1027/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1027/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 221/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1027 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της Ε. Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2838/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4973/2011 μη οριστική και 1390/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-2-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 16-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. .../24-7-2015 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ν. προκύπτει ότι μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Γεωργίου Μανουσάκη, δικαστικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, αντίγραφο της από 2-2-2015 αίτησης για αναίρεση της 1390/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με πράξη κατάθεσης του Αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Αθηνών, με αριθμό …/2015 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την 23-10-2015 οπότε, κατόπιν σχετικού αιτήματος του παρόντος αναιρεσιβλήτου (σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις ενώπιον του Αρείου Πάγου έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος) αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την δικάσιμο της 15-4-2016 και ακολούθως για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, και κλήση να παραστεί σ' αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από Πληρεξούσιο Δικηγόρο, και ενόψει των οριζομένων από την παράγραφο 4 του άρθρου 226 ΚΠολΔ, ότι η εγγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτηση αναίρεσης παρά την απουσία του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ενώ δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 25/2004 και ΑΠ 1299/2009).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 221/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 1390/2014 απόφασή του αναφορικά με την συνυπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα αυτοκινήτων δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο πρώτος εναγόμενος διέσχισε την συμβολή των οδών χωρίς προηγουμένως να ελέγξει μετά προσοχής την κίνηση των οχημάτων επί της οδού … και να βεβαιωθεί για την κίνησή του αυτή και έτσι δεν αντιλήφθηκε τον ενάγοντα ο οποίος εκινείτο επί της οδού … με ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χλμ.
με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει τον ενάγοντα ο οποίος αναγκάσθηκε να φρενάρει έντονα και στη συνέχεια να απολέσει την ισορροπία του και να συρθεί με τη μοτοσυκλέτα στο οδόστρωμα χωρίς να υπάρξει σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ρητή και κατηγορηματική είναι η κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος συνεπιβαίνουσας στο όχημα ότι δεν επήλθε επαφή των οχημάτων και ότι ο ενάγων φρέναρε και έπεσε όταν το όχημα είχε διασχίσει την διασταύρωση.
Επίσης η ίδια αναφέρει ότι ο ενάγων αρνήθηκε να κληθεί η τροχαία και να μεταβεί στο νοσοκομείο στο οποίο τελικώς τον συνόδευσε ο πρώτος εναγόμενος ύστερα από προτροπές της ως άνω μάρτυρος. Με βάση τα παραπάνω υπαίτιος πρωτίστως του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, το όχημά του και δεν ήλεγξε μετά προσοχής, πριν εισέλθει στη διασταύρωση, την κίνηση των οχημάτων στην οδό … την οποία θα διέσχιζε κάθετα για να συνεχίσει ευθεία την προέκταση στην οδό … αν και είχε στην πορεία του πινακίδα με ένδειξη STOP.
Αποτέλεσμα τούτου ήταν να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον ενάγοντα ο οποίος για να αποφύγει τη σύγκρουση φρενάρησε έντονα, με συνέπεια να απολέσει τον έλεγχο και να συρθεί στο οδόστρωμα. Ευθύνη όμως φέρει και ο ίδιος ο ενάγων ο οποίος επίσης δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και έχοντας αναπτύξει μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου για την περιοχή ταχύτητα από έλλειψη επιτηδειότητας στην οδήγηση δεν μπόρεσε για να μειώσει αυτή ή και να διακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας του, όταν βρέθηκε στην πορεία του ο πρώτος εναγόμενος όπως είχε υποχρέωση ως μέσος συνετός οδηγός διερχόμενος από διασταύρωση με επακόλουθο την απώλεια της ισορροπίας του και το σύρσιμό του στο οδόστρωμα με συνέπεια να τραυματισθεί όπως θα αναφερθεί παρακάτω.
Ο ισχυρισμός του τελευταίου περί προσκρούσεως του οχήματος με το μπροστινό αριστερό μέρος στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας δεν αποδείχθηκε.
Συνεπώς η συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τούτο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος καταδικάστηκε για τη σωματική βλάβη που προκάλεσε από αμέλεια στον ενάγοντα σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.
Με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καταλογίζεται στον πρώτο εναγόμενο ποσοστό ευθύνης 70% και στον ενάγοντα 30% γενομένης δεκτής ως εν μέρει ουσία βασίμου της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέδειξε ομοίως, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο πρώτος ενάγων με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του και η εναγομένη με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό συνυπαιτιότητας 70% του οδηγού του με αριθμό κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "…", της οποίας μετά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης στο Εφετείο στις 16-5-2013 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της στις 17-7-2013 και στην θέση της υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και κατά ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% του παθόντα - αναιρεσίβλητου, οδηγού της με αριθμό κυκλ. ...
δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, των άρθρων 5 και 10 του ν. ΓΠΝ/1911 και των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 13 παρ. 2, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 και 94 παρ. 1, 3 του Ν. 2696/1999 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου και της συντρέχουσας συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος αναιρεσιβλήτου.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, όπως και το αντίστοιχο τμήμα του ως άνω λόγου. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου των προαναφερόμενων διατάξεων, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθούν χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα αλλά και οι συνθήκες τελέσεως του ένδικου ατυχήματος.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, εφόσον, άλλωστε, η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ, που εφαρμόστηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ., προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις Α.Κ. 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στον μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της Α.Κ. 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις Α.Κ. 929 και 932.
Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις Α.Κ. 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις Α.Κ. 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του (ΑΠ 210/2013).
Έτσι κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.
αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό (ΑΠ 1302/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με το αγωγικό κεφάλαιο της αποζημιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στη συνέχεια ανεξαρτήτως όμως του γεγονότος ότι κρίθηκε ότι η αναπηρία (10%) δεν προκάλεσε ούτε θα προκαλέσει στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αυτός δικαιούται ενός ευλόγου χρηματικού ποσού κατά την 931 ΑΚ, αξίωση η οποία είναι διαφορετική από την ΑΚ 929 για διαφυγόντα κέρδη και από την αξίωση κατά του 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση, ακριβώς λόγω της αναπηρίας ως βλάβη του σώματός του ως αυτοτελούς εννόμου αγαθού που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, χωρίς αναγκαίως σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη να συνδέεται με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία η οποία άλλωστε δεν μπορεί και να προσδιορισθεί.
Το ποσό αυτό λαμβανομένου υπόψη και της ηλικίας του (38 ετών), του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας του που θα έχει για την προσωπική του και κοινωνική ζωή πρέπει να καθορισθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ύψος των 10.000 ευρώ και όχι στο αιτούμενο ποσό των 40.000 ευρώ το οποίο κατά το επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο (βλ.
ΑΠ 177/2008, 268/2008, 1214/ 2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ κ.α). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο έσφαλε στην ορθή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ διότι κατά τον καθορισμό της αποζημιώσεως του άρθρου δεν συνεκτίμησε εκτός από το είδος, τις συνέπειες της αναπηρίας και την ηλικία του παθόντος αναιρεσιβλήτου και το ποσοστό της συνυπαιτιότητας (30%) στην πρόκληση της αναπηρίας του κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Επομένως ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 4 του ν. 489/76 και 16 παρ. 1 και 2 του ν. 489/76, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του ν. 4092/2012 σε συνδυασμό με τα άρθρα 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ότι, ειδικότερα, το Εφετείο κατά παραδοχή της από 15-4-2010 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και της από 28-2-2010 εφέσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", στην θέση της οποίας, όπως προειπώθηκε, υπεισήλθε, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας το αναιρεσείον, εξαφάνισε την 2838/2009 πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την από 30-4-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, την οποία αφού έκρινε νόμιμη στρεφομένη κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας την έκανε εν μέρει δεκτή στην ουσία της.
Ότι μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης και κατά την εκδίκαση της από 30-4-2008 αγωγής του αναιρεσιβλήτου το Εφετείο όφειλε κατά την έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της ως άνω αγωγής να εφαρμόσει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των εξής άρθρων: α) 19 παρ. 1 του ν. 489/76, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ.
α', β' του ν. 4092/2012, β) 19 παρ. 2 του ν. 489/76, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. γ' του άρθρου τέταρτου του v. 4092/ 2012 και γ) 25 παρ. 4 του ν. 489/76, τις οποίες δεν εφάρμοσε καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους με αποτέλεσμα να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο ολόκληρο το ποσό της αποζημιώσεως, που δέχθηκε ότι δικαιούται, δηλαδή μεγαλύτερο ποσό από εκείνο, που ευθύνεται το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο με βάση τον ως άνω ν. 4092/2012 με επιτόκιο μεγαλύτερο από 6%, που ευθύνεται το αναιρεσείον.
Ο ανωτέρω λόγος κατά το τμήμα του αυτό είναι απαράδεκτος, διότι τίθεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι δηλαδή το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης στις 16-5-2013 γνώριζε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που επήλθε σε χρόνο μεταγενέστερο ήτοι στις 17-7-2013, περιστατικό που δεν προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας και επιπροσθέτως δεν μπορούσε να λάβει υπόψη του ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την ως άνω παρασταθείσα ασφαλιστική εταιρία κατά την εκδίκαση των ανωτέρω εφέσεων, διότι θα υπέπιπτε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου στην κρινόμενη υπόθεση δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 562 παρ. 2 περ. α' και β' ΚΠολΔ, διότι στην μεν πρώτη περίπτωση υπάγονται κυρίως διαδικαστικά σφάλματα του Δικαστηρίου που δεν μπορούσε να γνωρίζει ο διάδικος πριν από την ανάγνωση της απόφασης και στην δεύτερη περίπτωση κυρίως λόγοι αναίρεσης, που θεμελιώνονται, σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαγνωστικά σφάλματα, που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην κρινόμενη υπόθεση.
Επομένως ο λόγος αυτός και κατά το αμέσως ανωτέρω τμήμα του είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος, που αφορά την εκ του άρθρου 931 ΑΚ αγωγική αξίωση της πρόσθετης αποζημίωσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στο καταθέσαν αναιρεσείον (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1390/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στο καταθέσαν αναιρεσείον.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ