1027/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1027/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1027 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1027/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που κατοικοεδρεύει στην … και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "E.F.G. Eurobank Ergasias ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5528/2017 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-9-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 30 παράγραφοι 1 και 3 Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην περιέχοντος δε:
α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ. 1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέσει εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α)...Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαντήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως... (παρ. 3 εδ.α).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 Α Κ.Ε.Δ.Ε., όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 67 ν. 3842/2010 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο Α υπό παρ.2 άρθρου τρίτου Ν. 4254 (ΦΕΚ Α 85/07.04.2014, "Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου.
Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση.
Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Για ΚΕΔΕ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 του ν. 4170/2013 ορίζεται ότι:" Προκειμένου ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, οι κοινοποιήσεις τόσο του κατασχετηρίου όσο και της δήλωσης του άρθρου 32 με το πιο πάνω παραστατικό, ενεργούνται μέσω μοναδικών διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο ασφαλή και ορίζονται από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση.
Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής του από το πιστωτικό ίδρυμα, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από αυτό. Η επίδοση της δήλωσης του άρθρου 32 θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής της, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο.
Οι ως άνω βεβαιώσεις είτε θα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.3979/2011 είτε θα είναι κρυπτογραφημένες και θα φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή του εξυπηρετητή τους..Η διέλευση των δεδομένων δια των ως άνω διαμετακομιστικών κόμβων εξαιρείται τόσο από την υποχρέωση γνωστοποίησης ενημέρωσης και λήψης συγκατάθεσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6,11 και 5 του ν.2472/1997, ως εκάστοτε ισχύουν όσο και από την εφαρμογή των διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου, όπως εκάστοτε ισχύουν".
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι ανωτέρω, κατά περίπτωση, μοναδικοί διαμετακομιστικοί κόμβοι και η διαδικασία της γνωστοποίησης τους από τα μέρη, το υποχρεωτικό περιεχόμενο των κοινοποιούμενων κατασχετηρίων και υποβαλλόμενων δηλώσεων, ως και οι όροι ταυτοποίησης τους, τα χρονικά περιθώρια αποστολής και παραλαβής τους, οι όροι και οι προϋποθέσεις ασφαλείας και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου 2.
Τα κατασχεθέντα ποσά αποδίδονται είτε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα Ελλάδος είτε στη υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση της προηγούμενης παραγράφου.... 4.
Η διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου τίθεται σε πλήρη λειτουργία εξήντα ημέρες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε καθίσταται υποχρεωτική για τους φορείς του Δημοσίου, οι οποίοι μπορούν να εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 30Α του ν.δ. 356/1974 μόνο στις περιπτώσεις που για λόγους ανωτέρας βίας αποκλείεται η ηλεκτρονική επικοινωνία της παραγράφου 1 του παρόντος".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.1 εδ. α ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτε ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου χρήματα ή και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών, λόγω υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή από άλλο νόμιμο λόγο, οφείλει να δηλώσει αυτό, εντός 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου.
Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή διαμονής του τρίτου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, την οποία αποστέλλει στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες.
Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άνω άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, εκδόθηκε η ΠΟΔ με αριθμό 1257/2013 στην οποία, μεταξύ άλλων, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 2. Περιγραφή της διαδικασίας γνωστοποίησης. 1. Η διαδικασία αφορά στην ολοκληρωμένη υλοποίηση των διατάξεων των άρθρων 30 Α και 30 Β του ΚΕΔΕ ήτοι στην κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και δήλωσης των τελευταίων με ηλεκτρονικά μέσα καθώς και στην απόδοση από μέρους τους των τυχόν κατασχεθέντων ποσών. 2.
Η αρμόδια κατά τα ανωτέρω υπηρεσία φορολογικής διοίκησης και μέσω του κόμβου Υ.Ο. αποστέλλει κατασχετήριο αίτημα ηλεκτρονικά μέσω μηνυμάτων (το περιεχόμενο των οποίων ορίζεται στο άρθρο 3) προς τον κόμβο Π.Ι, ο οποίος το παραλαμβάνει και το προωθεί αυτόματα και χωρίς καμία επεξεργασία προς το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο απευθύνεται. 3.... 4....", "Άρθρο 3.
Περιεχόμενο ηλεκτρονικά κοινοποιούμενου κατασχετηρίου. 1. Το ηλεκτρονικό κατασχετήριο αποτελείται από το εξωτερικό και εσωτερικό μήνυμα: Α) το εξωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο από τον κόμβο Υ.Ο. και τον κόμβο Π.Ι. και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία... Β) το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο αποκλειστικά από το πιστωτικό ίδρυμα και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: i τα μοναδικά στοιχεία ειδικού πρωτοκόλλου κόμβου Υ.Ο. (αριθμός και ημερομηνία), ii.
τη χρονοσήμανση του κόμβου Υ.Ο., iii. Τον μοναδικό 3ψήφιο κωδικό αριθμό πιστωτικού ιδρύματος Κ.Α.Π.Ι. (από τον πίνακα τιμών ... που μοναδικά σχετίζεται με το υπόχρεο πρόσωπο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση , iv. Τα στοιχεία πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ. (αριθμός και ημερομηνία), ν. Τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ.
Δ.Ο.Υ., Έτος,
Αριθμός), vi. Τον ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο,vii. Ειδικότερα στοιχεία του ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο (ενδεικτικά αναφέρονται επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, επωνυμία), viii. Συνολικό ποσό κατασχετηρίου, Ταυτότητα οφειλής κατασχετηρίου, ix. Ταυτότητα Οφειλής Κατασχετηρίου (ΤΟΚ) που συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα χρεών του κατασχετηρίου. Το παραπάνω εσωτερικό ηλεκτρικό μήνυμα υπογράφεται ψηφιακά με προηγμένη ψηφιακή υπογραφή κατά την έννοια της παραγράφου 1 και 3 του Ν.3979/2011 (ΦΕΚ ΑΊ38) από τον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας, χρονοσημαίνεται με έμπιστη χρονοσήμανση από Εθνικό Πάροχο Χρονοσήμανσης και κρυπτογραφείται".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείο με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού.
Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ). Το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. και άρθρο 1 αριθ.4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.
Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία του κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ.1 του Ν. 3842/2010), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 139/2018, ΑΠ1941/2017).
Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Λ ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ).
Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου.
Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, τη σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 256/2011). Ετσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 825/2018).
Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχεθέντος (985 παρ.3 εδ, β' ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειομένης και της σωρεύσεως, στο αυτό δικόγραφο της ανακοπής, της περί αποζημιώσεως, ως άνω εκ του άρθρου 985 παρ.3 αγωγής (986 εδ.β) (ΑΠ 1386/2019).
Ειδικότερα, η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν λόγω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011).
Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρο 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.
Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του υρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 1386/2019, ΑΠ500/2018, ΑΠ663/2017).
Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, ειδικά, η κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και η δήλωση (κατά το άρθρο 32) αυτών πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω ανταλλαγής κρυπτογραφημένων και ψηφιακά υπογεγραμμένων μηνυμάτων, κατ' εφαρμογή των άρθρων 30 Α και 30 Β του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων), και όχι με τη συνήθη, μη ηλεκτρονική, έντυπη διαδικασία.
Ουσιαστικά, δηλαδή, δεν πρόκειται για σύνταξη ενός ξεχωριστού ηλεκτρονικού κατασχετηρίου, αλλά, απλώς, προβλέπεται ιδιαίτερος, ηλεκτρονικός, τρόπος κοινοποίησης του νομίμως συνταχθέντος κατασχετηρίου εγγράφου, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, πρέπει να περιέχει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30 του ΚΕΔΕ στοιχεία.
Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, ο τρόπος αυτός κοινοποίησης του κατασχετηρίου συμφωνήθηκε από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως αυτά εκπροσωπήθηκαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση.
Επομένως, δεν κοινοποιείται στο πιστωτικό ίδρυμα το πλήρες περιεχόμενο του έντυπου κατασχετηρίου, αλλά γνωστοποιούνται σ' αυτό μόνο τα συγκεκριμένα εκείνα στοιχεία που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4-12-2013 και είναι μηχανογραφικά και επί το πλείστον κωδικοποιημένα, περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ.
Δ.Ο.Υ., Έτος,
Αριθμός) καθώς και το συνολικό ποσό του κατασχετηρίου. Εξάλλου, η κατάθεση χρημάτων σε πιστωτικό ίδρυμα φέρει το χαρακτήρα σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, η λειτουργία της οποίας καθιδρύει σχέση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων, ενώ η εκτέλεση αυτής γίνεται, κατά κανόνα, με πολυάριθμες τμηματικές καταβολές και αναλήψεις, κατά τη βούληση του καταθέτη, που μπορούν να λάβουν χώρα ακόμη και την ίδια μέρα. Ενόψει όλων αυτών, σε περίπτωση επιβολής από το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον το κατασχετήριο αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η εκτέλεση, η δε ηλεκτρονική κοινοποίηση αυτού περιλαμβάνει όλα τα συγκεκριμένα στοιχεία, που έχουν θεσπιστεί, κατά τα ανωτέρω, ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης, η αντίστοιχη δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, μέχρι του ύψους του συνολικού κατασχεθέντος ποσού, έστω και αν στην ηλεκτρονική γνωστοποίηση δεν περιλαμβάνεται κωδικός ενδεικτικός κατάσχεσης μελλοντικών απαιτήσεων (καταθέσεων) του οφειλέτη Δημοσίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος " Η ανώνυμη εταιρεία "... INC" τυγχάνει οφειλέτης του ανακόπτοντος και εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Η οφειλή, συνολικού ύψους 3.197.136,97 ευρώ. προέρχεται από φόρο εισοδήματος, έχει δε βεβαιωθεί με πράξεις της Δ.Ο.Υ. .... Η ανωτέρω οφειλέτιδα του ανακόπτοντος και εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου διατηρούσε στην εφεσίβλητη και καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, στο υποκατάστημα των Πατρών αυτής, το με αριθμό
... λογαριασμό. Το εκκαλούν επέδωσε ηλεκτρονικά στην εφεσίβλητη στις 14-3-2014 το με αρ. πρωτ. Ε.Μ..../14-3-2014 κατασχετήριο του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, με το εξής περιεχόμενο (βλ. σχετικό 8 του εκκαλούντος): "Δ.Ο.Υ. Κατασχετηρίου: Δυνατότητα επιλογής όλων των ΔΟΥ. Κατάσταση: Ολοκληρωμένο. Α/Α κατασχετηρίου: .... Έτος Κατασχετηρίου: 2014. Α.Φ.Μ. Κατασχετηρίου: .... Αρ. Πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ.: Ε.Μ..... Ημ/νια Πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ.: 14/03/2014. Κωδικός Πιστωτικού Ιδρύματος….
Αριθμός Πρωτοκόλλου Ημερολ. ...: ... Ημερομηνία Πρωτοκόλλου Ημερολ. ...: 14/03/2014. Χρονοσήμανση ...: ... Χρονοσήμανση ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (παραλαβή μηνυμ.): .... Χρονοσήμανση ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (παράδοση μηνυμ): .... Χρονοσήμανση παραλαβής (επίδοσης) του μηνύματος… στο Πιστωτικό Ίδρυμα: .... Στάδιο Εγγραφής: Μήνυμα Λάθους: Χωρίς Λάθος. Ένδειξη ...Π: Μη Φυσικό Πρόσωπο. Επωνυμία .... Διακριτικός Τίτλος Νομικού Προσώπου:
Αριθμός ...: Συνολικό Ποσό κατασχετηρίου 3.197.136,97 Ταυτότητα Οφειλής Κατασχετηρίου (...): .........". Στις 24-3-2014 η εφεσίβλητη τράπεζα προέβη εμπροθέσμως, επίσης ηλεκτρονικά, στην δήλωση τρίτου, σύμφωνα με την οποία επ' ονόματι της οφειλέτριας του εκκαλούντος "... INC" υφίσταται ο με αριθμό ... τραπεζικός λογαριασμός, που τηρείται στο υποκατάστημα Πατρών της εφεσίβλητης, στον οποίο - τραπεζικό λογαριασμό - υπήρχε το ποσό των 2.023,14 ευρώ που παρέμενε δεσμευμένο δυνάμει του με αρ.
πρωτ.../2012 εγγράφου της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων περί Διασφάλισης Συμφερόντων του Δημοσίου, ενώ δεν είχε επιβληθεί άλλη κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης που να αφορά την ανωτέρω οφειλέτιδα του εκκαλούντος. Η δήλωση της εφεσίβλητης με το ανωτέρω περιεχόμενο έχει τον χαρακτήρα αρνητικής δήλωσης. Η εφεσίβλητη τρίτη εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση αρνείται να καταβάλει στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο την χρηματική απαίτηση που διαλαμβάνει ότι έχει εις χείρας της.
Περαιτέρω η δήλωση της εφεσίβλητης τρίτης είναι ακριβής - αληθής. Στον τραπεζικό λογαριασμό της οφειλέτιδας του εκκαλούντος που τηρείτο στην εφεσίβλητη τράπεζα υφίστατο κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης [14-3-2014, οπότε και επιδόθηκε ηλεκτρονικά το κατασχετήριο] κατατεθειμένο το (δεσμευμένο από την Δ.Ο.Υ.
Μεγάλων Επιχειρήσεων) ποσό των 2.023,14 ευρώ. Από το παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού, που συνόδευε την δήλωση, προέκυψε ότι στις 17-3-2014, ήτοι τρεις μέρες μετά την ηλεκτρονική επίδοση του κατασχετηρίου, κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό ποσό 70.000 ευρώ, ενώ ακολούθησαν - αυθημερόν - αναλήψεις (αρχικά ποσού 340 ευρώ και εν συνεχεία ποσού 69.391,30 ευρώ), με αποτέλεσμα να παραμείνει κατατεθειμένο ποσό 2.291,84 ευρώ.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ηλεκτρονικού κατασχετηρίου που παρατίθεται ανωτέρω (σχετικό 8 του εκκαλούντος), η επίδικη κατάσχεση δεν περιελάμβανε και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς με δικαιούχο την οφειλέτιδα του εκκαλούντος και κατασχόντος "... INC" (σχετικό αρνητικό ισχυρισμό προέβαλε και η εφεσίβλητη), οπότε η κατ' άρθρο 30 παρ. 3 Κ.Ε.Δ.Ε.
δέσμευση να καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς της οφειλέτριας και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, ήτοι και την δέσμευση του ποσού των 70.000 ευρώ που κατατέθηκε στις 17-3-2014, δηλαδή μετά την επιβληθείσα στις 14-3-2014 κατάσχεση. Στο ηλεκτρονικό κατασχετήριο δεν γίνεται αναφορά περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων της οφειλέτιδας "...
INC" κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, πέραν των προσδιοριστικών στοιχείων του κατασχετηρίου [Α/Α, Α.Φ.Μ., Ημερομηνία Πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ., Έτος, Αρ. Πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ., Κωδικός Πιστωτικού Ιδρύματος, Ημερομηνία Πρωτοκόλλου Ημερολ. ..., Χρονοσήμανση ... Χρονοσήμανση ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (παραλαβή μηνυμ.), Χρονοσήμανση ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (παράδοση μηνυμ.) και Χρονοσήμανση παραλαβής (επίδοσης) του μηνύματος στο Πιστωτικό Ίδρυμα], αναφέρονται η επωνυμία της οφειλέτιδας του εκκαλούντος, το συνολικό ποσό του κατασχετηρίου και η Ταυτότητα Οφειλής του Κατασχετηρίου (...), ενώ ουδεμία μνεία γίνεται για μελλοντικές απαιτήσεις της δικαιούχου των τραπεζικών λογαριασμών οφειλέτιδας "...
INC" κατά του πιστωτικού ιδρύματος, από καταθέσεις που θα λάβουν χώρα μετά το χρόνο της επιβληθείσας κατάσχεσης. Επομένως, πρέπει η ανακοπή του εκκαλούντος, κατά τα αιτήματα αυτής που κρίθηκαν ορισμένα και νόμιμα, να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεδομένου ότι η δήλωση της καθ' ης η ανακοπή και εφεσίβλητης τράπεζας αποδείχθηκε ακριβής - αληθής Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως δέχθηκε την από 18.4.2016 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ανακοπή ως αόριστη, κατά τα αιτήματα που αναφέρονται σε αυτή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 30,30 Α, 30 Β και 32 ΚΕΔΕ καθώς και τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 2 (παρ. 1,2) και 3 της ΠΟΑ 1257/4.12.2013, δεχόμενο ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον δεν είχε προβεί σε κατάσχεση και μελλοντικών απαιτήσεων, με την αιτιολογία ότι τούτο δεν προέκυπτε από τα στοιχεία του επίδικου κατασχετηρίου, τα οποία αποτέλεσαν περιεχόμενο της ηλεκτρονικής επίδοσης αυτού ενώ σε περίπτωση ηλεκτρονικής επίδοσης ενός κατασχετηρίου γνωστοποιούνται στα πιστωτικά ιδρύματα μόνο τα συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΑ 1257/4.12.2013 και είναι μηχανογραφικά, επί το πλείστον κωδικοποιημένα.
Στις ειδικές διατάξεις της παρ. 3 της ΠΟΑ με αριθμό 1257/2013 δεν κρίθηκε αναγκαίο να προβλεφθεί κωδικός για την κατάσχεση ειδικά μελλοντικών απαιτήσεων, μεταξύ των υποχρεωτικών στοιχείων που ορίστηκαν από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και τα εγκατεστημένα στη Χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30Β ΚΕΔΕ , κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 1 τούτου, από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση.
Δεδομένου δε, ότι τα έντυπα-έγγραφα των κατασχετηρίων του Δημοσίου έχουν ενιαία μορφή και περιλαμβάνουν πάγια τη φράση ότι "Κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας όσα οφείλετε ή μέλλει να οφείλετε" (κατά τα λοιπά συμπληρώνονται συνήθως χειρόγραφα), κάθε κατάσχεση του Δημοσίου εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος έχει ως αντικείμενο τόσο τις ενεστώσες κατά το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, όσο και τις μέλλουσες απαιτήσεις.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. I ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.3 και 32 ΚΕΔΕ με την αιτίαση ότι στην επίδικη περίπτωση η δήλωση της αναιρεσίβλητης έπρεπε να διαλαμβάνει ρητή δέσμευση αυτής, ότι εάν στο μέλλον υπάρξει έναντι αυτής απαίτηση της καθ' ης η κατάσχεση εταιρείας από τον προαναφερθέντα τραπεζικό λογαριασμό, αυτή θα δεσμεύεται μέχρι συμπληρώσεως του ποσού της κατασχέσεως. Ο λόγος αυτός, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι ότι έγινε κατάσχεση μέλλουσας απαίτησης, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι " η επίδικη κατάσχεση δεν περιελάμβανε και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς με δικαιούχο την οφειλέτιδα του εκκαλούντος και κατασχόντος "... INC", οπότε η κατ' άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ δέσμευση να καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς της οφειλέτριας και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, ήτοι και τη δέσμευση του ποσού των 70.000 ευρώ που κατατέθηκε στις 17.3.2013, ήτοι μετά την επιβληθείσα στις 14.3.2014 κατάσχεση", τούτο δε επειδή "στο ηλεκτρονικό κατασχετήριο δεν γίνεται αναφορά περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων της οφειλέτιδας "... INC", κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς".
Στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012).
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009). Αίτημα της ανακοπής του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ που εκδικάζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 986 ΚΠολΔ και αντίστοιχα περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης είναι η αναγνώριση της κατασχεθείσας απαίτησης του οφειλέτη-καθ' ου η κατάσχεση, η ακύρωση της ανακριβούς δήλωσης του τρίτου λόγω της ανειλικρίνειάς της και περαιτέρω η καταβολή του ποσού της κατασχεθείσας απαίτησης, ακόμη και μελλοντικής (άρθρο 69 παρ.1 α ΚΠολΔ).
Η αναγνώριση της ανειλικρίνειας της δήλωσης του τρίτου αποτελεί αυτόθροη συνέπεια του αναγνωριστικού χαρακτήρα της ανακοπής και της απόφασης επ' αυτής. Ειδικότερα δε, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης (ΑΠ 259/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 α και ε ΚΠολΔ, επιτρέπεται να ζητηθεί η δικαστική προστασία και: α) αν η παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή συνδέεται με την επέλευση χρονικού σημείου, προτού επέλθει το χρονικό αυτό σημείο, β)-δ)... ε) αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση της αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος...".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Αντίθετα μη νόμιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα τυγχάνουν: 1) Το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η καθ' ης η ανακοπή τρίτη (εφεσίβλητη) οφείλει το ποσό που μέλλει να οφείλει στην οφειλέτιδα του ανακόπτοντος (εκκαλούντος) εταιρεία "...
INC" και το συνεχόμενο με αυτό καταψηφιστικό αίτημα να υποχρεωθεί η καθ' ης η ανακοπή τρίτη (εφεσίβλητη) να καταβάλει στο ανακόπτον (εκκαλούν) το ποσό που μέλλει να οφείλει στην οφειλέτιδα του ανακόπτοντος (εκκαλούντος) ανωτέρω εταιρεία [μερικότερα αιτήματα των υπό στοιχεία Β.β) και Γ.β) αιτημάτων], διότι αντικείμενο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα (που δεν έχει γεννηθεί ακόμα) ή υπό αίρεση ή προθεσμία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης υπάρχει η βασική έννομη σχέση (μίσθωση πράγματος, εταιρία, εντολή, τραπεζικός λογαριασμός κ.λπ.) από την οποία, ως παραγωγό αιτία, απορρέει η μελλοντική απαίτηση και δεν είναι απλώς ενδεχόμενη, αλλά να μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραίτητα και κατά ποσό.
Στην περίπτωση όμως αυτή, ήτοι επί κατάσχεσης μέλλουσας ή υπό αίρεση απαίτησης, το αίτημα της ανακοπής εναντίον της ανακριβούς δήλωσης του τρίτου θα είναι η αναγνώριση της δικαιογόνου αιτίας, δηλαδή της βασικής έννομης σχέσης από την οποία προσδοκάται, σε συνδυασμό με άσκηση ενός άλλου περαιτέρω δικαιώματος του τρίτου, η γένεση της μέλλουσας απαίτησης (τέτοιο αναγνωριστικό της έννομης σχέσης [τραπεζικού λογαριασμού] αίτημα δεν υποβάλλεται με την υπό κρίση ανακοπή) και ανάλογο προς το άνω αίτημα θα είναι και το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης που δέχεται την ουσιαστική βασιμότητα της ανακοπής, ενώ κατά τα ανωτέρω, η ανακοπή αυτή δεν μπορεί να έχει καταψηφιστικό αίτημα, εφόσον το άρθρο 990 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, αφού το ύψος της απαίτησης του καθ' ου η κατάσχεση μπορεί να μην είναι καν γνωστό, όπως στην περίπτωση της υπό κρίση ανακοπής για ποσό πέραν των 70.000 ευρώ για το οποίο - ποσό των 70.000 ευρώ - υποβάλλονται αντίστοιχα αιτήματα [περαιτέρω επικουρικό αναγνωριστικό και καταψηφιστικό - αιτήματα υπό στοιχεία Β.γ και Γ.
γ)], ή η απαίτηση αυτή] δεν είναι ακόμη δικαστικά επιδιώξιμη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 69 ΚΠολΔ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο αξίωσε υποβολή αιτήματος της ένδικης ανακοπής εναντίον της ανακριβούς δήλωσης του τρίτου την αναγνώριση της δικαιογόνου αιτίας, δηλαδή της βασικής έννομης σχέσης και έκρινε ότι τέτοιο αναγνωριστικό της έννομης σχέσης (τραπεζικού λογαριασμού) αίτημα δεν υποβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 34 ΚΕΔΕ, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 986 και 990 ΚΠολΔ και του άρθρου 69 ΚΠολΔ, διότι στην επίδικη περίπτωση, δε συντρέχει λόγος που να καθιστά αναγκαία την αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης διότι α) δεν αμφισβητείται και β) οι σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν υπόβαθρο τραπεζικό λογαριασμό το δε αίτημα για την επιδίκαση και μελλοντικών απαιτήσεων είναι νόμιμο, αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 69 ΚΠολΔ.
Επομένως ο πέμπτος λόγος της αίτησης με το οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει έτσι οι, πρώτος, δεύτερος και πέμπτος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αιθμ. 1 ΚΠολΔ, να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της ίδιας αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ. 20, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι στην επίδικη περίπτωση, δεν συντρέχει κατάσχεση μελλοντικών απαιτήσεων, παραμόρφωσε το με αριθμό .../.../14.3.2014 επίδικο κατασχετήριο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα στο σύνολο τους. λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ, Ολ. ΑΠ 18/1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5528/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ