1027/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Δεκεμβρίου 2006 και 11 Ιανουαρίου 2007 αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου αντιστοίχως που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 129/2008 προδικαστική, 29/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του ως και τους από 21 Αυγούστου 2009 προσθέτους αυτής λόγους.
Legislator headnote
AI generated1027/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1027 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωτσόγιαννη.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Ι., κατοίκου της νήσου … , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λαμπάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Δεκεμβρίου 2006 και 11 Ιανουαρίου 2007 αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου αντιστοίχως που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 129/2008 προδικαστική, 29/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του ως και τους από 21 Αυγούστου 2009 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου από το αναιρετήριο και τρίτου από το πρόσθετο δικόγραφο λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1511 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1512-1514 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους εν διαστάσει ευρισκόμενους γονείς του, πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσης το γενικό συμφέρον και μόνον του ανηλίκου τέκνου σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και ηθικό, χωρίς να επιδρά αυτοτελώς στη λήψη της απόφασής του κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες, που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι το φύλο, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινωνική προέλευση, η περιουσιακή κατάσταση κλπ.
Για τη λήψη της απόφασης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τους με ανεπηρέαστη επιλογή αναπτυχθέντες μέχρι τότε δεσμούς του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου με τους γονείς του (και τους τυχόν αδελφούς του), τις τυχόν συμφωνίες των γονέων σχετικά με την επιμέλεια και την περιουσία του, καθώς και τη γνώμη του, εφόσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, εν όψει της ηλικίας του και της πνευματικής του ανάπτυξης, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγματικό του συμφέρον.
Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας - επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.
Η μικρή ηλικία του τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου προς ανάθεση της γονικής μέριμνάς του σε έναν από τους γονείς του μετά τη νηπιακή ηλικία του, οπότε παύει η σαφής βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας από άποψη καταλληλότητας για τη γονική μέριμνα του τέκνου.
Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και προς διαπίστωσή του λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς η εκφρασθείσα γνώμη του τέκνου να αποτελεί, χωρίς άλλο, αποφασιστικό παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι πολλές φορές η θέληση του ανηλίκου είναι αποτέλεσμα επηρεασμού και πρόσκαιρη και δεν σημαίνει ότι εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον του.
Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας. Για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το δικαστήριο τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της ψυχολογίας, πρέπει δε να αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ελέγχεται αναιρετικά, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια του συμφέροντος του τέκνου, αν αυτή είναι εσφαλμένη, με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αν δε δεν έχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου για εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1511 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του συμφέροντος του τέκνου.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος για ανάθεση σ' αυτόν της γονικής μέριμνας των δύο ανηλίκων τέκνων που απέκτησε με την αναιρεσίβλητη, ενώ απέρριψε αντίθετη αγωγή της τελευταίας, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, οι οποίοι γνωρίσθηκαν το έτος 1992 στην …, απ' όπου κατάγεται η εκκαλούσα, ηλικίας τότε 18 περίπου ετών και όπου υπηρετούσε κατά το χρόνο εκείνο ως μόνιμος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού ο εφεσίβλητος, ηλικίας τότε 30 περίπου ετών, τέλεσαν νόμιμο γάμο, πολιτικό, στις 5-5-1995 στα … και ακολούθως θρησκευτικό γάμο, στις 15-9-1996, στο … .
Στην αρχή του γάμου τους εγκαταστάθηκαν στα … όπου μετατέθηκε ο εφεσίβλητος και ακολούθως, ύστερα από νέα μετάθεσή του, στο … απ' όπου κατάγεται αυτός, όπου στη συνέχεια η εκκαλούσα διέμεινε με τους οικείους του, λόγω νέας μετάθεσής του στη … και παράλληλα φοίτησε σε σχολή κομμωτικής τέχνης του ΟΑΕΔ, μετά δε την επάνοδο του εφεσίβλητου στο … διέμειναν σε χωριστή οικία μέχρι το έτος 2002 περίπου.
Ακολούθως εγκαταστάθηκαν στη … όπου μετατέθηκε εκ νέου ο εφεσίβλητος, ο οποίος φοίτησε εκεί στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, στη συνέχεια στο … λόγω νέας μετάθεσής του, επί δύο περίπου έτη και τέλος το έτος 2005 εγκαταστάθηκαν στην …, όπου ο εφεσίβλητος, ήδη Αντισυνταγματάρχης, τοποθετήθηκε ως Διοικητής του Τάγματος Πεζικού, διέμεναν δε εκεί στις Στρατιωτικές Οικίες Αξιωματικών (ΣΟΑ).
Κατά τα πρώτα επτά και πλέον έτη του γάμου τους, παρά τις συνεχείς προσπάθειές τους δεν κατόρθωσαν να αποκτήσουν τέκνα, λόγω σοβαρών γυναικολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εκκαλούσα, ύστερα δε από επανειλημμένες εξωμήτριες κυήσεις και υποβολή της σε αποτυχημένες διαδικασίες εξωσωματικής γονιμοποίησης, στις 14-12-2002, απέκτησαν δίδυμες θυγατέρες που γεννήθηκαν στη … και βαπτίσθηκαν Π.
και Ν.. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων αρχικά, παρά τη σημαντική διαφορά της ηλικίας τους (12 ετών περίπου) υπήρξε αρμονική, με την πάροδο του χρόνου όμως διαφάνηκαν διαφορές των χαρακτήρων τους, που οδηγούσαν σε συγκρούσεις και εντάσεις μεταξύ τους και στη σταδιακή ψυχική απομάκρυνσή τους, κατάσταση στην οποία συνετέλεσε και η κατά σημαντικά χρονικά διαστήματα χωριστή διαμονή τους, λόγω μεταθέσεων του εφεσίβλητου, όπως κατά το χρόνο της μετάθεσής του στη …, κατά τον οποίο η εκκαλούσα διέμενε, όπως προαναφέρεται, στο … και κατά το χρόνο μετάθεσής του στο … επί δύο περίπου έτη, κατά τα οποία αυτή διέμενε στη …, στην οικία των γονέων της στο χωριό … .
Μετά δε την εγκατάστασή τους στην … οι εντάσεις στη σχέση τους αυξήθηκαν και αποξενώθηκαν ψυχικά, η οριστική δε διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους επήλθε τον Οκτώβριο του έτους 2006, όταν ο εφεσίβλητος διαπίστωσε ότι η σύζυγός του είχε συνάψει εξωσυζυγική σχέση. Έκτοτε η ένταση στη σχέση των διαδίκων οξύνθηκε και βρίσκονται σε συνεχή διαμάχη και σφοδρότατη δικαστική αντιδικία για την επιμέλεια των τέκνων τους, στο πλαίσιο της οποίας υπέβαλαν και εγκλήσεις ο ένας εναντίον του άλλου, αλλά και εναντίον τρίτων προσώπων που κατέθεσαν ως μάρτυρες στις μεταξύ τους δίκες.
Στις 9-11-2006 και οι δύο διάδικοι κατέθεσαν αντίθετες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, με τις οποίες η μεν εκκαλούσα επεδίωξε να της επιτραπεί να μετοικήσει από τη συζυγική οικία, να της ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια των τέκνων τους και να επιδικασθεί προσωρινά διατροφή σ' αυτά, καθώς και να της παραχωρηθεί η χρήση ορισμένων κοινών κινητών πραγμάτων, ο δε εφεσίβλητος επεδίωξε να διαταχθεί η μετοίκησή της από την οικία τους, να παραχωρηθεί η χρήση της οικίας αυτής και των αντικειμένων που υπήρχαν σ' αυτήν στον ίδιο (εκτός των προσωπικών ειδών της εκκαλούσας) και να του ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια των τέκνων τους.
Επί των αιτήσεών τους, που συνεκδικάσθηκαν στη δικάσιμο της 6-12-2006, εκδόθηκε η με αριθμό 1811/14-12-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία διατάχθηκε η μετοίκηση από τη συζυγική οικία της εκκαλούσας, στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση ορισμένων κινητών πραγμάτων και των προσωπικών της ειδών, παραχωρήθηκε η χρήση της παραπάνω οικίας στον εφεσίβλητο, ο οποίος κρίθηκε ότι ως στρατιωτικός μόνον ο ίδιος μπορούσε να την χρησιμοποιεί και ανατέθηκε προσωρινά σ' αυτόν η επιμέλεια των τέκνων τους, τα οποία διήνυαν το τέταρτο έτος της ηλικίας τους.
Αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, στις 18-12-2006, η εκκαλούσα με τις με αριθμούς καταθέσεως 3428/18-12-2006 και 3429/18-12-2006 αιτήσεις της επεδίωξε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την πρώτη την ανάκλησή της και με τη δεύτερη την προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας της με τα τέκνα της και η μεν τελευταία, που συζητήθηκε στις 7-2-2007, έγινε δεκτή με την με αριθμό 212/13-2-2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και ρυθμίσθηκε προσωρινά η επικοινωνίας της με τα τέκνα της, η δε πρώτη, που συζητήθηκε μεταγενέστερα, στις 21-2-2007, απορρίφθηκε με την με αριθμό 412/21-3-2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Από την έκδοση της προαναφερόμενης, με αριθμό 1811/14-12-2006 απόφασης που διέταξε τη μετοίκησή της και ανέθεσε την επιμέλεια των τέκνων της στον εφεσίβλητο, τα τελευταία συνέχισαν να διαμένουν μ' αυτόν στη συζυγική οικία των διαδίκων, όπου εγκαταστάθηκε και η μητέρα του, η οποία όπως αποδείχθηκε είχε ήδη, πριν την έκδοση της εν λόγω απόφασης μεταβεί από την Κρήτη στη …, όπου "έμενε σε άλλο σπίτι μέχρι να επιτραπεί από το Δικαστήριο να αποχωρήσει η Λ. (εκκαλούσα)", όπως κατέθεσε η αδερφή του εφεσίβλητου ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η δε εκκαλούσα επικοινωνούσε με τα τέκνα της όπως ορίσθηκε (για την διάρκεια του έτους, εκτός των περιόδων των εορτών και των θερινών διακοπών) με την προαναφερόμενη με αριθμό 212/13-2-2007 απόφαση, επί τρεις ώρες την Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη κάθε εβδομάδας και κάθε πρώτο και τέταρτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από την Παρασκευή και ώρα 17.30, μέχρι ώρα 18.30 της Κυριακής.
Λίγες ημέρες μετά την έκδοση της παραπάνω, με αριθμό 1811/14-12-2006, απόφασης, στις 20-12-2006, ο εφεσίβλητος άσκησε εναντίον της εκκαλούσας αγωγή για λύση του γάμου τους και την με αριθμό καταθέσεως 3491/ΕΔ/281/20-12-2006 τακτική αγωγή του για μετοίκησή της από την οικία τους, παραχώρηση της χρήσης της και των αντικειμένων που υπήρχαν σ' αυτήν στον ίδιο (εκτός των προσωπικών ειδών της εκκαλούσας) και οριστική ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων τους σ' αυτόν, η δε εκκαλούσα άσκησε την με αριθμό 141/ΕΜ/10/15-1-2007 τακτική αγωγή της επιδιώκοντας την οριστική ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων τους σ' αυτήν και την επιδίκαση διατροφής για λογαριασμό τους, επί των αγωγών δε αυτών εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 99/31-8-2007 απόφαση, με την οποία, όπως ειδικότερα προαναφέρεται, απορρίφθηκε η αγωγή της και κατά παραδοχή της αντίθετης αγωγής του εφεσιβλήτου ανατέθηκε αποκλειστικά σ' αυτόν η επιμέλεια των τέκνων τους.
Περαιτέρω από την εκτίμηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, προκύπτει ότι από τη γέννηση των τέκνων της, που απέκτησε ύστερα από επίπονες και πολυετείς προσπάθειες με μεγάλη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία, η εκκαλούσα, η οποία δεν εργαζόταν, αφιερώθηκε με στοργή, αγάπη και υπευθυνότητα στην ανατροφή τους, ανταποκρινόμενη τόσο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εφεσίβλητο, αλλά και μετά τη διάσπασή της πλήρως στα καθήκοντά της ως μητέρα αυτών, τα οποία από τη γέννησή τους μέχρι την απομάκρυνσή τους απ' αυτήν "ήταν μαζί της 24 ώρες το 24ωρο", όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε και η μάρτυράς της, αδερφή της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα οποία υπεραγαπά.
Την αγάπη της προς τα τέκνα της δεν αμφισβήτησε ούτε ο εφεσίβλητος κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι ανήλικες ήταν και είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένες μ' αυτήν, η προαναφερόμενη δε εξωσυζυγική της σχέση από κανένα πειστικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι είχε καμία επίπτωση στην εκτέλεση των καθηκόντων της ως μητέρας και ότι επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τον ψυχισμό των ανηλίκων.
Μάλιστα και η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας του εφεσίβλητου, αδερφή του, κατέθεσε " Προς το παρόν δεν έχω διαπιστώσει ότι έχουν πληγωθεί τα παιδιά", στις δε επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτόν, από 15-2-2006, 25-4-2007 βεβαιώσεις της παιδοψυχιάτρου Α. Σ. και την από 8-2-2008 βεβαίωση του ψυχολόγου Κ.
Θ., βεβαιώνεται ότι οι ανήλικες έχουν συναισθηματική και γνωστική ανάπτυξη συμβατή με την ηλικία τους. Ο βίαιος αποχωρισμός της εκκαλούσας από τα τέκνα της, νηπιακής τότε ηλικίας, αρχικά σε εκτέλεση της σχετικής απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, που στη συνέχεια οριστικοποιήθηκε με την έκδοση της εκκαλούμενης, υπήρξε οδυνηρός και για την ίδια και για τα ανήλικα, τα οποία από τη γέννησή τους μέχρι τότε ήταν συνεχώς μ' αυτήν, με την οποία έχουν ισχυρότατο ψυχικό δεσμό, ο οποίος όπως αποδείχθηκε διατηρήθηκε μέχρι σήμερα άφθαρτος, γεγονός που ενισχύει την κρίση ότι η εκκαλούσα δεν μετέβαλε ουδόλως τη συμπεριφορά της προς αυτά, το ενδιαφέρον της για τα οποία υπήρξε και παραμένει αμείωτο.
Η κρίση ότι σε καμία περίπτωση η εκκαλούσα δεν έθεσε ως προτεραιότητά της, σε σχέση με τα τέκνα της, την ερωτική της σχέση, όπως αντίθετα έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση, ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτή αμέσως μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της με τον εφεσίβλητο επεδίωξε να της ανατεθεί η επιμέλειά τους και έκτοτε, επί δύο σχεδόν έτη, διεξάγει για το σκοπό αυτό συνεχή σκληρό δικαστικό αγώνα, στον οποίο δεν θα είχε κανένα λόγο να εμπλακεί αν προτεραιότητά της ήταν η ερωτική της σχέση, την οποία αντίθετα θα είχε πλέον τη δυνατότητα να βιώσει ελεύθερη από την αδιάκοπη φροντίδα και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ανατροφή των πολύ μικρής ηλικίας διδύμων τέκνων της.
Αμέσως μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (στις 31-8-2007), ο εφεσίβλητος μετατέθηκε από τη … στο …, γεγονός για το οποίο πληροφόρησε την εκκαλούσα με εξώδικο επιστολή που της επέδωσε στις 6-9-2007, με την οποία της δηλώνει, ότι εξαιτίας αναφορών που υπέβαλε αυτή εναντίον του, μετατίθεται στο … "ξαφνικά και αντίθετα στη θέλησή του", παραλαμβάνοντας μαζί του τα τέκνα τους, ότι ήδη έχει φροντίσει για την εγγραφή τους σε ιδιωτικό σχολείο και ότι η ίδια είναι "πάντοτε ευπρόσδεκτη αποκλειστικά ως φιλοξενούμενη" στην οικία του χωρίς οικονομική της επιβάρυνση, από τις 9-9-2007 δε αποχωρώντας από τη … με τα τέκνα τους εγκαταστάθηκε μ' αυτά στην πατρική του οικία στο … και υπηρέτησε εκεί, στη ΣΕΑΠ από 22-9-2007.
Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, από 2-11-2007 έως 4-11-2007, η εκκαλούσα μετέβη και παρέμεινε στο … προκειμένου να επικοινωνήσει με τα τέκνα της, μετά δε την επικοινωνία της αυτή, με την από 5-11-2007 εξώδικό της προς τον εφεσίβλητο, αφού του καταλόγισε ότι ο ίδιος και όχι αυτή, επεδίωξε και πέτυχε τη μετάθεσή του από τη … στο …, με στόχο να την αποξενώσει από τα τέκνα τους, γνωρίζοντας ότι η ίδια δεν θα μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά στην δαπάνη που απαιτείται για την πραγματοποίηση της επικοινωνίας της μ' αυτά στο …, του εξέφρασε την ανησυχία της για τα τέκνα τους, δηλώνοντάς του ότι όπως διαπίστωσε αυτά την αναζητούν, υποφέρουν από την έλλειψή της και ότι η άτεκνη αδερφή του επιδιώκει να την αναπληρώσει ως μητέρα.
Στην επιστολή της αυτή απάντησε ο εφεσίβλητος στις 28-11-2007 καταλογίζοντάς της ότι την απέστειλε προς δημιουργία εντυπώσεων ενόψει της δίκης επί της εφέσεως που ήδη άσκησε κατά της εκκαλούμενης και δηλώνοντάς της εκ νέου ότι είναι πάντα ευπρόσδεκτη στην οικία του, "όχι για να μείνουμε μαζί αλλά για να είστε κοντά στα παιδιά σας και να σας βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις", όπως κατά λέξη αναφέρει και ότι παρά τις παρακλήσεις του να εγκατασταθεί αυτή στο …, όπου δεσμεύεται να της εξασφαλίσει ο ίδιος εργασία και οικία, αυτή προτιμά τη … .
Όπως πράγματι αποδείχθηκε η εκκαλούσα στις 20-2-2007 υπέβαλε εναντίον του εφεσίβλητου προς τον Διοικητή της Μεραρχίας Αλεξανδρούπολης αναφορά, διαμαρτυρόμενη για συνεχή από τον Δεκέμβριο του 2006 παρακολούθησή της απ' αυτόν, με την συνδρομή και κατώτερων αξιωματικών, για βιντεοσκοπήσεις και φωτογραφήσεις όλων των ατόμων που επισκέπτονται την οικία της, για εξύβρισή της απ' αυτόν παρουσία των τέκνων της και άλλων προσώπων, για πιέσεις του σε κατονομαζόμενους υφιστάμενούς του προκειμένου να καταθέσουν ενόρκως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Σαμοθράκης, ψευδή εναντίον της γεγονότα και ότι ήδη είχε υποβάλλει σχετική έγκληση εναντίον τους, ζήτησε δε την προστασία της τιμής και της υπόληψης αυτής και των τέκνων της, με την "επαναφορά στην τάξη" του εφεσίβλητου.
Μετά δε την έκδοση του από 7-3-2007 πορίσματος της "πρόχειρης εξέτασης", που διατάχθηκε σχετικά και την οποία σημειώνεται ότι διενήργησε ο κατονομαζόμενος στην αναφορά της και ήδη από 20-2-2007 μηνυθείς απ' αυτήν Συνταγματάρχης Γ. Κ., ο οποίος κατέληξε ότι το περιεχόμενο της αναφοράς της ήταν ψευδές και μ' αυτήν επιχείρησε να πλήξει επαγγελματικά τον εφεσίβλητο "για να αποκομίσει οφέλη σε μελλοντική ακροαματική διαδικασία για την οριστική ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων τους και την εκδίκαση αίτησης διαζυγίου", η εκκαλούσα, σε χρόνο μετά τη συζήτηση της παραπάνω αιτήσεώς της για ανάκληση της με αριθμό 1811/14-12-2006 απόφασης, ο οποίος δεν προκύπτει συγκεκριμένα, υπέβαλε προς τον διοικητή της Μεραρχίας Αλεξανδρούπολης νέα αναφορά σε συνέχεια της πρώτης, στην οποία αναφέρει ότι κατά την εκδίκαση της εν λόγω αιτήσεώς της, που έγινε στις 21-2-2007, ο εφεσίβλητος χρησιμοποίησε ένορκες βεβαιώσεις κατονομαζόμενων αξιωματικών, αποσπάσματα των οποίων παραθέτει στο κείμενο της αναφοράς της και με τις οποίες, όπως αναφέρει, αυτοί "ομολογούν" ότι συμμετείχαν σε παρακολουθήσεις της.
Και η εν λόγω αναφορά, η τύχη της οποίας δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο, καταλήγει στο ίδιο κατά λέξη αίτημα με την πρώτη, σε καμία δε απ' αυτές δεν κάνει λόγο για ανάγκη μετάθεσης του εφεσίβλητου, ούτε από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο προκύπτει ότι υπήρξαν αιτία της μετάθεσής του, όπως αντίθετα ισχυρίζεται και με τις προτάσεις του κατά την παρούσα συζήτηση ο ίδιος, ο οποίος διατείνεται μεν ότι η μετάθεση αυτή, συμπτωματικά μάλιστα στον τόπο καταγωγής του, έγινε παρά την αντίθετη θέλησή του, δεν προσκομίζει όμως, όπως είχε την ευχέρεια, κανένα σχετικό με την μετάθεσή του έγγραφο, ούτε οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ώστε να διαπιστωθεί η αλήθεια του ισχυρισμού του ότι αιτία της υπήρξαν οι αναφορές της εκκαλούσας, εναντίον της οποίας μετά την έκδοση του προαναφερόμενου πορίσματος υπέβαλε την από 28-3-2007 έγκλησή του για συκοφαντική δυσφήμηση και στις 26-4-2007 κατέθεσε εναντίον της την με αριθμό καταθέσεως 93/26-4-2007 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης με την οποία επιδιώκει να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλλει νομιμότοκα το ποσό των 200.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του για την ηθική βλάβη που επικαλείται ότι υπέστη από την υποβολή της πρώτης παραπάνω αναφοράς της.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που διαμορφώνεται από την πλειονοψηφία των μελών του και συνάγεται από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, τη μετάθεσή του αυτή επιδίωξε ο ίδιος ο εφεσίβλητος, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην οικία του στο …, λίγους δε μήνες αργότερα, στις 27-5-2008 υπέβαλε αίτηση αποστρατείας του, που έγινε δεκτή και στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2008, αφού προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχη, αποστρατεύθηκε και συνέχισε να διαμένει έκτοτε μόνιμα στην προαναφερόμενη οικία με τα τέκνα του.
Ο γάμος των διαδίκων έχει ήδη λυθεί και συγκεκριμένα η προαναφερόμενη σχετική αγωγή του εφεσίβλητου για λύση του γάμου τους, συνεκδικάσθηκε στις 11-6-2008 με όμοια αγωγή της εκκαλούσας και ήδη, πριν την παρούσα συζήτηση, εκδόθηκε η με αριθμό 109/26-9-2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δεν προκύπτει ότι έχει καταστεί αμετάκλητη ή έστω τελεσίδικη και με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της εκκαλούσας και κατά παραδοχή της αγωγής του εφεσίβλητου απαγγέλθηκε η λύση του γάμου τους από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εκκαλούσας και συγκεκριμένα με την αιτιολογία ότι αιτία της διακοπής της έγγαμης συμβίωσής τους υπήρξε αποκλειστικά η σύναψη της εξωσυζυγικής της σχέσης.
Με την με αριθμό 3960/2648/2008 δε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ρυθμίσθηκε προσωρινά κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η επικοινωνία της εκκαλούσας με τα τέκνα της. Η εκκαλούσα από 1-9-2007, μετά δηλαδή την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, μίσθωσε οικία στη … για να τη χρησιμοποιήσει ως κατοικία αυτής και των τέκνων της, η οποία αποτελείται από καθιστικό, τραπεζαρία, κουζίνα, μπάνιο και δύο δωμάτια (βλ.
το από 1-9-2007 σχετικό μισθωτήριο συμφωνητικό), το ένα από τα οποία έχει διαμορφώσει σε παιδικό δωμάτιο, εξοπλίζοντας και διακοσμώντας το κατάλληλα για τη διαμονή των ανηλίκων, εξασφαλίζοντας ένα άνετο και ευχάριστο περιβάλλον γι' αυτά. Στην οικία αυτή διαμένει μόνη και από κανένα πειστικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι διαμένει ή πρόκειται να διαμείνει άλλο πρόσωπο, εκτός των τέκνων της.
Ήδη εργάζεται ως κομμώτρια σε κομμωτήριο, η εργασία της δε της επιτρέπει να διαθέτει τον απαιτούμενο για την ενασχόλησή της με τα τέκνα της χρόνο, τον οποίο έχει την πρόθεση να τους διαθέτει αφειδώς. Από την εγκατάσταση δε του εφεσίβλητου με τα τέκνα τους στο …, οπότε έπαυσε η συχνή μέχρι τότε, επί 12 ημέρες το μήνα, προσωπική επικοινωνία της με αυτά, επικοινωνεί πλέον σε καθημερινή βάση τηλεφωνικώς μαζί τους (βλ.
σχετικά και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον εφεσίβλητο, με αριθμούς …/4-12-2007 και …/4-12-2007 ένορκες βεβαιώσεις της Ε. Ν. και Σ. Σ. ενώπιον της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου Ηρακλείου), πραγματοποίησε δε και τρία ταξίδια στην Κρήτη, όπου διέμεινε σε ξενοδοχείο, προκειμένου να έλθει σε επικοινωνία με αυτά, πραγματοποιώντας κάθε φορά τέσσερις αεροπορικές πτήσεις, για τη μετάβαση και επιστροφή της (Αλεξανδρούπολη - Αθήνα - Ηράκλειο - Αθήνα-Αλεξανδρούπολη).
Το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος πλέον μετά την αποστρατεία του έχει απεριόριστο ελεύθερο χρόνο, όπως και το ότι είναι οικονομικά ισχυρότερος της εκκαλούσας, δεν τον καθιστά καταλληλότερο για την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων θυγατέρων του, στην οποία όπως αποδείχθηκε αναμειγνύονται ενεργά η ηλικίας 70 περίπου ετών μητέρα του, Σ.
Σ. και η αδερφή του Χ. Σ., που διαμένουν σε διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής όπου η κατοικία του, κυρίως δε η αδερφή του, η οποία είναι έγγαμη, χωρίς όμως τέκνα και ασχολείται από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ιδιαίτερα με τις ανήλικες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, όπως η ίδια κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξεταζόμενη ως μάρτυρας, αυτή παρίστατο ακόμη και στη διάρκεια συνεδριών των ανηλίκων με παιδοψυχολόγο, από την όλη δε κατάθεσή της, όπως και τις με αριθμούς …/27-4-2007 και …/4-12-2007 ένορκες καταθέσεις της μητέρας του εφεσίβλητου ενώπιον των συμβολαιογράφων Σαμοθράκης, Μαρίας Καλλινάκη και Ηρακλείου, Μαρίνας Ανδρόνα- Κοντογιαννάκη, αντίστοιχα, διαφαίνεται ότι αυτές διακατέχονται από έντονα αρνητικά συναισθήματα για το πρόσωπο της εκκαλούσας μητέρας των ανηλίκων, εξαιτίας του εξωσυζυγικού της δεσμού και εκφράζονται ιδιαίτερα απαξιωτικά γι' αυτήν, κρίνεται δε κατά συνέπεια ότι ο ενεργός τους ρόλος στην ανατροφή τους δεν είναι ευεργετικός γι' αυτά και άλλωστε η περιποίηση και φροντίδα της μητέρας τους, αλλά κυρίως η μητρική στοργή, δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τη φροντίδα και αγάπη της γιαγιάς και της θείας τους.
Ο εφεσίβλητος, όπως προαναφέρεται, επανειλημμένα πρότεινε στην εκκαλούσα να εγκατασταθεί στην οικία του στο … προσφερόμενος να καλύπτει τις δαπάνες διαβίωσής της ή να εγκατασταθεί σε άλλη οικία την οποία προσφέρεται επίσης να της εξασφαλίσει όπως και εργασία, πέραν του ότι όμως η συνύπαρξη των διαδίκων είναι πλέον αδύνατη λόγω της σφοδρής κατά τα παραπάνω αντιδικίας που υφίσταται μεταξύ τους και για άλλα ζητήματα εκτός της επιμέλειας των τέκνων τους και της αντιπαλότητας που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους και θα είχε συνακόλουθα αρνητικές επιπτώσεις στα τέκνα τους, ο τόπος διαβίωσης της εκκαλούσας είναι ζήτημα δικής της επιλογής και δεν μπορεί να αξιωθεί απ' αυτήν να εγκατασταθεί στο …, με την προοπτική, έστω αρχικά, της οικονομικής εξάρτησής της από τον εφεσίβλητο και της τυχόν υλοποίησης των υποσχέσεών του ότι θα της εξασφαλίσει οικία και εργασία, ούτε η μη αποδοχή εκ μέρους της των σχετικών προτάσεών του, που επανέλαβε και κατά την παρούσα συζήτηση, υποδηλώνει μειωμένο ενδιαφέρον της για τα ανήλικα.
Η παραμονή των ανηλίκων στο … κρίνεται ότι θα επιφέρει αναπόφευκτα με την πάροδο του χρόνου τη σταδιακή αποξένωση των ανηλίκων από τη μητέρα τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας για την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας της με αυτά, που συνεπάγεται η μεγάλη απόσταση (Κρήτης-…) στην οποία διαμένουν, ενόψει μάλιστα ότι εργάζεται και το μοναδικό της εισόδημα από την εργασία της ως κομμώτριας δεν της παρέχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί τα απαιτούμενα για την υλοποίηση της επικοινωνίας αυτής πολυδάπανα ταξίδια.
Η αποξένωση δε των ανηλίκων από τη μητέρα τους στην τρυφερή ηλικία, την οποία διανύουν, κατά την οποία έχουν απόλυτη ανάγκη της δυσαναπλήρωτης μητρικής της στοργής και θαλπωρής και των φροντίδων της, θα έχει ολέθριες συνέπειες στην όλη ψυχοσωματική τους ανάπτυξη. Ήδη, όπως αποδείχθηκε και προαναφέρεται, τα ανήλικα βιώνουν με τρόπο οδυνηρό την απομάκρυνσή τους από την μητέρα τους, η οποία κατά την, καθ' όλα αξιοπρεπή και σοβαρή, αυτοπρόσωπη εμφάνισή της κατά την παρούσα συζήτηση, κατέθεσε χαρακτηριστικά και με πειστικότητα, ότι κάθε φορά που επικοινωνεί μαζί τους την αποχωρίζονται με κλάματα και ρωτώντας την "πότε θα μείνουμε για πάντα μαζί", καθώς και ότι όπως διαπίστωσε, η αδερφή του εφεσίβλητου, η οποία όπως προαναφέρεται δεν έχει τέκνα, επιχειρεί να την υποκαταστήσει στο ρόλο της μητέρας των ανηλίκων.
Εξάλλου το γεγονός ότι οι ανήλικες νοιώθουν έλλειψη της μητέρας τους επιβεβαίωσε και ο εφεσίβλητος κατά την παρούσα συζήτηση, δηλώνοντας ότι "φυσικά και τους λείπει". Πρέπει να σημειωθεί ότι όπως αποδείχθηκε, τα τέκνα των διαδίκων διατηρούν πολύ καλή σχέση με τους γονείς της εκκαλούσας, οι οποίοι είναι καθ' όλα αξιοπρεπή, έντιμα και φιλήσυχα άτομα και τα υπεραγαπούν, το γεγονός δε ότι ο πατέρας της πάσχει από κατάθλιψη, ουδόλως επηρέασε, ούτε πρόκειται, όπως διατείνεται ο εφεσίβλητος, να έχει οποιαδήποτε αρνητική επίδραση επί των ανηλίκων και άλλωστε αυτοί διαμένουν στο χωριό …, από κανένα δε στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά τις προθέσεις της εκκαλούσας "σιγά-σιγά τα παιδιά θα μετακομίσουν στο … στους γονείς της", όπως αντίθετα υποθέτει ο εφεσίβλητος.
Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο, κατά την επικρατήσασα γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον των ανηλίκων, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες τους, κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειάς τους στη μητέρα τους, η οποία παρέχει όλα τα εχέγγυα για την περαιτέρω ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξή τους, ενώ το ότι ο εφεσίβλητος, ο οποίος επίσης αγαπά τα ανήλικα, έχει την οικονομική δυνατότητα να τους εξασφαλίσει πλουσιοπάροχα όλα τα απαιτούμενα για την διαβίωσή τους υλικά αγαθά, την φοίτησή τους σε ιδιωτικό σχολείο του …, όπου φοιτούν ήδη και την παρακολούθησή τους από παιδοψυχολόγους, δεν τον καθιστά καταλληλότερο της εκκαλούσας για την άσκηση της επιμέλειάς τους, η απουσία της οποίας από τη ζωή τους, στην ηλικία την οποία διανύουν, είναι καταλυτική για την διαμόρφωση της προσωπικότητας και την εν γένει ισόρροπη ανάπτυξή τους, αυτός δε έχει και απεριόριστο χρόνο και την οικονομική δυνατότητα να διατηρήσει την επαφή του με τα τέκνα του, στο πλαίσιο επικοινωνίας μαζί τους, ώστε να μην επέλθει αποξένωσή τους απ' αυτόν και έτσι ευχερώς του δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς κατά την επικοινωνία του με τα τέκνα του, αν υπάρχει χαλάρωση στο ενδιαφέρον και την προσοχή της μητέρας τους γι' αυτά, ενώ αντίθετα, αν παραμείνουν στην Κρήτη, η δυνατότητα αυτή εκμηδενίζεται ουσιαστικά για την μητέρα τους.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, ανέθεσε την επιμέλεια των ανηλίκων στον εφεσίβλητο, κρίνοντας αντίθετα ότι αυτός είναι καταλληλότερος για την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων "συνεπικουρούμενος από τη μητέρα του η οποία από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και συγκεκριμένα από τον Νοέμβριο του έτους 2006 μετακόμισε από το … στη …", ότι οι συνθήκες ζωής αυτού "δεν είναι πιθανό να μεταβληθούν άμεσα" και η ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων τους σ' αυτόν "δεν θα οδηγήσει σε ψυχική αποξένωση των ανηλίκων με τη μητέρα τους, η οποία μπορεί να επιδιώκει τη συχνή επικοινωνία με τις ανήλικες", ότι η εκκαλούσα "δεν μπορεί εύκολα να συνεπικουρείται από άλλο άτομο στη άσκηση της επιμέλειάς τους, κατά τις ώρες που εργάζεται, καθόσον οι γονείς της διαμένουν σε άλλο μέρος, στον οικισμό …, όπου και διατηρούν καφενείο-ψησταριά και αυτή δεν διαθέτει μεταφορικό μέσο για να τα μεταφέρει εκεί" και "Αν εξαιτίας αυτού του γεγονότος υποχρεωθεί να διαμορφώσει το ως άνω διαμέρισμά της σε επαγγελματική στέγη, δεχόμενη σε αυτό καθημερινά πελάτισσες, τούτο θα συμβάλλει ιδιαίτερα αρνητικά στους όρους διαμονής των ανηλίκων", καθώς και ότι η σχέση της "με το νέο σύντροφο της αποτελεί για αυτή προτεραιότητα και την οδηγεί συχνά να αδιαφορεί για τις επιπτώσεις της στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας των ανηλίκων τέκνων της, η όλη δε παραπάνω διαμορφωθείσα κατάσταση είναι δυνατόν να έχει δυσμενείς συνέπειες στον ψυχικό κόσμο των ανηλίκων" και ότι αυτή "προς τον παρόν, δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στο λειτουργικό καθήκον της άσκησης της επιμέλειάς τους" εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, σημειουμένου και του γεγονότος ότι αμέσως μετά την έκδοσή της μεταβλήθηκαν οι συνθήκες που έκρινε ότι δεν πρόκειται να μεταβληθούν άμεσα ιδίως ως προς τον τόπο διαμονής του εφεσίβλητου και των τέκνων των διαδίκων".
Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναθέτοντας σ' αυτή αποκλειστικά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά τη διατύπωση της κρίσης του ως προς την υπερέχουσα καταλληλότητα της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος συζύγου της για την ανάθεση από το Δικαστήριο προς εκείνη της αποκλειστικής ασκήσεως της επιμέλειας των κοινών τέκνων τους, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512-14 και 1518 του ΑΚ που εφήρμοσε.
Ειδικότερα: 1) Ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν έθεσε σε προτεραιότητα την (εξωσυζυγική) ερωτική της σχέση στη …, σε σύγκριση με το ενδιαφέρον για τα ανήλικα τέκνα της, ανεπαρκώς αιτιολογείται το ότι αυτή συνηθισμένη σε συχνές μεταβολές κατοικίας κατά τον έγγαμο βίο της, δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για την πρόταση του αναιρεσείοντος να της εξασφαλίσει διαμονή και εργασία στο …, όπου παρείχοντο καλύτερες συνθήκες ανατροφής και μορφώσεως των ανηλίκων, χωρίς να στερηθούν την παρουσία των γονέων τους και χωρίς να διακοπεί ο για σχετικώς μακρό χρόνο και επωφελής τρόπος διαβίωσης των ανηλίκων στον τελευταίο αυτό τόπο, αλλά αντιπαρέρχεται τη στάση αυτή της αναιρεσίβλητης, με γενικόλογη αναφορά στο δικαίωμα του προσώπου να επιλέγει τον τόπο διαμονής του. 2) Ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη διατηρούσε ισχυρότατο ψυχικό δεσμό με τα τέκνα της και αμείωτο ενδιαφέρον γι' αυτά και ότι διέμενε σε μισθωμένη οικία στη … και είχε την επιθυμία να διαθέτει αφειδώς τον ελεύθερο χρόνο της για ανατροφή των ανηλίκων, δεν διευκρινίζεται ποιός ήταν ο χρόνος της ημερήσιας απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στην εργασία της, ώστε να προκύπτει ο προοριζόμενος να διατεθεί για την ανατροφή των τέκνων της χρόνος και ο τρόπος αναπλήρωσής της στη μέριμνα αυτών, κατά το χρόνο απουσίας στην εργασία της, δεδομένου ότι οι γονείς της διέμεναν σε άλλο χωριό του νησιού και ο πατέρας της επί πλέον έπασχε από κατάθλιψη. 3) Σε αντιπαραβολή με την αναιρεσίβλητη, ο αναιρεσείων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "επίσης αγαπούσε τα ανήλικα", σε βαθμό προφανώς μη υπολειπόμενο των αντίστοιχων αισθημάτων της αναιρεσίβλητης, αλλά αυτός υπερείχε της τελευταίας σε όλα τα υπόλοιπα κριτήρια καταλληλότητας, γιατί διέθετε:
α) οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσει στα ανήλικα τέκνα τους "πλουσιοπάροχα όλα τα απαιτούμενα για τη διαβίωσή τους υλικά αγαθά", β) "απεριόριστο ελεύθερο χρόνο" για την προσωπική παροχή των φροντίδων του και γ) άμεση βοήθεια στην ανατροφή, επίβλεψη και εκπαίδευση των ανηλίκων από εξ αίματος στενούς και κατάλληλους συγγενείς του, οι οποίοι ενοικούσαν στην ίδια πολυόροφη οικοδομή, ήτοι την ηλικιωμένη μητέρα του αναιρεσείοντος και την έγγαμη, αλλά άτεκνη αδελφή του, εκπαιδευτικό στο επάγγελμα, η σημασία της συνεισφοράς της οποίας για την ικανοποίηση των αναγκών των ανηλίκων δεν μπορούσε να τεθεί σε αμφιβολία ακόμα και αν οι υπηρεσίες της είχαν εκληφθεί από τις ανήλικες ή είχαν επιχειρηθεί από εκείνη, ως υποκατάστατο της ελλείπουσας μητρικής στοργής των ανηλίκων. 4) Έτσι το μοναδικό υπέρτερο στοιχείο, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, όπου στηρίζει την κρίση της ως προς την υπεροχή της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος για την ανάθεση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων τους, είναι η εντονότερη (από εκείνη του αναιρεσείοντος) συναισθηματική αλληλεξάρτηση της αναιρεσίβλητης με τα δύο τέκνα τους, η οποία αποτελεί φυσικό νόμο στη συνέχεια της διαδικασίας αναπαραγωγής της ζωής, αλλά δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο κατά νόμο, για τη ρύθμιση από το δικαστήριο της γονικής μέριμνας και της περιλαμβανόμενης στην έννοια αυτής επιμέλειας του τέκνου, για την οποία μοναδικός γνώμονας είναι το συμφέρον του τέκνου.
Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος από το αναιρετήριο και τρίτος από το δικόγραφο προσθέτων λόγων, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.), ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλου δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 29/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ