1027/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ. Των αναιρεσειουσών: 1) Π. χήρας Κ. Λ., το γένος Ι. Τ., 2) Σ. Λ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μιχαήλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ναούμα Τζήκα και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1027/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) Περαιτέρω, στο άρθρο 13 § 3 του Ν. 1587/1950 ορίζεται ότι "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφώνηθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος Νόμου είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθή και να ληφθή υπ' όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής".
Full text
Απόφαση 1027 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειουσών: 1) Π. χήρας Κ. Λ., το γένος Ι. Τ., 2) Σ. Λ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μιχαήλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ναούμα Τζήκα και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ναούμα Τζήκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χήρας Κ. Λ., το γένος Ι. Τ., 2) Σ. Λ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μιχαήλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2011 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25312/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2120/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσες με την από 10/11/2017 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσα με την από 30/11/2017.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 30/11/2017 αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη της από 10/11/2017 αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 10-07-2017 (με αρ. κατάθεσης 21916/269/2017) αίτηση αναίρεσης των Π., χήρας Κ., Λ. και, Σ Λ., Ε. Σ.. Και, β) η από 30-11-2017 (με αρ. κατάθεσης 1539/122/2018) αίτηση αναίρεσης της τελευταίας κατά των αναιρεσειουσών της υπό στοιχείο α' αίτησης. Οι αιτήσεις αυτές, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 2120/2017, αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συναφείς και, επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επί της υπό στοιχείο α' αίτησης αναίρεσης:
α) Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του, για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 27/1998 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010). Τέλος, Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και, γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι, που ανάγονται στη δημόσια τάξη, είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, εφόσον, γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 6/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο, γιατί με το να δεχθεί ότι: α) η έλλειψη της ταυτότητας ανάμεσα στην περιγραφή του ακινήτου στην υπό καταχώρηση συμβολαιογραφική πράξη και στην κτηματολογική βάση και οι, εξαιτίας αυτής, περιορισμοί διάθεσής του, συνιστούν νομικό ελάττωμα, με αποτέλεσμα να απορρίψει την, προταθείσα το πρώτον ενώπιόν του, λόγω της ερημοδικίας τους στον πρώτο βαθμό, ένστασή τους, περί πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος υπαναχώρησης της ήδη αναιρεσίβλητης, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 514 και 554 του ΑΚ.
β) Η τελευταία (αναιρεσίβλητη) δεν γνώριζε πριν την πώληση, προς αυτή, του ενδίκου ακινήτου, εκ μέρους του αποβιώσαντος πωλητή, συζύγου, εν ζωή της πρώτης και πατέρα της δεύτερης (αναιρεσειουσών), τη νομική του κατάσταση, που αποδεικνύεται και από την αίτηση της αντιδίκου τους, για καταχώρηση του σχετικού συμβολαίου, ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, παραβίασε, εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 515 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες.
γ) Οφείλουν στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το αφανές τίμημα των 93.800 €, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513, 905, 1033 ΑΚ και 13 παρ. 3 ν. 1587/1950. δ) Οφείλουν στην ήδη αναιρεσίβλητη 19.500 €, ως κόστος εργασιών και ειδικών κατασκευών, τις οποίες αυτή φέρεται ότι πραγματοποίησε στο ένδικο ακίνητο, μετά την πώλησή του, παραβίασε, εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 516 και 382 ΑΚ, αφού οι σχετικές δαπάνες δεν εμπίπτουν, κατά τις διατάξεις αυτές, στην έννοια της αποκαταστατέας ζημίας.
Και, ε) η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, εκ μέρους των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγουσών, δεν είναι καταχρηστική και, εντεύθεν, να απορρίψει, ως αβάσιμη, τη νομίμως προταθείσα σχετική ένστασή τους, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ο λόγος όμως αυτός, στο σύνολο των αιτιάσεών του, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των κρισίμων ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, αφού οι αναιρεσείουσες αρκέσθηκαν στην παράθεση σ' αυτό (αναιρετήριο), μόνο, περιορισμένων και αποσπασματικών παραδοχών αυτής (αναιρεσιβαλλομένης) και του, κατά την εκδοχή αυτών, περιεχομένου της.
Σημειουμένου ότι ο ίδιος λόγος, κατά τις υπό στοιχεία α', β' και ε' αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος και διότι, οι ισχυρισμοί των ήδη αναιρεσειουσών: α) περί πενταετούς παραγραφής του ενδίκου δικαιώματος, κατ' άρθρο 554 ΑΚ, β) περί έλλειψης ευθύνης τους για νομικά ελαττώματα, που γνώριζε η ήδη αναιρεσίβλητη ότι υπήρχαν στο ένδικο ακίνητο, κατά το χρόνο της πώλησής του προς αυτές (άρθρο 515 ΑΚ) και, γ) καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), αντίστοιχα, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, όπως αυτοί προτάθηκαν, με σχετικό λόγο έφεσης, στο Εφετείο, αφού ερημοδικάσθηκαν στον πρώτο βαθμό, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτοί (ισχυρισμοί) ήταν παραδεκτοί και νόμιμοι, ενόψει (και) του ότι δεν υπάγονται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
β) Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη, για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη, γι' αυτά (ΑΠ 876/2012, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 1/2008).
Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου, από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτιμώμενο ως μόνο από τον αριθμό 10 της ίδιας διάταξης, οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο ότι δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, την ουσιαστική βασιμότητα των εναντίον τους αξιώσεων της ήδη αναιρεσίβλητης να της επιδικασθούν:
α) ο φόρος μεταβίβασης ακινήτου, β) η δαπάνη της καταβληθείσας, από αυτή, μεσιτικής αμοιβής και, γ) οι δαπάνες για εργασίες ειδικών κατασκευών στο ένδικο ακίνητο μετά την πώλησή του. Ο λόγος αυτός, στο σύνολό του, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος. Αφού, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και, ειδικότερα: "...οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, που εκτιμώνται ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή είναι πρόσφορα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι με αριθμό …72/21-2-2017, ….74/22-2-2017 και ….75/22-2-2017, ένορκες βεβαιώσεις των Ν.
Σ., Β. Β. και Α. Κ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σ. Α., οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια της εφεσίβλητης, ύστερα από νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων της (προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών, βλ. τις με αριθμούς ….30Β' και …31 Β'/16-2-2017 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ό.
Σ.) και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη...".
γ) Περαιτέρω, στο άρθρο 13 § 3 του Ν. 1587/1950 ορίζεται ότι "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφώνηθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος Νόμου είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθή και να ληφθή υπ' όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής".
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 270 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 ΚΠολΔ και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης και, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015, τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, διότι η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 23-01-2014, ήτοι πριν την έναρξη εφαρμογής (από 01-01-2016) του εν λόγω νόμου, προκύπτει ότι στη δίκη, που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
α ΚΠολΔ, υπόψη και κατά την τακτική διαδικασία, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά", στην παρ. 2 εδ.
β του άνω άρθρου 270 ΚΠολΔ. Έτσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους, από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 11 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία, επειδή είναι ανυπόστατα έγγραφα (ΟλΑΠ 15/2003, ΑΠ 1439/2018, ΑΠ 1658/2017).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α' ΚΠολΔ αιτίαση, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα το από 04-03-2005 "ιδιωτικό συμφωνητικό" περί καταβολής του αληθούς τιμήματος του ενδίκου ακινήτου, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, στο οποίο αναφέρεται ότι το τίμημα για την πώλησή του είναι 143.800 € και όχι αυτό των 50.000 €, που αναγράφεται στο υπ' αριθ. ….19/01-04-2005 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θ. Τ. -Ε. και, έτσι, δέχθηκε ως προς το πρώτο (ποσό) την ένδικη αγωγή, κατ' αυτής, παρότι το έγγραφο αυτό, ως αντέγγραφο, ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 § 3 του Ν. 1587/1950. Ο λόγος αυτός, κατά την προαναφερθείσα αιτίασή του, είναι αβάσιμος, αφού, όπως έχει λεχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, το συγκεκριμένο έγγραφο, που είναι υποστατό, λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητα αν είναι άκυρο, ανυπόγραφο, αχαρτοσήμαντο, ακόμη και υπέρ του εκδότη του και, συνεπώς, νόμιμα, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, που δίκασε την ένδικη υπόθεση, κατά την τακτική διαδικασία και εκτιμήθηκε ελεύθερα.
δ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 1231/2007, ΑΠ 140/2006, ΑΠ 98/2004, ΑΠ 656/1989).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν από την ήδη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα και ειδικότερα, χωρίς να έχει προβληθεί σχετική αντένστασή της, κατά της προβληθείσας ενστάσεώς τους για συμψηφισμό των ενδίκων απαιτήσεών της με το, συνολικό, ποσό των 146.880 €, το οποίο αντιστοιχεί στα μισθώματα, που ωφελήθηκε αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από 20-09-2005 έως 20-02-2017, δέχθηκε ότι η συνολική της (αναιρεσίβλητης) ωφέλεια ανέρχεται στο ποσό των 51.600 € και, συνακόλουθα, (δέχθηκε) τη βασιμότητα της ως άνω ενστάσεώς τους, μόνο κατά το τελευταίο αυτό ποσό και όχι κατά το πρώτο (των 146.880 €). Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα, προς θεμελίωσή του, περιστατικά, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά περιστατικά, τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο, από τις αποδείξεις, στο πλαίσιο των αρνητικών ισχυρισμών της αντιδίκου τους, ως αμυνομένης κατά της προβληθείσας, από τις ήδη αναιρεσείουσες, ενστάσεως περί συμψηφισμού ανταπαιτήσεώς τους στην ένδικη απαίτησή της. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος κρίνεται απαράδεκτος, διότι, υπό τα εκτιθέμενα, προς θεμελίωσή του, με το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.
ε) Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2120/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΙΙΙ. Επί της υπό στοιχείο β' αναίρεσης: α) Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι, με το να δεχθεί ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση των ήδη αναιρεσιβλήτων περί συμψηφισμού αποζημίωσής τους, λόγω της ωφέλειας, που αποκόμισε αυτή (αναιρεσείουσα) από τη χρήση του επιδίκου ακινήτου, κατά της ένδικης αξίωσής της, περί επιστροφής του τιμήματος πώλησής του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 262, 440, 441, 442, 547 και 962 ΑΚ.
Ο λόγος, όμως, αυτός, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, πλην περιορισμένων και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, πέραν του ότι, με τα όσα αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλείται, κατά τα λοιπά, για τη θεμελίωσή του, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί των πραγμάτων.
β) Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζομένη ότι το Εφετείο "...δέχθηκε ως μισθωτική αξία της επίδικης κατοικίας το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 20-09-2005 έως και 20-09-2010 και το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 20-09-2010 έως 20-02-2017, χωρίς να αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς από την πλευρά των αντιδίκων της...".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα όσα προτείνει η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της επικαλουμένης διατάξεως, αλλά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και, έτσι αυτή, με το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, περί τα πράγματα.
γ) Τέλος, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζομένη ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το ποσό των 51.600 €, την ένσταση των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί συμψηφισμού, προς την ένδικη απαίτηση αυτής, της ωφέλειας, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, αποκόμισε αυτή, από τη χρήση του. Και αυτός, ο τελευταίος, αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος. Τούτο δε διότι, όπως αναφέρεται στην υπό στοιχεία ΙΙ β παράγραφο της παρούσας, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι, σ' αυτή μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του υπόψη αποδεικτικού του πορίσματος.
δ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2120/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, αφού οι αναιρεσίβλητες, που νίκησαν, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις: α) από 10-07-2017 (με αρ. κατάθεσης 21916/269/2017) των: Π. χήρας Κ. Λ. και Σ Λ., Ε. Σ.. Και, β) από 30-11-2017 (με αρ. κατάθεσης 1539/122/2018) της τελευταίας, κατά των αναιρεσειόντων στην υπό στοιχείο α' αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2120/2017, αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης.
Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες της υπό στοιχείο α' αίτησης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων, για την άσκηση των ενδίκων αιτήσεων, παραβόλων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ