1027/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1027/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο σημαίνει ότι η σύμβαση θεωρείται καταρτισθείσα προκύπτει ότι τα μέρη δεν εξάρτησαν τη σύναψή της από την επίτευξη συμφωνίας επί των σημείων τούτων. Τέτοια θέληση για σύναψη της σύμβασης θεωρείται συνήθως υφιστάμενη όταν και τα δύο μέρη εν γνώσει της ελλείπουσας συμφωνίας σε κάποιο επουσιώδες σημείο άρχισαν να εκπληρώνουν τη σύμβαση ή όταν με μεταγενέστερη συμφωνία προσδιόρισαν και το επουσιώδες σημείο.
Full text
Απόφαση 1027 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1027/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΠΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και τελεί υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη νόμιμα από την μόνη εκκαθαρίστριά της, Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ρεκλό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Δημήτριο Λαδά .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4076/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 934/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Ιουνίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2007 έκθεση, της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Παναγιωτάκη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως , οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 871 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η ΑΚ 871 χαρακτηρίζει ρητώς τον συμβιβασμό ως σύμβαση. Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 189, 191 παρ. 2, 195 του ΑΚ, που ισχύουν γενικά επί συμβάσεων, για να συναφθεί η σύμβαση του συμβιβασμού απαιτείται να υπάρχει συμφωνία των μερών για όλους τους όρους που αναφέρονται στη διάλυση της μεταξύ τους έριδας ή αβεβαιότητας.
Δηλαδή η πρόταση και η αποδοχή πρέπει να καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους ακόμη και στα επουσιώδη. Αν δεν υπάρχει τέτοια πλήρης κάλυψη η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί. Ωστόσο, εφόσον υπάρχει φανερή ασυμφωνία επί επουσιωδών σημείων, δηλαδή τα μέρη τελούν εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν συμφώνησαν στα ανωτέρω επουσιώδη σημεία, η σύμβαση θεωρείται ότι δεν καταρτίστηκε μόνον "σε περίπτωση αμφιβολίας" κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 195 του ΑΚ.
Τούτο σημαίνει ότι η σύμβαση θεωρείται καταρτισθείσα προκύπτει ότι τα μέρη δεν εξάρτησαν τη σύναψή της από την επίτευξη συμφωνίας επί των σημείων τούτων. Τέτοια θέληση για σύναψη της σύμβασης θεωρείται συνήθως υφιστάμενη όταν και τα δύο μέρη εν γνώσει της ελλείπουσας συμφωνίας σε κάποιο επουσιώδες σημείο άρχισαν να εκπληρώνουν τη σύμβαση ή όταν με μεταγενέστερη συμφωνία προσδιόρισαν και το επουσιώδες σημείο.
Η φανερή ασυμφωνία, περί της οποίας το άνω άρθρο 195 ΑΚ, διακρίνεται της λανθάνουσας (παρανόησης), η οποία υπάρχει όταν τα μέρη πιστεύουν ότι συμφώνησαν σε όλα τα σημεία και ότι η σύμβαση έχει συναφθεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν συμφωνήσει σε ορισμένο ή ορισμένους όρους, οπότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 196 ΑΚ, εφόσον πρόκειται περί επουσιώδους όρου, γίνεται δεκτό ότι συνήφθη η σύμβαση, εφόσον, κατά την υποθετική βούληση των μερών, αυτή θα καταρτιζόταν έστω και χωρίς να αποφασίσουν τα μέρη για το συγκεκριμένο όρο.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία "ΑΠΚΟ ΑΒΕ" στις 20.10.1988 είχε ληξιπρόθεσμο χρέος προς την αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ανερχόμενο σε 5,3 δισεκατομμύρια δραχμές, από τις αναφερόμενες στην απόφαση συμβάσεις α) πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και β) δανείου για πάγιες εγκαταστάσεις.
Την ανωτέρω ημερομηνία, ο ΑΑ, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, με επιστολή του προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα πρότεινε συμβιβαστική ρύθμιση της οφειλής της αυτής με τους όρους: α) της άμεσης καταβολής ποσού 400.000.000 δραχμών για την άσκηση του δικαιώματος εξωνήσεως των μετοχών της εταιρίας ΕΒΓΑ ΑΒΕΕ, που βρίσκονταν στην κατοχή της τράπεζας, β) της άμεσης καταβολής 900.000.000 δραχμών, γ) του καθορισμού του υπολοίπου οφειλομένου κατά την 31-12-1988 ποσού σε 3.000.000.000 δρχ., εξοφλητέου εντόκως με 16 ετήσιες δόσεις.
Ως προς τον τόκο προτάθηκε α) να ανέρχεται το επιτόκιο κατά το εκάστοτε κόστος χρήματος για την τράπεζα, όπως αυτό θα διαμορφώνεται για κάθε κατηγορία των από της ΑΠΚΟ οφειλομένων προς την Τράπεζα δανείων, χωρίς προμήθεια και β) η καταβολή των τόκων να αρχίζει μετά δεκαοκτάμηνο από την έγκριση της πρότασης αυτής, και των ετησίων δόσεων μετά δυόμιση έτη από την έγκριση, όσον αφορά δε τις εγγυήσεις, α) να δοθεί ενέχυρο επί των μετοχών των εταιριών ΑΠΚΟ και ΕΒΓΑ, οι οποίες βρίσκονταν ήδη στα χέρια της αναιρεσίβλητης, β) να δοθεί προσωπική εγγύηση του ΑΑ και γ) να παρασχεθεί προσημείωση υποθήκης επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της συζύγου του ΒΒ κειμένου στην ..., εκτάσεως 6000 τ.μ.
περίπου, αξίας 300.000.000 δραχμών. Στην έγγραφη αυτή πρόταση συμβιβασμού απάντησε η αναιρεσίβλητη με το υπ' αριθμ. ... έγγραφό της, στο οποίο αναφέρεται "Σχετικά με τη ρύθμιση της ανωτέρω εταιρίας, σας γνωρίζομε ότι οι υποβληθείσες προτάσεις σας έγιναν δεκτές, ως εξής: ... α) καταβολή αμέσως μετρητοίς του ποσού των 1.300.000.000 δραχμών (από τα οποία 400 εκατομμύρια για την επαναγορά των μετοχών της ΕΒΓΑ), β) το υπόλοιπο του χρέους θα ανέρχεται σε 3 δισεκατομμύρια, γ) η εξόφληση θα γίνει με 15 ετήσιες δόσεις, εντόκως με το βασικό για κάθε περίπτωση χρηματοδοτήσεως επιτόκιο της Τράπεζας (τότε ανερχόταν όπως σημειώνεται στο ίδιο αυτό απαντητικό έγγραφο σε 21,75% για το κεφάλαιο κινήσεως και 18% για τα δάνεια παγίων εγκαταστάσεων).
Οι τόκοι θα λογίζοιται μεν αμέσως, η καταβολή τους όμως θα αρχίσει την 22-5-1990 (δηλαδή μετά 18 μήνες περίπου). Η καταβολή των ετήσιων δόσεων θα αρχίσει μετά 2 έτη (22-11-1990)". Από το συνδυασμό των δύο ανωτέρω εγγράφων, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι επήλθε πλήρης συμφωνία επί των υπό στοιχ. α' και β ' όρων (καταβολές και τόκους), ότι υπήρξε μικρή απόκλιση ως προς τον αριθμό των ετήσιων δόσεων (η μεν εφεσίβλητη πρότεινε 16 ετήσιες η δε αναιρεσίβλητη αντιπρότεινε 15), ότι ως προς την καταβολή των τόκων δεν υπάρχει διαφωνία, και ότι οι τόκοι θα οφείλοντο μεν και για το πρώτο 18μηνο, η καταβολή τους όμως θα άρχιζε μετά την παρέλευσή του (22-5-1990).
Ως προς το ύψος του επιτοκίου επίσης δεν υπήρχε διαφωνία, καθόσον δε αφορά τις εγγυήσεις αναφέρεται ότι οι απαιτήσεις θα ασφαλίζονταν, μεταξύ άλλων, με ενέχυρο επί των μετοχών της ΕΒΓΑ (ποσοστού 67,3% του συνόλου των με δικαίωμα ψήφου), με την προσωπική εγγύηση του ΑΑ, με ενέχυρο επί του 60% των μετοχών της ΑΠΚΟ με δικαίωμα ψήφου, με εγγραφή βαρών ανάλογου ποσού στο προσφερόμενο αστικό ακίνητο στην Εκάλη, δηλούμενης αξίας 300 εκατ.
δραχμών και με τις υφιστάμενες λοιπές εξασφαλίσεις. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο, στις 2-12-1988 η αναιρεσείουσα απηύθυνε προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα έγγραφο που υπογράφει ο ΓΓ Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλός της, στο οποίο αυτός αναφέρει στην αρχή "Σας ευχαριστούμε γιατί κατανοήσατε το αίτημα της εταιρίας μας και εγκρίνατε ρυθμίσεις των οφειλών της προς την Τράπεζα σας" και στη συνέχεια προτείνει:
α) να καταβληθούν τα 900 εκατομμύρια κατά τα 2/3 εντός των προσεχών ημερών, ενώ το υπόλοιπο μέχρι την 15-1-1989, οπότε θα ολοκληρωνόταν η διαδικασία αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρίας, πράγμα το οποίο πράγματι συνέβη, β) η διετής περίοδος χάριτος και ο υπολογισμός των τόκων επί του οφειλομένου ποσού να αρχίσει την 1-1-1989 και γ) ότι οι μετοχές της ΕΒΓΑ ΑΒΕΕ, που ανήκαν στην εταιρία και έχουν πωληθεί και μεταβιβασθεί στο σύνολό τους προς τον ΑΑ, θα προσφερθούν από αυτόν, όπως έχει δεχθεί, ως ενέχυρο στην Τράπεζα μαζί με υποθήκη επί ακινήτου και την προσωπική του εγγύηση, προς ασφάλεια των υποχρεώσεων της ΑΠΚΟ.
Σε εκτέλεση μέρους των ανωτέρω που προτάθηκαν από την ΑΠΚΟ, ο ΑΑ, με τις υπ'αριθμ. ... και ... συμβάσεις, παρέσχε ως ενέχυρο στην Εθνική Τράπεζα, προς εξασφάλιση μεταξύ άλλων και της απαιτήσεως της τελευταίας από τον ανοικτό λογαριασμό, πλην των μετοχών της ΑΠΚΟ, και 38886 μετοχές εκδόσεως της ΕΒΓΑ. Την 24.7.1989 η αναιρεσίβλητη απηύθυνε προς την αναιρεσείουσα έγγραφο, στο οποίο αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο επιμερισμός παγίων και κεφαλαίων κινήσεως προς εξόφληση του ποσού 3 δισεκατομμυρίων δραχμών να γίνει σε αναλογία 16% για τα πάγια και 84% για το κεφάλαιο κινήσεως και με επιτόκιο 18,75% και 22% αντίστοιχα. 'Έναρξη της περιόδου χάριτος και αφετηρία υπολογισμού τόκων είναι η 22-11-1988.
Στο ίδιο αυτό έγγραφο αναφέρεται ότι "αναβάλλεται προς το παρόν" η εξέταση άλλων τεσσάρων αιτημάτων της αναιρεσείουσας (κεφαλαιοποίηση τόκων της περιόδου χάριτος, εξόφληση των 3 δις με ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις αντί των 15 ετησίων). Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρεται σε άλλα έγγραφα της αναιρεσείουσας που επακολούθησαν, στα οποία αυτή διατυπώνει νέα αιτήματα, καθώς και στο με αριθ. ...
απαντητικό έγγραφο της αναιρεσίβλητης στο οποίο έκανε μνεία των εγγράφων της που αποτύπωναν τη θέση της σχετικά με τις οφειλές, μεταξύ των οποίων και το αρχικό ..., και της γνωστοποιούσε ότι τα αιτήματά της για τα οποία δεν της έχουν κοινοποιηθεί αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων θεωρούνται εκκρεμή, και καταλήγει στα εξής:
Από τη συνεκτίμηση όλων των προεκτεθέντων προκύπτει ότι με την ανταλλαγή των δύο πρώτων των ως άνω επιστολών - εγγράφων [της από 20.10.1988 της αναιρεσείουσας και της από 30.11.1988 της αναιρεσίβλητης] καταρτίστηκε ολοκληρωμένη σύμβαση ρυθμίσεως των χρεών της πρώτης προς την τράπεζα, η οποία φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως συμβιβασμού, ιδίως διότι ενώ τα χρέη της ΑΠΚΟ ΑΕ ανέρχονταν το Νοέμβριο του 1988 σε 5,3 δισεκατομμύρια δρχ., συμφωνήθηκε περιορισμός τους σε 4,3 δισεκατομμύρια δρχ., καθώς και περίοδος χάριτος και δόσεις εξοφλήσεως.
Τούτο, ότι δηλαδή πρόκειται περί ολοκληρωμένης συμβάσεως συμβιβασμού, δεν αναιρείται από το περιστατικό της μη πλήρους ταύτισης του αριθμού των ετησίων δόσεων εξοφλήσεως (15 ή 16) και του χρόνου λήξης της περιόδου χάριτος, που αναφέρονται στα δύο προμνημονευόμενα κρίσιμα έγγραφα. Η βούληση των συμβαλλομένων στον εν λόγω εξώδικου συμβιβασμό, που ερμηνεύεται ως προς τα ως άνω και μόνο κενά της όπως απαιτεί η καλή πίστη και λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών που επικρατούν στις εμπορικές τραπεζικές συναλλαγές κατά τη συμβιβαστική επίλυση των οικονομικών διαφορών μεταξύ της δανείστριας Τράπεζας και των δανειζόμενων, που είναι συνήθως οι οικονομικώς ασθενέστεροι και συνήθως ευνοούνται από τις ρυθμίσεις των χρεών τους (βλ.
και νομοθετική ρύθμιση με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001), χωρίς όμως και να επέρχεται χωρίς κάποια καταβολή απόσβεση των αντίστοιχων δικαιωμάτων της δανείστριας Τράπεζας, ήταν ότι τα δύο αυτά σημεία δεν αναιρούν τη συμφωνία περί "συμβιβασμού. Την ως άνω σύμβαση συμβιβασμού οι διάδικες εταιρείας τη θεωρούσαν έκτοτε (από το Νοέμβριο του 1988) καταρτισμένη, έστω και αν συμφωνούσαν ότι η σύμπτωση των θέσεων τους για ένα επουσιώδη μάλιστα όρο της ρύθμισης του χρέους θα επέλθει μεταγενεστέρως.
Αυτό ενισχύεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα σε εκτέλεση του ανωτέρω συμβιβασμού κατέβαλε στην εκκαλούσα έναντι του ποσού των 4,3 δισεκατομμυρίων δραχμών που ορίσθηκε ως καταβλητέο με το συμβιβασμό, το ποσό των 400.000.000 δραχμών για την επαναγορά των -μετοχών της ΕΒΓΑ (όπως είχε συμφωνηθεί με το συμβιβασμό αυτόν) και το ποσό των 900.000.000 δραχμών.
Δηλαδή καταβλήθηκε εκ μέρους της οφειλέτριας ένα σημαντικό ποσό, ίσο με το 1/3 περίπου του όλου χρέους, δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι αυτό έγινε χωρίς να υφίσταται συμφωνία ρυθμίσεως, ούτε άλλωστε η αναιρεσίβλητη ελάμβανε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά με την επιφύλαξη ότι αυτά κάλυπταν μέρος του αρχικού χρέους των 5,3 δισεκατομμυρίων των δραχμών και όχι του μετά το συμβιβασμό ορισθέντος των 4,3 δισεκατομμυρίων δραχμών.
Επίσης η σύναψη της εν λόγω ρύθμισης επιβεβαιώνεται και από την από 20-12-1998 επιστολή της ΑΠΚΟ προς την τράπεζα, με την οποία ευχαριστεί την τελευταία για την προηγηθείσα με την από 30-11-1988 επιστολή της έγκριση της ρυθμίσεως της οφειλής της. Βέβαια, ακολούθησε η ανταλλαγή και άλλων επιστολών μεταξύ τους, διότι η ΑΠΚΟ ζήτησε περαιτέρω διευκολύνσεις για τη βελτίωση των όρων, τούτο όμως δεν σημαίνει αναγκαίως και έλλειψη συμφωνίας.
Με την ανταλλαγή των επιστολών συμφωνήθηκε τελικώς, κατά τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας, ότι η περίοδος χάριτος ως προς το κεφάλαιο και τους τόκους, που αρχικά είχε συμφωνηθεί να αρχίσει την 22.11.1988, λήγει την 31-12-1991, οι δε δόσεις εξοφλήσεως των οφειλομένων καθορίσθηκαν σε 30 εξαμηνιαίες, με την πρώτη καταβλητέα την 31-6-1992.
Επιπλέον συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο διαδίκων εταιριών και τα εξής: Οι τόκοι υπολογίζονται με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας για πάγια και κεφάλαιο κινήσεως (χωρίς προμήθεια) με ανατοκισμό ανά τρίμηνο. Η απαίτηση για πάγια ανέρχεται στο 16% της όλης απαιτήσεως και για κεφάλα κινήσεως στο υπόλοιπο 84%.
Τόκοι οφείλονται και για την περίοδο χάριτος, η καταβολή τους όμως άρχεται μετά τη λήξη αυτής και σε δόσεις εξοφλητέες ανά εξάμηνο, με πρώτη δόση την 30-6-1992, οπότε έπρεπε κατά τη συμφωνία να καταβάλλονται οι δόσεις προς εξόφληση και του κεφαλαίου και των τόκων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο να απαιτήσει από την αναιρεσείουσα την εξόφληση του υπολοίπου χρέους της, τριών δισεκατομμυρίων δραχμών, εντόκως κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα με τον συμβιβασμό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση συμβιβασμού, έστω και αν η "αποδοχή" της αναιρεσίβλητης δεν αντιστοιχούσε και στα αναφερόμενα στην απόφαση επουσιώδη σημεία, ενόψει του ότι τα μέρη άρχισαν να την εκπληρώνουν, μεταγενέστερα δε επήλθε συμφωνία και ως προς τα σημεία αυτά, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 195 του ΑΚ, ο δε πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και που συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ασυμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 196 ΑΚ, δηλαδή λανθάνουσα, την οποία η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεστεί με την προσθήκη των προτάσεών της, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε μη συντρέχουσα προϋπόθεση, αφού, όπως προεκέθηκε, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι οι διάδικοι αγνοούσαν την ασυμφωνία, αλλά αντιθέτως, ότι τη γνώριζαν, όπως η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεστεί με την αγωγή της, και εντούτοις άρχισαν να εκτελούν τη σύμβαση, συμφώνησαν δε μεταγενεστέρως ως προς τα σημεία που αρχικώς διαφωνούσαν.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας, διότι δέχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία ως προς το επιτόκιο, αν και η αναιρεσίβλητη ομολογούσε με την αγωγή της ότι δεν είχε επέλθει συμφωνία και στο σημείο αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, δεν περιέχεται σε αυτήν τέτοια ομολογία. Με την αγωγή της η αναιρεσίβλητη επί του σημείου αυτού ισχυρίζεται ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε "να ανέρχεται το επιτόκιο στο εκάστοτε κόστος χρήματος για την τράπεζα, όπως αυτό θα διαμορφώνεται για κάθε κατηγορία των από την ΑΠΚΟ οφειλομένων προς την Τράπεζα δανείων", και ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) στο από 30.11.1988 έγγραφο της, με το οποίο αποδέχθηκε την πρόταση της αναιρεσείουσας, ανέφερε ότι η εξόφληση του υπόλοιπου ποσού [των τριών δισεκατομμυρίων δρχ.] θα γίνει με 15 ετήσιες δόσεις, εντόκως με το βασικό για κάθε περίπτωση χρηματοδοτήσεως επιτόκιο της Τράπεζας, διευκρινίζοντας ότι το επιτόκιο ανερχόταν τότε σε 21,75% για το κεφάλαιο κινήσεως και 18% για τα δάνεια παγίων εγκαταστάσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΠΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της 934/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ