Legislator Case Law & Legislation
1027/2012 AI generated

1027/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1027/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1027 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2012

Legislator headnote

AI generated

1027/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1027 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2012

Keywords

AI generated
customs duties discontinuation of insurance benefits reduction of administrative fee denial of public subsidies determination of rate lack of standing of complainant
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1027 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αμαρουσίου που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τακάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/8/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 27/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 18 παρ. 4 εδ. ε' του έχοντος εν προκειμένω εφαρμογή Ν. 2882/01 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (αφού η απαλλοτρίωση που αφορά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κηρύχθηκε την 24.4.2002) ορίζεται: "Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για την δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι οι διαδικασίες για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης αφορούν τη διερεύνηση μίας και της αυτής διαφοράς. Γι' αυτό, αν παραστάθηκε και στις δυο διαδικασίες ο ίδιος δικηγόρος, του οφείλεται αμοιβή μια φορά και για τις δυο διαδικασίες, αφού ουσιαστικά μια μόνο φορά παρέσχε την εργασία του. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, η αμοιβή του αυτή υπολογίζεται κατά τα άρθρα 98, 100 παρ. 1, 107, 110, 111 και 114 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων" επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, που ταυτίζεται με την οριστικά προσδιορισθείσα αποζημίωση προς 3%, από το οποίο 2% για τη σύνταξη των αιτήσεων προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και το 1% για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων (Α.Π. 1893/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν (μεταξύ άλλων) το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση ης δίκης. Περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών συντρέχει, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν αυτά μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό. Αντίφαση, εξάλλου, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Η έλλειψη, εξάλλου, αιτιολογίας, θα κριθεί στο σύνολό της, διότι δεν απαιτούνται χωριστές αιτιολογίες για κάθε κεφάλαιο των προτάσεων των διαδίκων, αλλά η αιτιολόγηση αυτών μπορεί να είναι ενωμένη με άλλες αιτιολογίες, σε άλλα κεφάλαια των προτάσεων των διαδίκων ή να προκύπτει έμμεσα από αυτές. Η σύντομη, εξάλλου διατύπωση του αιτιολογικού, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, αρκεί τα πραγματικά περιστατικά να περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου Αττικής δυνάμει της υπ' αριθμ. 86/8-5-2001 αποφάσεως της Δημαρχιακής Επιτροπής του ανέθεσε στον ενάγοντα, ο οποίος είναι δικηγόρος Αθηνών και διατηρεί δικηγορικό γραφείο στο ..., την εντολή και πληρεξουσιότητα για παράσταση και εκπροσώπηση για την υποστήριξη των συμφερόντων του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 18-5-2001 επί της από 10-1-2001 αιτήσεως του για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης των αναφερομένων στην αγωγή ακινήτων. Η εν λόγω αίτηση είχε συνταχθεί και κατατεθεί ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 12-1-2001 από άλλον πληρεξούσιο δικηγόρο του ήδη εναγομένου και συγκεκριμένα τον δικηγόρο Αθηνών Σ. Β.. Ακολούθως, ο εναγόμενος με την υπ' αριθμ. 60/24-4-2002 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής αυτού ανέθεσε και πάλι στον ενάγοντα την εντολή και πληρεξουσιότητα για παράσταση και εκπροσώπηση του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την 26-3-2002 κατά την συζήτηση της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως λόγω της ως άνω απαλλοτριώσεως. Επί της εν λόγω υποθέσεως εξεδόθη η υπ' αριθμ. 4855/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία καθόρισε συνολικό ποσό αποζημίωσης για τις απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις μετά των επικειμένων ύψους 23.348.812,20 ευρώ και αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης ύψους 638.936,58 ευρώ, ο εναγόμενος δε Δήμος Αμαρουσίου εν συνεχεία προέβη στην παρακατάθεση των άνω ποσών (7131/18-12-2002 Γραμμάτιο Σύστασης Παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων) και την κατά νόμο ανακοίνωση και πρόσκληση. Βάσει των προαναφερθέντων και αφού ο ενάγων εκτέλεσε τις ως άνω εντολές και έκανε τις απαιτούμενες ενέργειες για την παράσταση και εκπροσώπηση του εναγομένου Δήμου ενώπιον των ανωτέρω δικαστηρίων εδικαιούτο κατ' αρχήν την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. 100 παρ. 1, 103, 107, 110 και 114 παρ. 5 του Ν. 3026/1954 (Κώδικα περί Δικηγόρων) αμοιβή ύψους 1% επί της καθορισθείσης οριστικής τιμής και αξίας των απαλλοτριωθέντων (ΑΠ 1291/2006) όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του αιτείται σωρευτικά για αμφότερες τις παραστάσεις και εκπροσωπήσεις του εναγομένου τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όσο και ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ως κατά νόμο αμοιβή του ποσοστό 1% επί της οριστικής καθορισθείσης τιμής των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων ήτοι αιτείται συνολικά για την αιτία αυτή 233.488,12 ευρώ (23.348.812,20 Χ 1% = 233.488,12) 3. Και ισχυρίζεται ο εκκαλών - ενάγων για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως του ότι δικαιούται αμοιβής για κάθε μία από τις ως άνω παραβάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών ( 1% + 1%) ήτοι 2% επί της καθορισθείσης κατά τα άνω οριστικής τιμής αποζημιώσεως λόγω απαλλοτρίωσης, οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί όπως και ο σχετικός λόγος της έφεσης του οι οποίοι άγουν σε μεταβολή του αγωγικού αιτήματος απορριπτέοι τυγχάνουν, δεδομένου ότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 526 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της βάσης του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής το απαράδεκτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Εξ ετέρου, ο εκκαλών - ενάγων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση έφεσης του ισχυρίζεται ότι η σύνταξη και κατάθεση της αιτήσεως ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως είχε γίνει από τον ίδιο εκ παραδρομής δε αναφέρεται το όνομα του επίσης δικηγόρου αδελφού του Σ. Β. και συνεπώς δικαιούται αυτός την ανάλογη νόμιμη αμοιβή (2% επί της οριστικής καθορισθείσης αξίας των απαλλοτριωθέντων), πλην όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί απορριπτέοι τυγχάνουν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα όπως προκύπτει από το ως άνω δικόγραφο της αιτήσεως καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αυτό στην θέση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του εναγομένου Δήμου Αμαρουσίου έχει την υπογραφή μόνον του δικηγόρου Σ. Β. (AM ...), στην σχετική δε έκθεση καταθέσεως δικογράφου την 12-2-2001 στην Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρεται υπό του αρμοδίου δικαστικού υπαλλήλου το όνομα του αυτού δικηγόρου (Σ. Β.) ως καταθέτοντος το δικόγραφο αυτό. Εξάλλου, απορριπτέοι τυγχάνουν και οι ισχυρισμοί του ότι δικαιούται αυτός αμοιβής για την σύνταξη και κατάθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, αφού, όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος δήμος δεν έχει παραχωρήσει στον ενάγοντα τέτοια εντολή και πληρεξουσιότητα". Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση και καθόσον αφορά την κρίση της ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή για την επικαλούμενη από αυτόν σύνταξη και κατάθεση αιτήσεως, για καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, σε σχέση με την ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων υπέρ του αναιρεσιβλήτου Δήμου Αμαρουσίου, περιέχει σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν πλήρως το εν λόγω αποδεικτικό πόρισμά της, εφόσον, κατά τρόπο σαφή δέχεται ότι η αίτηση αυτή δεν συντάχθηκε ούτε κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, αλλά από άλλον δικηγόρο και ειδικότερα από τον αδελφό αυτού Σ. Β., ο οποίος και υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και την έκθεση καταθέσεώς του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, εξάλλου, το δικαστήριο και σε σχέση με το ως άνω αγωγικό αίτημα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές με την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου διατάξεις 98, 100, 107, 110, 114 του Κώδικα περί Δικηγόρων διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 18 παρ. 4, εδ. ε' του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων).

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου και κατά το σχετικό αυτού σκέλος, από τους αριθμούς δε 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. τέταρτος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Επίσης, απορριπτέοι είναι οι από τους αριθμούς 8 και 14 (αληθώς, όμως, μόνο από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, σύμφωνα με τους οποίους ήταν αυτός ο συντάκτης των αιτήσεων περί καθορισμού τόσο της προσωρινής όσο και της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, για τις οποίες είχε τη σχετική πληρεξουσιότητα, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς, πλην τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους. Όμως και καθόσον αφορά την κρίση του ότι "δεν δικαιούται" (ο αναιρεσείων) "αμοιβής για τη σύνταξη και κατάθεση ενώπιον του Εφετείου της αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, αφού όπως αποδείχθηκε ο εναγόμενος δήμος δεν έχει παραχωρήσει στον ενάγοντα τέτοια εντολή", ενόψει α) του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με το οποίο "για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως", στις προπαρασκευαστικές δε πράξεις περιλαμβάνονται και η σύνταξη και κατάθεση της αγωγής, β) του γεγονότος ότι το δικαστήριο δέχεται ότι νόμιμα παρέστη ο αναιρεσείων, έχοντας δηλαδή τη σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα από τον αναιρεσίβλητο, κατά την εκδίκαση τόσο της αίτησης για προσωρινή τιμή όσο και για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, για την ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση, δεν αιτιολογείται επαρκώς, γιατί δεν υπήρχε "εντολή και πληρεξουσιότητα" προς σύνταξη και κατάθεση εκ μέρους του (ήδη) αναιρεσείοντος της αιτήσεως, για οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, δηλαδή για τις προπαρασκευαστικές αυτές δικονομικές ενέργειες ούτε γιατί η παράστασή του στη δίκη, για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, δεν τις νομιμοποίησε, ενόψει του ότι δέχεται το δικαστήριο, κατά τρόπο έμμεσο, αλλά σαφή, ότι ο αναιρεσείων ήταν ο συντάκτης της αιτήσεως, δοθέντος ότι και κατ' αντίθεση με το αίτημα, για επιδίκαση αμοιβής, για σύνταξη και κατάθεση της αιτήσεως στο Μονομελές Πρωτοδικείο, για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, που απορρίφθηκε, διότι η σχετική αίτηση (όπως δέχθηκε ότι αποδείχθηκε) δεν συντάχθηκε ούτε κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, αλλά από άλλον πληρεξούσιο δικηγόρο και συγκεκριμένα από τον Σπ. Βλάχο, το συναφές αίτημα ενώπιον του εφετείου, για οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως, απορρίφθηκε, όχι διότι ο αναιρεσείων δεν ήταν αυτός που συνέταξε και κατέθεσε τη σχετική αίτηση, αλλά διότι "δεν είχε τη σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα" από τον αναιρεσίβλητο. Όμως δεν διευκρινίζεται, από πού προκύπτει ότι δεν υπήρχε η προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητα εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα, ενόψει των προαναφερθέντων και ειδικά των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δικ. Εξαιτίας των ελλείψεων και των ασαφειών αυτών, περί την αιτιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, περί του αν δηλαδή συνέτρεχαν ή όχι τα στοιχεία, για την εφαρμογή ή μη των ως άνω διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων. και του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 και, συνεπώς, να κριθεί αν ορθά το εφετείο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος, για επιδίκαση σ' αυτόν αμοιβής, για την άνω αιτία, ήτοι για τη σύνταξη και κατάθεση της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως. Οι ως άνω, επομένως, ελλείψεις και ασάφειες περί την αιτιολόγηση του εν λόγω αποδεικτικού πορίσματος του εφετείου, δημιουργούν έλλειψη, κατά τούτο, νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνεπώς, κατά παραδοχή του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. τέταρτου αναιρετικού λόγου, κατά το σχετικό αυτού σκέλος, πρέπει αυτή (απόφαση) να αναιρεθεί κατά τούτο.

Για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, απαιτείται, όπως και για κάθε ένδικο μέσο, να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Αυτό προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της αποφάσεως. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται δεκτές έναντι αυτού, αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, το δε έννομο συμφέρον (πρέπει) να κρίνεται από το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (σκεπτικό και διατακτικό). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του, ότι συνέταξε και κατέθεσε για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου τις αναφερόμενες σ' αυτή αιτήσεις για προσωρινό και, στη συνέχεια, οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως, των απαλλοτριωθεισών για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου οικοπεδικών εκτάσεων και, στη συνέχεια, εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο στις σχετικές δίκες και ότι, συνεπώς, δικαιούται να λάβει την (ελάχιστη) κατά νόμο αμοιβή, ανερχόμενη συνολικά σε ποσοστό 3% επί της αξίας, που , τελικά, προσδιορίσθηκε (2% για την σύνταξη και κατάθεση και 1% για την παράσταση). Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται αμοιβής ,μόνο για την παράσταση (ήτοι 1%) και του επιδίκασε το σχετικό ποσό, μειωμένο, κατά τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του, παραπονέθηκε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με το αίτημά του, που απορρίφθηκε και ζήτησε να του επιδικασθεί και ποσό, που αντιστοιχεί στο 2% επί της αποζημιώσεως, για τη σύνταξη και κατάθεση των σχετικών αιτήσεων. Το εφετείο εξέλαβε ότι ο ενάγων ζητούσε τα ανωτέρω, ως αμοιβή, για την παράσταση του ενάγοντα τόσο στο Μονομελές Πρωτοδικείο όσο και στο Εφετείο, κατά την εκδίκαση της αίτησης για οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, (ήτοι 1% +1%) και ότι, επομένως, ζητούσε επί, πλέον των όσων ζητούσε με την ένδικη αγωγή του, με συνέπεια να απορρίψει τον σχετικό λόγο, ως απαράδεκτο, σύμφωνα με το άρθρο 526 Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της βάσης της αγωγής. Και ναι μεν τέτοια μεταβολή δεν υπήρχε, κατά τα ανωτέρω, αφού ο αναιρεσείων δε ζητούσε κάτι περισσότερο, από ό,τι ζητούσε με την αγωγή του, όμως οι από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 πρώτος και τέταρτος (εν μέρει) από τον αριθ. 8 λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονείται ότι, αφενός μεν το εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και αφετέρου ότι έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε, είναι απορριπτέοι, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντα, αφού, τελικά, το εφετείο απέρριψε ισχυρισμό του, ο οποίος, όπως και ο ίδιος δέχεται, δεν είχε προβληθεί από αυτόν και, συνεπώς ουδόλως κατά τούτο εθίγησαν τα έννομα συμφέροντά του. Να σημειωθεί, πάντως, ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της όλης αποφάσεως και ειδικότερα από τις ουσιαστικές παραδοχές αυτής, όπως προαναφέρθηκαν, έλαβε υπόψη του τον αγωγικό αυτόν ισχυρισμό, τον οποίο έκρινε επί της ουσίας και απέρριψε ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ότι, πέρα από το ποσοστό 1%, για τις παραστάσεις του, δεν δικαιούται να λάβει και ποσοστό 2% επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Συνεπώς, από το "απαράδεκτο" αυτό, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει κάποια βλάβη του αναιρεσείοντα, αφού και σε ενάντια περίπτωση, πάλι δεν θα υπήρχε διαφοροποίηση στο διατακτικό αυτής, σύμφωνα με τα όσα κατ' ουσία έγιναν δεκτά.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ειδικότερα, ως άνω, γενόμενα δεκτά, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για τον υπολογισμό της οποίας θα ληφθεί υπόψη και η διάταξη το άρθρου 281 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα, την υπ' αριθμ. 145/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, εκ χιλίων (1000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ