Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of tort claim for failure to state facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of a tort claim filed by Eurobank Ergasias. The bank argued that the lower court erred in law by rejecting the claim based on unjust enrichment without properly examining the alleged tortious facts. The court found that the lower court violated substantive law by failing to consider the plaintiff's specific factual allegations regarding the tort, rendering the dismissal legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 919, 904 of the Civil Code; The lower court violates substantive law by failing to examine the factual basis of the claim when dismissing it as inadmissible without considering the plaintiff's specific allegations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1027 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK ERGASIAS», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.» η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Σ., 2) Φ. συζύγου Μ. Μ., κατοίκων ... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Χατζησταύρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.05.2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31217/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1242/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14.06.2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 1242/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την 01.07.2011 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 31217/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε απορρίψει την από 21.05.2009 αγωγή της, εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως μη νόμιμη, τόσο κατά τη στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις κύρια βάση της, όσο και κατά τη σωρευόμενη επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, «όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, (δ) πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1115/2015, ΑΠ 50/2002).
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, ήτοι τη συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις.
Επίσης, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (ΑΠ 1494/2008, ΑΠ 1563/2012).
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, την δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1420/2007, ΑΠ 1115/2015, ΑΠ 93/2016).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της ΑΚ 914, επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευόμενου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας. Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι οι εξής:
1. Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει, όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο.
2. Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημιάς, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλ’ αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν.
3. Να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον.
4. Να υπάρχει μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, η επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 137/2005, ΑΠ 864/2014).
Συνεπώς, κύριο χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης αδικοπραξίας του 919 ΑΚ είναι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 10/1991),σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού, έστω και θεμιτού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων (ΟλΑΠ 396/1975). Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του ζημιωθέντος, για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική, αναλογική σχέση (ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1385/2013).
Επιπλέον, στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Περίπτωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, είναι και εκείνη, κατά την οποία κάποιος, με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ματαιώνει την ελπίδα ή την πιθανότητα άλλου για την απόκτηση δικαιώματος ή κάποιου αγαθού, ενώ δικαιούχος της αποζημιώσεως δεν είναι ο οποιοσδήποτε που ζημιώθηκε από την «από πρόθεση» ανήθικη συμπεριφορά του δράστη, αλλά μόνο εκείνος, έναντι ακριβώς του (ή και του) οποίου η συμπεριφορά του ζημιώσαντος αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο οποίος έτσι είναι και ο αμέσως ζημιωθείς.
Έτσι, προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (ΟλΑΠ 398/75).
Ωστόσο, η εφαρμογή της ΑΚ 919 δεν εμποδίζεται, όταν στην αγωγή η πρόκληση της ζημίας δεν χαρακτηρίζεται ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, αλλά για την κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ πληρότητα της σχετικής αγωγής πρέπει αυτή να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία καλύπτουν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καταφάσκουν προς το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ και συγκεκριμένα θα πρέπει στο αγωγικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται προς δικαστική κρίση η σχετική αξίωση, να αναφέρονται τα κίνητρα και ο σκοπός του υποκειμένου, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού αυτού, καθώς και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 1678/2001, ΑΠ 1298/2006, ΑΠ 488/2010, ΑΠ 864/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α’ ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β’ της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από λήπτη που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Κατά την άνω διάταξη προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: (α) ο πλουτισμός του υποχρέου, (β) επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, (γ) αιτιώδεις συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και (δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπάρχει περίπτωση πλουτισμού και όταν η περιουσιακή ωφέλεια του λήπτη δεν προέρχεται μεν από την περιουσία του δότη, αλλά με τη λήψη επέρχεται (ο πλουτισμός) με ζημία τρίτου, με τη μορφή της δημιουργίας απαίτησης του δότη κατά του τρίτου προς αναζήτηση εκείνου που κατέβαλε ο δότης στον λήπτη και έτσι δημιουργείται παθητικό στην περιουσία τρίτου.
Επίσης, από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. (ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1773/2007, ΑΠ 16/2008).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όταν δηλαδή η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις), όπως η έλλειψη στοιχείων της αδικοπραξίας, θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 1468/2010).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 881/2010).
Παράλληλα, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την κυριαρχική από εκείνο εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 449/2014).
[III] Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από 21.05.2009 αγωγή της, παραδεκτώς επισκοπούμενη, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για την βασιμότητα των προβαλλόμενων αναιρετικών λόγων, η αναιρεσείουσα ανέφερε τα εξής:
Ότι δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../26-5-2006 και .../23-3-2005 συμβάσεων στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου και του παραρτήματος 1 τούτων, που καταρτίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, χορήγησε στους εναγόμενους αναιρεσίβλητους δάνεια συνολικού ποσού 120.000 και 100.000 ευρώ αντίστοιχα, υπό τους αναφερόμενους σε αυτές όρους και συμφωνίες.
Ότι οι εναγόμενοι – αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε συμφωνία με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για αναχρηματοδότηση των ως άνω στεγαστικών δανείων και σε υλοποίηση της συμφωνίας αυτής, η Εθνική Τράπεζα στις 27.09.2007 απέστειλε στην Τράπεζά τα, μέσω του διατραπεζικού συστήματος «DIASTRANSFER», (α) το με αριθμ. ... έμβασμα ποσού ευρώ 99.500 και (β) το με αριθμ. ...
έμβασμα ποσού ευρώ 117,300. Ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά και συνολικά 216.800 ευρώ στάλθηκαν στην Τράπεζά της, προς πίστωση των τηρούμενων δανειακών λογαριασμών των εναγομένων – αναιρεσιβλήτων και εν συνεχεία εξόφληση των εκ των χορηγηθέντων δύο στεγαστικών δανείων απαιτήσεων της Τράπεζάς της σε βάρος των αντιδίκων της πιστώθηκαν δε στο με αριθμ. ...
κοινό καταθετικό λογαριασμό των τελευταίων, που τηρείται στο Υποκατάστημα ... Θεσσαλονίκης της Τράπεζάς της, (αναλυτικότερα 99.500 ευρώ στις 01.10.2007 και 117.300 ευρώ στις 02.10.2007), πλήν όμως, ενώ ανέμενε εντολή των εναγομένων να προβεί στην εξόφληση των εναγομένων να προβεί στην εξόφληση των δανείων τους, αυτοί, όλως παρανόμως και αδικαιολογήτως, ανέλαβαν τμηματικά το ποσό των 180.320,92 ευρώ, όπως ειδικότερα εμφαίνεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού τους, κατά το χρονικό διάστημα από 12.11.2007 έως 21.02.2008 και επιπλέον ένα ποσό της τάξεως 13.291,17 ευρώ κατευθύνθηκε σε οφειλές των εναγομένων, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην κίνηση του λογαριασμού που διαλαμβάνεται στην αγωγή.
Ότι από τις ως άνω κινήσεις συνάγεται πως οι εναγόμενοι από την επομένη της κατάθεσης του πρώτου εμβάσματος της Εθνικής Τράπεζας στο λογαριασμό τους, ήτοι από τη 02.10.2007 και μέχρι 21.02.2008, προέβαιναν σχεδόν καθημερινά σε αναλήψεις μικρών ποσών δολίως, προκειμένου να μην κινήσουν τις υποψίες της Τράπεζας, με συνέπεια, εκτός της ζημίας που επέφεραν αυτοί (εναγόμενοι) στην Τράπεζα της δια της εκ μέρους της πίστωσης του κοινού καταθετικού λογαριασμού τους, ο οποίος προοριζόταν για την εξυπηρέτηση του δανείου, να καταστούν σε βάρος της Τράπεζάς της πλουσιότεροι κατά το κατατεθέν ποσό των 216.800 ευρώ, χωρίς νόμιμη αιτία, προβαίνοντας περαιτέρω στην ανάληψη του ποσού των 180.320,92 ευρώ και δή σταδιακά με διαδοχικές αναλήψεις κατά το χρονικό διάστημα από 02.10.2007 έως 21.02.2008, όπως εμφαίνεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού τους, επειδή το υπόλοιπο ποσό των 35.679,08 ευρώ «δεσμεύτηκε» από την Τράπεζα και δεν πρόλαβαν να το αναλάβουν.
Ότι οι εναγόμενοι ενεργώντας υπαιτίως, καθόσον γνώριζαν ότι τα εν λόγω χρηματικά ποσά είχαν σκοπό και προορίζονταν για την εξόφληση των σε βάρος τους απαιτήσεως της Τράπεζας, που απορρέουν από τις ρηθείσες συμβάσεις στεγαστικού δανείου, ματαίωσαν εκ προθέσεως το σκοπό αυτό, με την ως άνω περιγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, περιλαμβάνοντας στην αγωγή την κίνηση του ως άνω καταθετικού λογαριασμού τους, από την οποία φαίνονται οι καταθέσεις των 99.500 και 117.300 ευρώ, (προϊόν εμβασμάτων της Εθνικής), αλλά και οι μετέπειτα εκ μέρους τους αναλήψεις.
Ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με το από 29.02.2008 έγγραφο προς την Τράπεζά της, ζήτησε να της αποστείλει βεβαιώσεις ολοσχερούς εξόφλησης των ως άνω δανείων της, πλην όμως, εξαιτίας της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς των εναγομένων, ήταν αδύνατο να χορηγήσει τέτοια βεβαίωση, αφού τα δάνεια αυτά δεν είχαν εξοφληθεί και έπρεπε να επιστρέψει το ποσό των 216.000 ευρώ στην εθνική Τράπεζα.
Ότι πράγματι, στις 24.03.2009 το ποσό των εμβασμάτων, ήτοι το ποσό των 216.800 ευρώ, επιστράφηκε στην Εθνική Τράπεζα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία των 216.000 ευρώ, δεδομένου ότι τούτο ήταν το ποσό, που η ίδια ζημιώθηκε, αφού αναγκάστηκε εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων, να το επιστρέψει στην Εθνική Τράπεζα, και οι εναγόμενοι εισέπραξαν παράνομα από τον λογαριασμό τους το ποσό των 180.320,92 ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσό των 35.679,08 ευρώ παραμένει κατατεθιμένο στο λογαριασμό τους, δεσμευμένο μεν, αλλά χωρίς να έχει τη δυνατότητα είσπραξή του λόγω ελλείψεως σχετικού τίτλου.
Ισχυριζόμενη περαιτέρω η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, ότι η ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων, που είχε σαν αποτέλεσμα, αφ’ ενός μεν την μη εξόφληση των δανείων τους και αφετέρου την επιπλέον ζημία που υπέστη με την επιστροφή του ποσού των 216.000 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική τους ευθύνη κατά τα άρθρα 914 επ.
ΑΚ, αφού εν γνώσει τους και άρα υπαιτίως ανέλαβαν χρήματα, που δεν τους ανήκουν, γνωρίζοντας επίσης ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς τους αυτής η Τράπεζα της θα ζημιωνόταν με το ποσό των 216.000 ευρώ και επομένως, θεμελιώνεται δικαίωμά της να αποζημιωθεί για τη ζημία αυτής, που έχει υποστεί, δεδομένου ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας της και ότι επικουρικά οι εναγόμενοι, χωρίς νόμιμα αιτία, κατέστησαν σε βάρος της πλουσιότεροι και επί ζημία της κατά το ανωτέρω συνολικό ποσό που πιστώθηκε κατά τα προεκτεθέντα στον υπ’ αριθμ. ...
κοινό καταθετικό λογαριασμό τους, που τηρείται στο Υποκατάστημα ... Θεσσαλονίκης της Τράπεζάς της και υποχρεούνται να της αποδώσουν την ωφέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματός της, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο έκαστος, το ποσό των 180.320,92 ευρώ, που αντιπροσωπεύει τη ζημία της για τους προαναφερόμενους λόγους, άλλως γιατί κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι κατά τούτο.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, τόσο κατά την κύρια από αδικοπραξία βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 926, 297, 298 ΑΚ, όσο και κατά την επικουρική περί αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, αφού η τελευταία στηρίζεται σε διαφορετικά εν μέρει περιστατικά από αυτά της κύριας αγωγικής βάσης και ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν απαιτείται για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό το στοιχείο της υπαιτιότητας των εναγομένων, που αδικαιολόγητα πλούτισαν, το οποίο αντίθετα είναι αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης τους, ενόψει και του ότι ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας αγωγικής βάσης εξ αδικοπραξίας (ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1468/2010).
Επομένως το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι μη νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της (κύρια και επικουρική), με τις αιτιολογίες ότι «αναφορικά με την κύρια εκ της αδικοπραξίας βάση της τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά και αν υποτεθούν αληθινά, δεν δύναται να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ [...] αναφορικά δε με την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα της επικαλούμενης αδικοπραξίας», υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 904 ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη του τους περιεχόμενους στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής θεμελιωτικούς των αντίστοιχων αξιώσεων της αναιρεσείουσας ισχυρισμούς, που προαναφέρθηκαν, όπως βασίμως υποστηρίζει η τελευταία στους πρώτο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησής της, οι οποίοι, ενόψει των εκτεθέντων, κρίνονται βάσιμοι.
Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε. Παρέπεται ότι ο αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έκρινε την αγωγή μη νόμιμη (ΑΠ 5/2001).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
[IV] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 1242/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει), να διαταχθεί δε η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμα αίτημά της (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1242/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η
Πρόεδρος του
Αρείου Πάγου ως
Προϊστάμενη Του
καθόσον ο διευθύνων
τη συζήτηση και όλα τα
μέλη του Δικαστηρίου που
αναφέρονται στην αρχή
της παρούσης
Έπαψαν να είναι
τοποθετημένα στο Δικαστήριο
τούτο λόγω συνταξιοδότησης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ