του.
Ειδικότερα, το στοιχείο του παρανόμου θεμελιώνεται και σε περίπτωση αντιθέσεως της πράξεως στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του.
Η εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του, κατά τη διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο, εκπληρώσεως της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σε αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σε αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσεως, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσεως προς τον αντιπροσωπευόμενο, με τη χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1198/2009).
Είναι δε αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 290/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη πλαγιαστική αγωγή λόγω της αοριστίας της ως προς τη θεμελίωσή της στην αδικοπραξία και στη σχέση προστήσεως, ισχυρισμό τον οποίο πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της και τον επανέφερε στο Εφετείο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης πλαγιαστικής αγωγής προκύπτει ότι η πλαγιαστικώς ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής: < Ότι ο προστηθείς της εταιρείας ..., Ν. Δ., από βαρεία αμέλειά του εγκατέλειψε αναμμένο τσιγάρο στην αποθήκη της, όπου εργαζόταν, παρότι γνώριζε ότι λόγω των εύφλεκτων υλικών που υπήρχαν εντός του χώρου έπρεπε να αποφύγει την απόρριψη τσιγάρου εντός αυτού, ότι η ως άνω εταιρεία δεν μερίμνησε για τον καθαρισμό της αποθήκης από τα εύφλεκτα υλικά και τα άσχετα με την επισκευή του πλοίου της υλικά και δεν είχε μέτρα προλήψεως και άμεσης κατασβέσεως της πυρκαγιάς, με αποτέλεσμα να επεκταθεί η εκδηλωθείσα πυρκαγιά στο ασφαλισμένο απ' αυτή (πλαγιαστικώς ενάγουσα) σκάφος.
Ότι για την πρόκληση και επέκταση της πυρκαγιάς και τις επελθούσες ζημίες αποκλειστικά υπαίτιοι είναι η ως άνω εταιρεία και ο προστηθείς αυτής Ν. Δ., ότι οι πράξεις και παραλείψεις τους είναι παράνομες και τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την καταστροφή του ασφαλισμένου σκάφους.... Ότι η ως άνω εταιρεία αδρανεί να ασκήσει τις αξιώσεις της εναντίον της πλαγιαστικώς εναγομένης, στην οποία είναι ασφαλισμένη και γι'αυτό πρέπει να υποχρεωθεί η πλαγιαστικώς εναγομένη να καταβάλει στην ασφαλισμένη της το ποσό των 475.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε αυτή (πλαγιαστικώς ενάγουσα) στην ασφαλισμένη της για την ένδικη ζημία >.
Με αυτό το περιεχόμενο η πλαγιαστική αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της στοιχεία, που συγκροτούν την εκ της προστήσεως και αδικοπραξίας βάση της. Ειδικότερα εκτίθενται σ' αυτή η σχέση προστήσεως μεταξύ της εταιρείας ... και του εργαζόμενου Ν. Δ., η παράνομη πράξη του προστηθέντος κατά την εκτέλεση των εργασιών που του είχε αναθέσει η ως άνω προστήσασα, η υπαιτιότητα αυτού (αμέλεια), ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξεως του προστηθέντος και της επελθούσης ζημίας, οι παράνομες παραλείψεις της ως άνω εταιρείας, η υπαιτιότητα των προστηθέντων αυτής και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτών των παραλείψεων και της επελθούσης ζημίας.
Το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την ένδικη πλαγιαστική αγωγή, ως περιέχουσα πλήρη έκθεση όλων των περιστατικών που γεννούν το επίδικο δικαίωμα και δη την εξ αδικοπραξίας και προστήσεως ευθύνη της εταιρείας ..., δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου αυτής λόγω αοριστίας.
Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι από τον αρθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ ως προς την έννοια της αδράνειας, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η δικονομική συμπεριφορά της μη καταβολής δικαστικού ενσήμου από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ...
για την παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ... και ήδη αναιρεσείουσας, παρότι ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά προς τούτο από τη γραμματέα του δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να δικασθεί ερήμην και να απορριφθεί η αγωγή της, συνιστά ηθελημένη αδράνεια να ασκήσει το δικαίωμά της να λάβει την ασφαλιστική αποζημίωση από την ασφαλιστική της εταιρεία, καθώς από την εκκαλουμένη απόφαση αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της πλαγιαστικής αγωγής η ως άνω εταιρεία παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως ήταν επιλογή της να μην πληρώσει το δικαστικό ένσημο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου περί την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 72 ΚΠολΔ, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός (ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αρθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
O λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα, και εντούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας λ.χ. με τη λήψη στοιχείων εκτός συμβάσεως, τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων.
Μόνη όμως η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προέβη στην ερμηνεία της συμβάσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 335/2004).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας παραβάσεως των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπληρώσεως της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως και υπόκειται στο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 788/2018, ΑΠ 1665/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρiθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, καθόσον το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, μετά από ερμηνεία της ασφαλιστικής συμβάσεως, ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνημένος περιορισμός της ασφαλιστικής ευθύνης της πλαγιαστικώς εναγομένης στο ποσό του 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ για την κάλυψη της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης της εταιρείας ..., δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως επί του ως άνω ζητήματος, οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως από τις οποίες να προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια ως προς τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει στη σύμβαση με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ως άνω κανόνων.
Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 602/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρiθμ. 1β ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με τη μη εφαρμογή τους, καταλήγοντας στο εσφαλμένο πόρισμα ότι η ένδικη πυρκαγιά εκδηλώθηκε στις 13.30 μμ, προκληθείσα από αναμμένο τσιγάρο που είχε ξεχαστεί στις 13.00 μμ, ενώ σύμφωνα με τις αρχές της φυσικής ένα τσιγάρο που απορρίπτεται αναμμένο στις 13.00μμ, είναι απολύτως βέβαιο ότι έχει σβήσει πολύ πριν τις 13.30 μμ.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε τι συνίσταται η παραβίαση και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας και η κατά την αναιρεσείουσα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε.
Και, σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από την αναιρεσείουσα. Η περιεχόμενη στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το γεγονός ότι από το αναμμένο τσιγάρο που ξεχάστηκε στις 13.00 μμ προκλήθηκε πυρκαγιά μισή ώρα μετά, στις 13.30 μμ, αναφέρεται αποκλειστικά στην περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται , όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016 , 23/2008, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο και έβδομο πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος τους, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση και ειδικότερα :
α) την από 28-2-2002 εξοφλητική απόδειξη, από την οποία προκύπτει η εταιρεία ... έχει εξοφληθεί και δεν έχει απαίτηση κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) από το ένδικο συμβάν, β) την από 20-9-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Α. Κ., Μ. Θ., Η. Μ., γ) την από 21-12-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Μ. και δ) την από 1-2-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ.
Ρ.. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται ρητή αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, και τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης των Κ., Θ., που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λαυρίου και οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις των ανωτέρω Δ.
Ρ. και Γ. Μ., αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα ως άνω έγγραφα, που φέρονται ως αγνοηθέντα. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αρθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί, για τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επίσης για το ορισμένο του λόγου, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 566 και 118 αρ.4 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα "πράγματα" και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 841/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εξοφλήσεως της ασφαλισμένης της εταιρείας ..., που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός και επαναφέρθηκε, νόμιμα στο Εφετείο, ώστε να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).
Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να προκύπτει ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 1573/2006).
Με το τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω πρόσθετου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 28-2-2002 εξοφλητικής αποδείξεως, την οποία προσκόμισε μετ' επικλήσεως η αναιρεσείουσα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο της φερόμενης ως παραμορφωθείσης αποδείξεως, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό από την πληττόμενη απόφαση, το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο στηριχθέν αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο.
Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και επικουρικά ότι την παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεχόμενο εσφαλμένα την ύπαρξη σχέσεως προστήσεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου περί την εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ποιος ο πραγματικός ισχυρισμός (ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, ως εν προκειμένω, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αρθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 10 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα ''πράγματα'' αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1226/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ότι ο εργαζόμενος Ν.
Δ. ήταν προστηθείς της εταιρείας ... και απασχολείτο στην κατασκευή του σκάφους της, ότι αυτή διατηρούσε τον έλεγχο του έργου και ως προστήσασα του επιβλέποντος μηχανικού και των εργολάβων που πραγματοποιούσαν τις επιμέρους εργασίες, τους καθοδηγούσε, ευθυνόμενη για τις αδικοπραξίες των προστηθέντων της ή και των υποπροστηθέντων της , όπως του Ν.Δ., από αποκλειστικό πταίσμα του οποίου προκλήθηκε η ένδικη πυρκαγιά.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις νομίμως δοθείσες και προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τα αντίγραφα της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας για την πράξη του εμπρησμού από αμέλεια και όλα τα έγγραφα που νόμιμα μετ' επικλήσεως προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία εκτίμησε είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις των Δ.Ρ και Γ.Μ και καταθέσεις μαρτύρων από άλλες πολιτικές δίκες από διαφορές που προέκυψαν από το ίδιο επίδικο συμβάν και τις εκδοθείσες αποφάσεις που εκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια.
Mε τον έβδομο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι η ένδικη πυρκαγιά, συνεπεία της οποίας καταστράφηκε ολοσχερώς το σκάφος A., προκλήθηκε από αναμμένο τσιγάρο, όπως αποδεικνύεται από την από 20-9-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, πράγμα, όμως, που δεν αποδεικνύεται από αυτό το αποδεικτικό μέσο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2020 αίτηση και τους από 10-9-2021 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αρθμ. 88/2020 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ