1027/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1027 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1027/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1027 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1027 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1027/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Αντωνίου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6431/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 53/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί αυτός να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, καθώς επίσης τον αριθμό, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Ως επίσημη σφραγίδα νοείται η επίσημη σφραγίδα της οικείας εισαγγελίας, ενώ η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο αρκεί να έχει τεθεί με μηχανικό μέσο και να καλύπτει ολόκληρο το κείμενο αυτού και τις τυχόν ουσιώδεις παραπομπές. Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει και στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α’ και β’ της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Σ.), το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα που εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και β) να διαθέτει τον χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ, και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη (δικογραφία και, σε περίπτωση έλλειψής τους, από το αποδεικτικό επίδοσης, (άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠΔ) ενώ, αν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του αντιτύπου που επιδόθηκε (ή της δικογραφίας) και του αποδεικτικού επίδοσης, υπερισχύει το πρώτο. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ. Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδο της, προτείνοντας την ακυρότητα. Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαίως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 175 ΚΠΔ), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της σχετικής εκκλητής απόφασης. Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρηση του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β’ περ. β’ ΚΠΔ). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης και, σε αντίθετη περίπτωση, υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας. Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ για έλλειψη ακρόασης. Ενώ, αν ο ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος για έλλειψη ακρόασης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και στον Άρειο Πάγο, για μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σ’ αυτόν από τον νόμο, την ΕΣΔΑ και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει από τον νόμο υποχρέωση στον δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Αντίθετα, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν ο κατηγορούμενος παραστάθηκε κατά τη διεξαγωγή της δίκης και άσκησε ο ίδιος ή μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τα δικαιώματά του με τις διατυπώσεις του νόμου, άσχετα αν το δικαστήριο απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης 6431/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και των οικείων πρακτικών, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη 57270/2013 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και από την 4995/8-11-2013 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβλήθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τον κατηγορούμενο ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας ως προς τον προσδιορισμό της πράξης της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, για την οποία αυτός είχε κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων είχε ισχυριστεί τα εξής: "Ως προς ό,τι αφορά στο 1° των αδικημάτων το οποίο φέρεται να τέλεσα και δη την ψευδή ανωμοτί κατάθεση το κλητήριο θέσπισμα είναι κατά πάντα άκυρο διότι: αναφέρεται εντός εισαγωγικών μάλιστα και με ακρίβεια, ότι το ψευδές που κατέθεσα ήταν "... α) είναι παραποιημένη η φωτοτυπία, το πρωτότυπο το έχει η εταιρεία και β) μου είπαν ότι είναι τυπικό για το ΙΚΑ και υπέγραψα. Στο σχετικό No 12 είναι η υπογραφή μου αλλά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ήταν ένα λευκό χαρτί. Έχουν υφαρπάξει την υπογραφή μου, αναφερόμενος στις έγγραφες καταστάσεις του ΙΚΑ ...". Το κατηγορητήριο δε είναι άκυρο αφού : α) Δεν αναφέρεται τίνος πρωτοτύπου εγγράφου η φωτοτυπία είναι δήθεν παραποιημένη εις τρόπον ώστε κατ’ ουδέν δύναται να συγκεκριμενοποιηθεί η κατηγορία ούτε εγώ να προβάλω κατ’ αυτής άμυνα και το Δικαστήριο να την αξιολογήσει, β) Για το Β’ σκέλος της φερομένης ως ψευδούς ανωμότου καταθέσεως, δεν αναφέρεται ποιο είναι το σχετικό No 12 επί του οποίου η υπογραφή μου δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα και το υπέγραψα δήθεν λευκό ούτε αν είναι το No 12 των σχετικών της αντιδίκου ή το No 12 των ιδικών μου σχετικών στην ίδια δίκη, αφού αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών τα σχετικά ήταν πολυάριθμα, γ) Περαιτέρω και επιπλέον είναι άκυρο το κατηγορητήριο διότι αφενός μεν υποτίθεται ότι καταθέτω πως το σχετικό 12 ήταν ένα λευκό χαρτί και έχουν υφαρπάξει την υπογραφή μου αφετέρου δε στην ίδια ακριβώς πρόταση συνεχίζεται η κατηγορία με το "...αναφερόμενο στις έγγραφες καταστάσεις του ΙΚΑ...". Πλην όμως τέτοιες "έγγραφες καταστάσεις του ΙΚΑ" παρ’ ουδενός των διαδίκων πλευρών είχαν προσκομιστεί ούτε στην τότε αστική δίκη, αλλ’ ούτε στη δικογραφία της προκειμένης ποινικής δίκης, δ) Στη συνέχεια αναφέρονται κάποια "παρουσιολόγια" τα οποία όμως είναι παντελώς άσχετα με την προδιατυπωθείσα κατηγορία και κατ’ ουδέν συνδυάζεται ή συσχετίζεται η κατηγορία με αυτά, αφού άλλωστε κάποια παρουσιολόγια που εγώ είχα καταθέσει στο ΙΚΑ, ούτε την υπογραφή μου φέρουν ούτε ήσαν "λευκά", ώστε να είναι ασυμπλήρωτα και να συνεπληρώθησαν εκ των υστέρων.". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε την παραπάνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια με την 57270/8-11-2014 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (με φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας τον συγκατηγορούμενο Σ. Π.). Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την προαναφερόμενη έφεση, με λόγο της οποίας παραπονέθηκε, μεταξύ άλλων, και για την απόρριψη του ισχυρισμού ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Μετά την έναρξη της εφετειακής δίκης ο συνήγορος του κατηγορουμένου επανέφερε την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας ως προς την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίστηκε τα εξής : "2. Ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ως προς το πρόσωπο μου.... Το κλητήριο θέσπισμα που μου επιδόθηκε, το οποίο προσκομίζω και επικαλούμαι (Σχετ. αρ. 2), αναγράφει ότι ο κατηγορούμενος "κατέθεσε τα εξής ψέματα στο Δικαστήριο : α) "Είναι παραποιημένη η φωτοτυπία, το πρωτότυπο το έχει η εταιρεία", χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα του εγγράφου που αφορά n φωτοτυπία, ενώ αναφέρονται γενικώς και αορίστως παρουσιολόγια, χωρίς κανένα περαιτέρω προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. "και β) "Μου είπαν ότι είναι τυπικό για το ΙΚΑ και υπέγραψα. Στο σχετικό No 12 είναι η υπογραφή μου αλλά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ήταν ένα λευκό χαρτί. Έχουν υφαρπάξει την υπογραφή μου", αναφερόμενος στις έγγραφες καταστάσεις του ΙΚΑ", χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα του σχετικού, δεδομένου δε ότι έγγραφες καταστάσεις του ΙΚΑ ουδείς εκ των διαδίκων στην άνω αστική δίκη προσκόμισε. Το σχετικό No 12, που προσκόμισε η αντίδικος εταιρεία, το οποίο προσκομίζω και επικαλούμαι (Σχετ. αρ. 3), αφορά στην αριθ. 17/10.4.2000 απόδειξη πληρωμής της αντιδίκου εταιρείας. Οι ελλείψεις και ανακρίβειες αυτές μου στερούν την δυνατότητα να αναπτύξω πλήρως την υπεράσπιση μου. Πρόκειται για σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που πρότεινα νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, όπως αποδεικνύεται από την ταυτάριθμη με την εκκαλουμένη απόφαση έκθεση πρακτικών του άνω δικαστηρίου, που προσκομίζω και επικαλούμαι (Σχετ. αρ. 1). Πλην όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κακώς απέρριψε την σχετική ένσταση μου και ως εκ τούτου ζητώ να επέλθει η ακυρότητα αυτή με απόφαση του Δικαστηρίου σας.".
Εκτός από την παραπάνω ένσταση, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε για πρώτη φορά στο εφετείο α) ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο (ανυπόστατο κατά τη διατύπωσή του) για τον λόγο ότι αυτό δεν φέρει χρονολόγηση, την επίσημη σφραγίδα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και την υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε, β) ότι δεν κλητεύτηκε με κλητήριο θέσπισμα, αφού αυτό που του επιδόθηκε είναι ανυπόστατο και δεν παράγει έννομες συνέπειες και γ) ότι η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, επειδή αφορά την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την άσκηση των δικαιωμάτων του, και δεν καλύπτεται από την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό - ένσταση στο σύνολο του ως αβάσιμο, αφού δέχτηκε τα εξής: "... Ο ισχυρισμός - ένσταση του ίδιου κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, διότι α) δεν φέρει χρονολόγηση, την επίσημη σφραγίδα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και την υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε και β) είναι αόριστο ως προς τον καθορισμό της πράξης της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, για την οποία κατηγορείται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το κλητήριο θέσπισμα, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, αφενός μεν φέρει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, ήτοι χρονολόγηση (26-11-2010), σφραγίδα της εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και την υπογραφή της εισαγγελέα που το εξέδωσε, αφετέρου περιγράφονται σε αυτό όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος και, συγκεκριμένα, τα περιστατικά εξέτασης του δεύτερου κατηγορουμένου χωρίς όρκο ως διαδίκου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, τα φερόμενα ως ψευδή γεγονότα που κατατέθηκαν από αυτόν κατά την εξέτασή του, τα οποία αναφέρονται αυτολεξεί και η γνώση του κατηγορουμένου για το ψεύδος αυτών." Ως προς τον ισχυρισμό ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για μη ακριβή καθορισμό της πράξης της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, την οποία παραδεκτά ενεργεί ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει ότι στο κλητήριο θέσπισμα περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, όπως αυτό τυποποιείται στον νόμο, ώστε να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της σε βάρος του κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του.
Συνεπώς, το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και δεν είναι άκυρο γι’ αυτόν τον λόγο. Συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, κατά τη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν προέβαλε ισχυρισμό απόλυτης ακυρότητας, άλλως σχετικής ακυρότητας, της διαδικασίας στο ακροατήριο ως προς αυτόν, επειδή το κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε δεν έφερε χρονολόγηση, επίσημη σφραγίδα της εισαγγελίας και υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε, ούτε προβλήθηκε αλλά και ούτε μπορούσε να προβληθεί με την έφεση σχετική αιτίαση κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ώστε να αποτελέσει εκκλητό κεφάλαιο αυτής. Αντίθετα, ο εν λόγω ισχυρισμός με επίκληση των παραπάνω ελλείψεων, οι οποίες τάσσονται από τον νόμο ως στοιχεία - όροι του κύρους, και όχι της υπόστασης, του κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ), προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την εφετειακή δίκη, με συνέπεια να έχει καλυφθεί ενδεχόμενη σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και να είναι απαράδεκτη η προβολή του ενώπιον του Εφετείου, το οποίο δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει (που πάντως τον ερεύνησε, καίτοι δεν όφειλε), ούτε θεμελιώνεται έλλειψη ακρόασης ως προς αυτόν. Εξάλλου, οι προβαλλόμενες ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος, οι οποίες συνάπτονται με την εμφάνιση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο, δεν προσέβαλαν το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, ούτε παρεμπόδισαν ή περιόρισαν την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, αφού αυτός παραστάθηκε με συνήγορο στα δικαστήρια της ουσίας και προέβαλε όλους τους ισχυρισμούς του. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, σημειώνεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα "..." (στην οποία επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού δεκαπέντε (15) ευρώ) δεν παραστάθηκε κατά την αναιρετική δίκη, παρότι κλητεύτηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα γι’ αυτό, όπως προκύπτει από το από 18-5-2015 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Α. Σ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2014 αίτηση του Η. Δ. του Σ. για αναίρεση της απόφασης 6431/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ