1027/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1027/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1027 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1027/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τουριστικής και εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ...). Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Τσιγερίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Παπαδηλέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4049/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4880/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ.1 - 3 και 672 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 182/2016, 968/2015, 266/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 28-6-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων , εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4880/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης , η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 4049/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης , με την οποία είχε απορριφθεί η από 21-2-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατ’ αυτών και με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε με βάση τις διατάξεις 914 επ και 922ΑΚ και 381παρ 1ΠΚ συνολική αποζημίωση ποσού 12741,64 ευρώ από την ολοσχερή καταστροφή του αναφερόμενου σ’ αυτή αυτ/του που είχε μισθώσει στον πρώτο των εναγομένων, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται σ’ αυτή.
Η αίτηση αυτή προσδιορίσθηκε για συζήτηση ενώπιον του Α2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 29-1-2018. Κατ’ αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, παρέστησαν οι διάδικοι, πλην του πρώτου αναιρεσίβλητου ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία της δικογραφίας και δη την .../19-9-2017 έκθεση επίδοσης του Δικ Επιμελητή του Εφετείου Θεσ/κης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσ/κης Β. Σ. προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε στην οδό ... με θυροκόλληση, αφού ο Δικ Επιμελητής βρήκε στην άνω διεύθυνση στην κατοικία αυτού (πρώτου αναιρεσίβλητου) τον ανήλικο γιό του Ε. Α. και στη συνέχεια θυροκόλλησε παρουσία μάρτυρα το άνω δικόγραφο. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η διαδικασία σαν όλοι οι διάδικοι να ήταν παρόντες (άρθ 576ΚΠοΛΔ) .Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 6- 6-2017 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 29-6-2017 (αρθ 495 και564 παρ 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η ως άνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, εφόσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 1114)2017). Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560αρ 6ΚΠοΛΔ και δη ότι το εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες είτε διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα αναφερόμενα σ’ αυτή ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα.
Ειδικότερα ,ισχυρίζεται ότι: α)ενώ δέχεται ότι, συνομολογήθηκαν μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσίβλητου οι ακόλουθοι όροι 1) "... το μισθωμένο αυτοκίνητο θα χρησιμοποιείτο για τις ανάγκες του μισθωτή μόνο και για νόμιμες χρήσεις και θα οδηγείτο από προσεκτικούς οδηγούς,...",2) "..ο μισθωτής ρητά αναγνωρίζει, συνομολογεί και αποδέχεται ότι εφόσον το μισθωμένο αυτοκίνητο το οδηγεί δικαιούμενο γι αυτό άτομο....ή οποιοσδήποτε τρίτος μη δικαιούμενος, δεν καλύπτεται από οποιουδήποτε τύπου ασφάλιση και είναι υπεύθυνος για αποκατάσταση κάθε ζημίας σε τρίτους ή στο μισθωμένο αυτοκίνητο, έναντι του εκμισθωτού"και 3) "...τα μισθωμένα αυτοκίνητα θα χρησιμοποιούνται από εκπροσώπους του μισθωτή τα ονόματα των οποίων Θα έχουν προεγκριθεί από τον εκμισθωτή.
Για τον λόγο αυτό, ο μισθωτής υποχρεούται να παραδίδει στον εκμισθωτή κατάσταση των υπαλλήλων που θα είναι προστηθέντες για την, οδήγηση του αυτοκινήτου, στην οποία θα αναγράφεται και ο αριθμός αδείας ικανότητας τούτων...", περαιτέρω δέχθηκε ότι ο δεύτερος των αντιδίκων που οδηγούσε το αυτ/το λόγω της αδιαθεσίας του οδηγού του αυτοκινήτου-υιού του πρώτου των αντιδίκων, στο 26° χλμ της οδού ...
λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε και εξετράπη της πορείας του, με αποτέλεσμα να επιπέσει σε περίφραξη παρακείμενης μάνδρας αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας Π. Τ., με συνέπεια το αυτοκίνητο της ενάγουσας να υποστεί σοβαρές υλικές ζημίες.." και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "...ουδεμία παράβαση των όρων της, καταρτισθείσης μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, συμβάσεως, έγινε, καθόσον ο δεύτερος εναγόμενος πληρούσε όλες τις αναφερόμενες προϋποθέσεις που προβλέπονταν από την επίδικη σύμβαση μισθώσεως. ", με μόνη την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι το άνω αυτοκίνητο χρησιμοποιήθηκε ως επαγγελματικό αλλά μισθώθηκε προκειμένου ο άνω μισθωτής να το χρησιμοποιεί για τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες, και ο υιός του πρώτου εναγομένου, Α.
Α., δικαιούταν να οδηγεί αυτό, εφόσον είχε δίπλωμα ικανότητας οδηγήσεως και ήταν πάνω από 21 ετών και ότι ο ανωτέρω γ όρος δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αναφέρεται σε υπαλλήλους-οδηγούς του μισθωτή, πράγμα που δε συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, διότι το άνω αυτοκίνητο το οδηγούσε ο υιός του πρώτου εναγομένου και λόγω της αδιαθεσίας του, το οδήγησε ο δεύτερος εναγόμενος, χωρίς περαιτέρω να διαλάβει στην απόφασή του καμία απολύτως αιτιολογία αναφορικά με το λόγο για τον οποίο στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, παρόλο ότι το αυτοκίνητο " μισθώθηκε προκειμένου ο ...
μισθωτής να το χρησιμοποιεί για τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες...", γεγονός που ήταν γνωστό, τόσο στον μισθωτή όσο και στην εκμισθώτρια κατά τον κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης, ωστόσο ρητώς συνομολόγησε να ισχύει ο όρος αυτός της σύμβασης β) Δεν διέλαβε καθόλου παραδοχές περί του
αν ίσχυε.......ο συμβατικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο ο μισθωτής (πρώτος αναιρεσίβλητος) συνομολόγησε και αποδέχθηκε ότι εφόσον το μισθωμένο αυτοκίνητο οδηγείτο από άτομο.... μη δικαιούμενο στην οδήγηση του, δε καλύπτονταν από οποιοσδήποτε τύπου ασφάλιση και εκείνος (μισθωτής) Θα ήταν υπεύθυνος για αποκατάσταση κάθε ζημίας ....
στο μισθωμένο αυτοκίνητο, έναντι της εκμισθώτριας, καθώς και αν η από μέρους του δευτέρου των αντιδίκων οδήγηση του ζημιωθέντος αυτοκινήτου , κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ήταν σύννομη, σύμφωνα τόσο με τον όρο αυτό όσο και με τους λοιπούς., όρους της μισθωτικής σύμβασης, αλλά περιορίσθηκε στην παραδοχή μόνο περί του αν ήταν σύννομη η οδήγηση του αυτοκινήτου από τον υιό του πρώτου των αντιδίκων, Α.
Α., ο οποίος όμως δεν οδηγούσε αυτό κατά τον χρόνο του ατυχήματος. γ) Πέραν όμως των ανωτέρω, το Δικαστήριο δε διέλαβε παραδοχές στην απόφαση του, περί του λόγου της μετάβασης του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, στην Πτολεμαΐδα, καθώς και περί της ιδιότητας του δεύτερου των αντιδίκων, που συνεπέβαινε του αυτοκινήτου και οδηγούσε αυτό κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, (αν δηλαδή αυτός τύγχανε ή όχι προστηθείς υπάλληλος του πρώτου, όπως εμείς προβάλλαμε με τους αγωγικούς ισχυρισμούς μας), τα οποία και ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, δοθέντος ότι με βάση αυτά θα μπορούσε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος περί της ορθότητας ή μη της παραδοχής του Δικαστηρίου, ότι το αυτοκίνητο μισθώθηκε προκειμένου ο μισθωτής να το χρησιμοποιεί για τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες όχι όμως και για επαγγελματικούς σκοπούς, συνακόλουθα και του αποδεικτικού του πορίσματος για την μη ισχύ του ως άνω, υπό στοιχ.
γ συμβατικού όρου, και ο οποίος έλεγχος καθίσταται ανέφικτος λόγω ακριβώς της έλλειψης παραδοχών επί των ζητημάτων αυτών, δ) Ομοίως δεν αναφέρει ποιά ήταν η αναφερόμενη "αδιαθεσία" του φερόμενου ως οδηγού τούτου, υιού του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ώστε να μπορεί να κριθεί αν εξαιτίας αυτής κατέστη ανίκανος ως προς την οδήγηση του αυτοκινήτου ,έτσι ώστε να το οδηγήσει ο δεύτερος των αντιδίκων, με αποτέλεσμα να συμβεί το επίδικο ατύχημα, σύμφωνα επίσης με τις παραδοχές του Εφετείου και ε) αν η απώλεια του ελέγχου του αυτ/του από τον εν λόγω διάδικο-οδηγό, οφείλεται σε αμελή ενέργεια του διαδίκου αυτού ,καθώς και αν για την ενέργειά του αυτή ήταν υπεύθυνος ο πρώτος των αντιδίκων, ο οποίος είχε αναλάβει την συμβατική ευθύνη,....όπως το μισθωμένο αυτοκίνητο θα χρησιμοποιείτο για τις ανάγκες του μισθωτή και μόνο και για νόμιμες χρήσεις και θα οδηγείτο από προσεκτικούς οδηγούς ....> Η προσβαλλομένη απόφαση κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση της δέχθηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά :<Την 6-2-2012, ο πρώτος εναγόμενος-πρώτος εφεσίβλητος μίσθωσε από την ενάγουσα-εκκαλούσα που ασχολείται με την εκμίσθωση αυτοκινήτων σε τρίτους το ...
IX επιβ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας υπογράφοντας το .../6.2.2012 συμφωνητικό μίσθωσης και του Γενικούς όρους αυτού και το παράρτημα .../13.3.2012 "ειδικοί όροι συμφωνητικού μακρόχρονης μίσθωσης", μεταξύ δε των όρων της εν λόγω συμβάσεως οι οποίοι περιλαμβάνονταν στο εν λόγω μισθωτήριο, προβλέπονταν ότι το μισθωμένο αυτοκίνητο θα χρησιμοποιείτο για τις ανάγκες του μισθωτή μόνο και για νόμιμες χρήσεις και θα οδηγείτο από προσεκτικούς οδηγούς, ασφαλείς και κατόχους της αντίστοιχης άδειας, ενώ ως ελάχιστο όριο ηλικίας του οδηγού προβλεπόταν το 21° έτος της ηλικίας.
Επίσης με τον όρο "η" της άνω σύμβασης "ο μισθωτής ρητά αναγνωρίζει, συνομολογεί και αποδέχεται ότι εφόσον το μισθωμένο αυτοκίνητο το οδηγεί δικαιούμενο γι’ αυτό άτομο, βρισκόμενο σε μέθη ή κάτω από την επήρεια βαρβιτουρικών ή κάθε είδους ναρκωτικών ή οποιοσδήποτε τρίτος μη δικαιούμενος, δεν καλύπτεται από οποιουδήποτε ασφάλιση και είναι υπεύθυνος για αποκατάσταση κάθε ζημιάς σε τρίτους ή στο μισθωμένο αυτοκίνητο, έναντι του εκμισθωτού".
Τέλος, κατά τον όρο "ι" τα μισθωμένα αυτοκίνητα θα χρησιμοποιούνται από εκπροσώπους του μισθωτή τα ονόματα των οποίων θα έχουν προεγκριθεί από τον εκμισθωτή. Για τον λόγο αυτό, ο μισθωτής υποχρεούται να παραδίδει στον εκμισθωτή κατάσταση των υπαλλήλων που θα είναι προστηθέντες για την, οδήγηση του αυτοκινήτου, στην οποία θα αναγράφεται και ο αριθμός αδείας ικανότητας τούτων.
Στις 20.11.2012, ο υιός του πρώτου εναγομένου, Α. Α., ηλικίας άνω των 21 ετών και νόμιμος κάτοχος αδείας οδηγού αυτοκινήτου, οδηγώντας το ... IX επιβ αυτοκίνητο, εκινείτο επί της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης- Πτολεμαΐδας με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Πτολεμαΐδα. Όταν πλησίαζε στην έξοδο για την Πτολεμαΐδα, αυτός αισθάνθηκε αδιαθεσία και σταμάτησε στο δεξιό άκρο της ανωτέρω οδού, προκειμένου να συνέλθει αλλά επειδή η αδιαθεσία συνεχιζόταν και η παραμονή του αυτοκινήτου στο σημείο εκείνο της οδού ήταν επικίνδυνη, λόγω του ότι ήταν νύκτα και δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός, ο δεύτερος εναγόμενος αποφάσισε να οδηγήσει αυτός το αυτοκίνητο, προκειμένου να εξέλθουν από το σημείο εκείνο της Εγνατίας οδού και από την έξοδο να εισέλθουν στην οδό ....
Ο εν λόγω οδηγός (δεύτερος εναγόμενος) ήταν τότε ηλικίας 25 ετών (γεννήθηκε την 20/8/1987) και ήταν κάτοχος άδειας ικανότητας οδηγού αυτοκινήτου (βλ. την προσαγομένη και επικαλούμενη άδεια οδήγησης αυτού που φέρει ημερομηνία 27/1/2006). Φθάνοντας ο ανωτέρω οδηγός, στο 26° χλμ της οδού ... λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε και εξετράπη της πορείας του, με αποτέλεσμα να επιπέσει σε περίφραξη παρακείμενης μάνδρας αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας Π.
Τ., με συνέπεια το αυτοκίνητο της ενάγουσας να υποστεί σοβαρές υλικές ζημίες. Τα αυτά γεγονότα, ήτοι ότι ο δεύτερος εναγόμενος οδηγούσε την ημέρα του ατυχήματος, το άνω αυτοκίνητο και εξετράπη της πορείας του προσκρούοντας με το μπροστινό μέρος του σε μάνδρα εμπορίας αυτοκινήτων καταγράφηκαν στο από 20/11/2012 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος Υλικών Ζημιών ως και στην ασφαλιστική εταιρία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το άνω όχημα οπότε και συνετάχθη η με αριθμό ...
υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία η ενάγουσα είχε ασφαλίσει το εν λόγω αυτοκίνητο. Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη δέχθηκε εσφαλμένα ότι ο μισθωτής προέβη στη μίσθωση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, προκειμένου να το χρησιμοποιεί για τις προσωπικές του ανάγκες και ότι ουδέποτε αυτό χρησιμοποιήθηκε ως επαγγελματικό, αφού από το αντίγραφο του μισθωτηρίου αποδείχθηκε ότι η μίσθωση ήταν μακροχρόνια και για την κάλυψη των επαγγελματικών αναγκών του μισθωτή, που ήταν η εμπορία πλαστικής ύλης.
Σύμφωνα όμως με τον όρο "ι" του μισθωτηρίου, αν το μισθωμένο αυτοκίνητο θα χρησιμοποιούνταν από εκπροσώπους του μισθωτή, αυτός θα έπρεπε να παραδώσει στον εκμισθωτή κατάσταση των υπαλλήλων που θα ήταν προστηθέντες για την οδήγηση του αυτοκινήτου, στην οποία θα αναγράφονταν και ο αριθμός αδείας ικανότητας οδήγησης αυτών.
Στο προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα έγγραφο προκύπτει μόνο η μάρκα-τύπος αυτοκινήτου, ο αριθμός κυκλοφορίας του, η διάρκεια της μίσθωσης και το μηνιαίο μίσθωμα, χωρίς να αναγράφεται ποιος θα είναι ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου, αν δηλαδή θα ήταν μόνο ο Α. Α. ή και υπάλληλοι του, ούτε βέβαια αναγράφεται ο αριθμός διπλώματος, η ημερομηνία έκδοσης-λήξης διπλώματος και ο αριθμός ταυτότητας των οδηγών.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι το άνω αυτοκίνητο χρησιμοποιήθηκε ως επαγγελματικό αλλά μισθώθηκε προκειμένου ο άνω μισθωτής να το χρησιμοποιεί για τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες, και ο υιός του πρώτου εναγόμενου, Α. Α., δικαιούταν να οδηγεί αυτό, εφόσον είχε δίπλωμα ικανότητας οδηγήσεως και ήταν πάνω από 21 ετών.
Η αναφορά της εκκαλούσας στην παρ. "ι" του άνω άρθρου του μισθωτηρίου, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε υπαλλήλους- οδηγούς του μισθωτή, πράγμα που δε συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, διότι το άνω αυτοκίνητο το οδηγούσε ο υιός του πρώτου εναγομένου και λόγω της αδιαθεσίας του, το οδήγησε ο δεύτερος εναγόμενος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν κάτοχος άδειας ικανότητας οδηγού αυτοκινήτου, όπως προαναφέρθηκε, από το 2006 και είχε συμπληρώσει το 21° έτος της ηλικίας του. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι ο πρώτος εναγόμενος αναγνώρισε οφειλή του προς την εκκαλούσα, όπως η ίδια υποστηρίζει.
Όπως προβλεπόταν από τη μεταξύ τους σύμβαση, αυτός διεκδίκησε την αντικατάσταση του αυτοκινήτου το οποίο του παρείχε η ενάγουσα ως όφειλε κατ’ άρθρο 6 περ. δ της συμβάσεως μισθώσεως και όταν η ενάγουσα του κοινοποίησε την επιστολή της ότι της οφείλει αποζημίωση κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και επέστρεψε το αυτοκίνητο που του είχε δώσει σε αντικατάσταση, ενώ παράλληλα σταμάτησε να της καταβάλει και μισθώματα.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ουδεμία παράβαση των όρων της, καταρτισθείσης μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, συμβάσεως, έγινε, καθόσον ο δεύτερος εναγόμενος πληρούσε όλες τις αναφερόμενες προϋποθέσεις που προβλέπονταν από την επίδικη σύμβαση μισθώσεως. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε ότι ουδεμία παράβαση των όρων της συμβάσεως έγινε, καθόσον ο δεύτερος εναγόμενος πληρούσε όλες τις αναφερόμενες προϋποθέσεις που προβλέπονταν από την επίδικη σύμβαση μισθώσεως και απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους τρεις λόγους της έφεσης της, με τους οποίους επαναφέρει τους προταθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς της, κρίνοντας απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η κρινομένη έφεση στο σύνολο της>.
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ. Ειδικότερα, περιοριζόμενο μόνο στην κρίση ότι το επίδικο αυτ/το μισθώθηκε για τις ανάγκες της οικογένειας του μισθωτή, και το οδηγούσε ο γιός του, ο οποίος λόγω αδιαθεσίας ζήτησε από τον β εναγόμενο να το οδηγήσει, ο οποίος είχε άδεια οδήγησης, με αποτέλεσμα την επέλευση ατυχήματος, λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος και καταστροφής του αυτ/του, δεν διέλαβε αιτιολογίες για το αν υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του δευτέρου οδηγού του αυτ/του στηριζομένη σε σύμβαση ή δικαιοπραξία ή σε σχέση καθαρώς πραγματική ή φιλική ή συγγενική καθώς και την ύπαρξη υποκειμενικής ευθύνης δηλ υπαιτιότητας στο πρόσωπο του δεύτερου εναγομένου - οδηγού για το γεγονός του ατυχήματος και της καταστροφής του επίδικου αυτ/του και ειδικότερα ποίες οι πραγματικές συνθήκες του ατυχήματος, δηλ αν αυτός επέδειξε την προσοχή και την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού κατά την οδήγηση του αυτ/του ή όχι.
Ζητήματα, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της ,έτσι ώστε να μην καλύπτονται όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου ,στην περίπτωση , κανόνα δικαίου στοιχεία(ανεπαρκείς αιτιολογίες). Γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του λόγου αυτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης ,παρέλκει ,λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για παράβαση του άρθρου 560αρ 5και 6ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή ,εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθ 580 παρ (3ΚΠολΔ) να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠΟΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4880/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ