1027/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1027/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το διάστημα από 21-1-1998/3-4-1998 η εταιρική σύμπραξη των διαδίκων εξελίχθηκε με αγαστό τρόπο. Πλην όμως κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία ο εναγόμενος κατήγγειλε την προεκτεθείσα μετά του ενάγοντος εταιρεία, εκδιώξας τον ενάγοντα από το κατάστημα, τα ηνία του οποίου ο ίδιος (ο εναγόμενος) αποκλειστικώς ανέλαβε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1027 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1027/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο - Ευάγγελο Καλαβρό, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3184/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1949/2001 και 5220/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Αυγούστου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού, ανέγνωσε την από 26-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τους πρώτο και τρίτο λόγους και να απορριφθεί για το δεύτερο λόγο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 30/1997). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι διάδικοι με προφορική σύμβαση, που συνήψαν μεταξύ τους στις 9-1-1998, συνέστησαν αφανή εταιρεία, με εμφανή εταίρο τον εναγόμενο, διαρκείας εννέα (9) ετών, στην οποία μετείχαν έκαστος κατά ποσοστό 50%.
Βάσει του ποσοστού αυτού συμμετοχής τους έκαστος των διαδίκων συνεισέφερε για τις ανάγκες της εν λόγω (αφανούς) εταιρείας το κεφάλαιο των 3.500.000 δρχ. Σκοπός της εταιρείας ήταν η εκμετάλλευση οπωροπωλείου στην Ν. Μάκρη Αττικής επί της ..... αρ. .... Στην ανωτέρω διεύθυνση μισθώθηκε (επ΄ ονόματι του εναγομένου από τον Ζ1, κατoίκου ....) για την υλοποίηση της εμπορικής δραστηριότητας κατάστημα αντί μηνιαίου μισθώματος ύψους αρχικώς 250.000 δρχ.
με προοπτική σταδιακής αναπροσαρμογής. Την 21-1-1998 οι εν λόγω διάδικοι έκαναν έναρξη των δραστηριοτήτων της εταιρείας που άρχισε να λειτουργεί το κατάστημα (οπωροπωλείο), στο οποίο απησχολείτο αποκλειστικώς ο ενάγων, ενώ ο εναγόμενος "πήγαινε κάθε βράδυ και έπαιρνε την είσπραξη....Τα ψώνια τα έκανε ο Ζ2, έπαιρνε την είσπραξη το βράδυ και το πρωί πήγαινε στην αγορά.....", όπως χαρακτηριστικά (μεταξύ άλλων) κατέθεσε η μάρτυς αποδείξεως και δεν ανατρέπεται από τον μάρτυρα του εναγομένου ή τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Κατά το διάστημα από 21-1-1998/3-4-1998 η εταιρική σύμπραξη των διαδίκων εξελίχθηκε με αγαστό τρόπο. Πλην όμως κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία ο εναγόμενος κατήγγειλε την προεκτεθείσα μετά του ενάγοντος εταιρεία, εκδιώξας τον ενάγοντα από το κατάστημα, τα ηνία του οποίου ο ίδιος (ο εναγόμενος) αποκλειστικώς ανέλαβε.
Κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία (3-4-98) όταν ο ενάγων μετέβη στο κατάστημα προς ανάληψη εργασίας, το βρήκε κλειστό. Σε τηλεφωνική δε επικοινωνία που είχε με τον εναγόμενο, ο τελευταίος του είπε ότι η επιχείρηση επρόκειτο να πωληθεί. Παρά ταύτα μετά την αποπομπή του ενάγοντος, η οποία έλαβε χώραν άνευ αποχρώντος (σπουδαίου) λόγου, ο εναγόμενος εξακολούθησε την λειτουργία της επιχειρήσεως αυτής ο ίδιος ατομικώς επί μία διετία και κατόπιν την μεταβίβασε σε τρίτο.
Λειτουργεί δε το κατάστημα αυτό (οπωροπωλείο) έκτοτε και καθόλο το χρονικό διάστημα. Περί των ζητημάτων της συστάσεως εταιρείας μεταξύ των διαδίκων με τους άνω αναφερομένους όρους και της εκδιώξεως εκ της εταιρείας αυτής του ενάγοντος, σαφώς κατέθεσεν η μάρτυς αυτού, η οποία σχετικώς ανέφερε. Οι διάδικοι είχαν κάνει μία συμφωνία μεταξύ τους για να ανοίξουν ένα μανάβικο στη Ν.
Μάκρη, Η συνεργασία τους θα ήταν εταιρική και τα κέρδη θα ήσαν μισά-μισά....Ο Ζ2 άρχιζε να μειώνει τις αγορές των εμπορευμάτων μέχρι τις 3-4-98 που δεν πήγαν να ψωνίσουν καθόλου....Όταν πήγε (η μάρτυς αναφέρεται στον ενάγοντα) στο μαγαζί και το βρήκε κλειστό ήρθε στο σπίτι μου και πήρε τηλέφωνο τον Ζ2, ο οποίος του είπε ότι δεν πάει άλλο και ότι ήθελε να το πουλήσουν.....".
Στον αντίποδα των προδιαληφθέντων ο μάρτυς ανταποδείξεως κατέθεσε "....εφόσον ο Ζ1 δεν δεχόταν να ενοικιάσει το μαγαζί λόγω της αφερεγγυότητος του κου Χ1, ο κος Χ1 πρότεινε σε εμένα και τον Ζ2 να ενοικιάσουμε εμείς το μαγαζί και να εργάζεται αυτός μέσα. Επίσης συμφωνήσαμε ότι μετά την πάροδο των 6 μηνών από την λειτουργία του καταστήματος και εφόσον ο κος Χ1 ήταν τίμιος και εργατικός και το μαγαζί είχε δουλειά όπως αυτός μας είχε υποσχεθεί τότε και μόνο θα συστήναμε ομόρρυθμη εταιρεία οι τρεις μας....".
Η κατάθεση όμως αυτή δεν κρίνεται πειστική και δεν δημιουργεί ασφαλή δικανική πεποίθηση και βέβαιη κρίση, αφού από το νοηματικό περιεχόμενο των όσων παρακάτω ο ίδιος μάρτυς ανέφερε, ενισχύεται η ανωτέρω κρίση περί συστάσεως μεταξύ των διαδίκων εταιρείας και ο μάρτυς αυτός αυτοαναιρείται, δεδομένου ότι διατύπωσε: "....ο κος Χ1 συνεισέφερε το ποσό 2.040.000 δρχ.
στις δαπάνες για την κατασκευή του καταστήματος (εξοπλισμός κλπ) τον Ιανουάριο του 1998 και τα υπόλοιπα περίπου 2.300.000 δρχ. θα τα έδινε αφού πωλούσε ένα σπίτι που είχε....". Ωσαύτως δεν κρίνεται αξιόπιστο το σημείο της καταθέσεως του ιδίου μάρτυρος σχετικώς με τον τρόπο τερματισμού της συνεργασίας των διαδίκων, θέμα για το οποίο αυτός κατέθεσε: "...την επομένη που πήγε ο Χ1 στο μαγαζί και διαπίστωσε ότι ο Ζ2 δεν του είχε ανεφοδιάσει με εμπορεύματα, όπως έκανε κάθε ημέρα, αφού πήρε ό,τι ψιλά είχε το ταμείο γύρω στις 25.000 δρχ.
εξαφανίσθηκε και δεν ξαναπάτησε στο μαγαζί ...". Πλην όμως τούτα, μη συνεπικουρούμενα από άλλα αποδεικτικά μέσα, συνιστούν θέση ατεκμηρίωτη και αποδεικτικώς αίολη. Εξ ετέρου από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι κατά το διάστημα λειτουργίας της παραπάνω (αφανούς μεταξύ των διαδίκων) εταιρείας οι εισπράξεις της επιχειρήσεως (τις οποίες ελάμβανε ο εναγόμενος, κατά τα άνω εκτιθέμενα) ανερχόταν κατά μέσον όρο σε 255.000 δρχ.
ημερησίως. Από αυτές ποσό 161.500 αποτελούσε το κόστος της αγοράς των προϊόντων και μετ΄ αφαίρεσή του παρέμενε το καθαρό κέρδος των 94.850 δρχ. Περαιτέρω, το μηνιαίο κέρδος ανερχόταν σε 94.850 δρχ. Χ 30= 2.845.500 δρχ. Αν δε από το κονδύλιο αυτό αφαιρεθούν τα λοιπά λειτουργικά έξοδα, ήτοι 250.000 δρχ. για το μίσθωμα του καταστήματος και 100.000 δρχ.
για λογαριασμούς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ και ΟΤΕ, καθώς και έξοδα αυτοκινήτου, το τελικό καθαρό μηνιαίο κέρδος από τις πωλήσεις των διαφόρων οπωροκηπευτικών ειδών εμπορίας του καταστήματος ανερχόταν σε 2.485.500 δρχ., Περί των προπαρατεθέντων με κατηγορηματικότητα κατέθεσε η προαναφερομένη μάρτυς αποδείξεως,, η οποία διεξοδικώς αναφέρθηκε στο εν λόγω θέμα (των λειτουργικών δαπανών της επιχειρήσεως και των κερδών αυτής).
Τα όσα επ΄ αυτού (του θέματος των επιχειρησιακών κερδών) διετύπωσε ο μάρτυς του εναγομένου, ότι δηλαδή τα οικονομικά της επιχείρησης των διαδίκων μετά την απομάκρυνση του ενάγοντος, ήτοι κατά την διετία από Απρίλιο του 1998 μέχρι Απρίλιο του 2000 είχαν φθίνουσα πορεία και επακριβώς ότι η επιχείρηση αυτή ήτο αμιγώς ζημιογόνα, δεν πείθουν περί της αξιοπιστίας του δοθέντος ότι κατάστημα (έστω και με διαφορετική διεύθυνση) λειτουργεί έως και σήμερον, γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση περί της κερδοφόρας υπάρξεώς του.
Αν το κατάστημα δηλαδή αυτό δεν είχε την δυνατότητα να επιβιώνει επικερδώς υπό τις παρούσες χρηματοοικονομικές συνθήκες της ελεύθερης ανταγωνιστικής αγοράς, θα είχε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κλείσει (θα είχε παύσει την λειτουργία του) προ πολλού. Το ότι ο εναγόμενος, ο οποίος την εποχή εκείνη είχε μαζί με τον αδελφό του επιχείρηση κρεοπωλείου στη ...., επέλεξε να μεταβιβάσει την επιχείρηση του (επιδίκου) οπωροπωλείου, συνιστά κίνηση επιχειρησιακής τακτικής και μόνον και δεν σημαίνει άνευ ετέρου τινός ότι η επιχείρηση ήτο ζημιογόνα, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται.
Έτι περαιτέρω, η (αφανής αυτή) εταιρεία, αν δεν είχε λυθεί και εξακολουθούσε να πραγματοποιεί, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων μετά πιθανότητος, κατά τους χειμερινούς μήνες, ήτοι από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Μάιο κάθε έτους και καθόλο το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως των εργασιών (21-1-98), αλλά και μετά τη λύση της εταιρείας (3-4-98) και μέχρι την εξάντληση της εννεαετίας το έτος 2007 (9-1-2007) σταθερώς κερδοφόρα πορεία στον τομέα των εισπράξεων, εκτός από το διάστημα των ολίγων ημερών λειτουργίας της επιχειρήσεως τον Ιανουάριο του 1998, που λαμβανομένων υπόψη και των λειτουργικών δαπανών, δεν είχε κέρδη.
Προσέτι, καθόλο το διάστημα της εταιρικής συνεργασίας ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τα αναλογούντα προς το ανωτέρω μερίδιό του κέρδη. Ο μάρτυς του εναγομένου στην ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει, ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα από 20-1-98 και 2-4-98 το συνολικό (με σταδιακές καταβολές) ποσό των 581.000 δρχ., εκ των οποίων δρχ, 35.000 στις 3-2-1998 για να πληρώσει τα τηλεφωνικά τέλη της συνδέσεως της οικίας του.
Πλην όμως και σ΄ αυτό το σημείο η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν καθίσταται πειστική, αφού δεν υπάρχουν αντίστοιχα έγγραφα στοιχεία. Στην δε κατάθεσή του ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή ο ως άνω μάρτυς, αναφερόμενος στο ζήτημα αν πληρωνόταν ο ενάγων αρχής γενομένης από την σύσταση της εταιρείας και για το διάστημα των εξ μηνών της συνεργασίας του με τον εναγόμενο, ασαφώς και αορίστως κατέθεσε ότι: "...Όχι δεν θα έπαιρνε μισθό.
Αλλά έπαιρνε αμοιβή για την προσφορά της εργασίας του από τον Ζ2, καθημερινώς. Στο διάστημα από την ημέρα που άνοιξε το μαγαζί μέχρι της αρχές Απριλίου ΄98 ο Ζ2 έδωσε στον κο Χ1 500-600.000 δρχ. συνολικά. Τα ποσά που του έδινε καθημερινώς ήταν άλλοτε 4.000 δρχ., άλλοτε 5.000 δρχ., άλλοτε 10.000 δρχ. ή 15.000 δρχ. Εκτός από αυτά τα χρήματα ο Ζ2 είχε δώσει στον κο Χ1 και άλλες 300.000 δρχ.
διότι χρειαζόταν να επιστρέψει ένα καπάρο για την πώληση του σπιτιού του που δεν πούλησε τελικά τότε...." Τα εν λόγω κατατεθέντα κλονίζονται από τα επί του αντιστοίχου ζητήματος στοιχεία που κατέθεσε η μάρτυς του ενάγοντος, η οποία αφενός μεν για την πηγή προελεύσεως του άνω ποσού της συνεισφοράς κατά την εταιρική σύμπραξη με τον εναγόμενο, είπεν ότι τα χρήματα αυτά ήταν μέρος του τιμήματος από την πώληση του πατρικού του σπιτιού, που αγόρασε εκείνη και αφετέρου εν σχέσει προς τα εταιρικά κέρδη ανέφερε ότι: "....το όποιο κέρδος που αναφέρω πιο πάνω το κρατούσε ο Ζ2....".
Επομένως δικαιούται ο ενάγων, στον οποίο αποδεικνύεται, ότι ουδέν ποσόν κατέβαλε ο εναγόμενος, τα ανάλογα της εταιρικής του μερίδος "καθαρά" κέρδη της χρονικής περιόδου από τον Φεβρουάριο του 1998 και μέχρι το 2006, αφού προκύπτει, ότι αν δεν τον απέπεμψε ο εναγόμενος, στις 3-4-98 και αν λειτουργούσε η εν λόγω αφανής εταιρεία μεταξύ τους (για τον εξετασθέντα μάρτυρα ....
η μάρτυς του ενάγοντος είπεν ότι αυτός ποτέ δεν αναμείχθηκε στην εν λόγω επιχείρηση) κατά το προδιαγεγραμμένο χρονοδιάγραμμα που μεταξύ τους είχαν συμφωνήσει υπό συνθήκες αρμονικής (αγαστής) συνυπάρξεως ο ανωτέρω ενάγων κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και μετά πιθανότητος θα απελάμβανε τα "καθαρά" μηνιαία κέρδη των 2.485.500 δρχ.
Χ 71 μήνες = 176.470.500 δρχ. Χ 50% = 88.235.250 δρχ. ή 258.944 ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό του ύψους των καθαρών κερδών, με βάση τα οποία καθόρισε περαιτέρω τα διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσιβλήτου επί 71 μήνες, ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5220/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ