Legislator Case Law & Legislation
1026/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on trademark infringement, ruling the lower court correctly applied the law.

Case Number 1026/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the First Instance Court of Thessaloniki regarding a trademark infringement case. The appellant argued that the lower court failed to order the defendant to provide a complete list of all suppliers and customers, claiming this omission violated specific provisions of Law 4072/2012 and the Constitution. The court rejected this argument, holding that the lower court correctly ordered the disclosure of only specific supplier details for products bearing the disputed marks sold outside the EU, and thus the appeal was baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 125 and 128(1) of Law 4072/2012; Article 5 and 7(1) of Directive 2008/95/EC: The court established that an order to disclose only specific supplier information for infringing goods sold abroad does not violate the statutory duty to provide a complete list of all suppliers and customers.

Keywords

AI generated
trademark infringement disclosure of information Law 4072/2012 appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 125 and 128(1) of Law 4072/2012
Article 5 and 7(1) of Directive 2008/95/EC
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 155 of Law 4072/2012
Article 25(1)(d) of the Constitution
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1026 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1026/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο. Ε. με την επωνυμία «Α. Σ. Ο..Ε.., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσαμούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ε. με την επωνυμία «H. M. C. «L., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. M. «C., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "M. P. E. N..V.." που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ... και ...

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 14623/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13701/2019 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1919/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 1-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1919/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζοντας την από 10.1.2020 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 13701/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή και το οποίο, με την υπ'αριθμ. 14623/2017 απόφασή του, έκρινε εαυτό καθ'ύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της διαφοράς] με την οποία έγινε δεκτή η από 22-7-2016 αγωγή των αναιρεσίβλητων περί προστασίας των αναφερομένων σημάτων τους, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 , 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 128 παρ. 1 του Ν. 4072/2012 [σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 και 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22-10-2008, βλ. ήδη και τις διατάξεις του άρ. 10 και 15 παρ. 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-12-2015] και 9 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26-02-2009 "για το κοινοτικό σήμα" (και ήδη σήμα της ΕΕ - εφεξής "Κανονισμός"), όπως ίσχυε στον κρίσιμο χρόνο [πρβλ.

ήδη και τη διάταξη του άρθρου 9, καθώς και το άρθρο 13 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 11 και η δεύτερη από το άρθρο 1 παρ. 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-12- 2015, που κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο (άρ. 9 και 15 παρ. 1 αντίστοιχα) με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14-06-2017], συνάγεται ότι ο δικαιούχος ημεδαπού σήματος ή σήματος της Ε.Ε.

δύναται να ελέγξει την πρώτη διάθεση στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ. (ή της Ένωσης αντιστοίχως) γνήσιων προϊόντων που φέρουν το σήμα αυτό και συνεπώς να αντιταχθεί σε μία τέτοια διάθεση, η οποία πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεσή του (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 16ης Ιουλίου 2015, C-379/14, TOP Logistics κ.λπ., σκέψη 31, διάταξη του ΔΕΕ της 28ης Οκτωβρίου 2010, C-449/09, Canon, σκέψεις 20, 25 και 26, απόφαση ΔΕΚ της 30ής Νοεμβρίου 2004, C-16/03, Peak Holding, σκέψεις 35-36).

Προκειμένου να διασφαλισθεί τούτο, τα άρθρα 125 του Ν. 4072/2012 και 9 του Κανονισμού απονέμουν στον δικαιούχο εθνικού σήματος ή σήματος της Ε.Ε. αντιστοίχως αποκλειστικό δικαίωμα, το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να απαγορεύει σε κάθε τρίτο, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή των προϊόντων αυτών, την προσφορά τους προς πώληση, τη διάθεσή τους στο εμπόριο ή την κατοχή τους με σκοπό την πραγματοποίηση μίας από τις ανωτέρω πράξεις (βλ.

απόφαση ΔΕΕ της 16ης Ιουλίου 2015, C- 379/14, TOP Logistics κ.λπ., σκέψη 32, διάταξη του ΔΕΕ της 28ης Οκτωβρίου 2010, C-449/09, Canon, σκέψη 24, απόφαση ΔΕΚ της 30ής Νοεμβρίου 2004, C-16/03, Peak Holding, σκέψη 34). Κάθε πράξη τρίτου, που εμποδίζει τον δικαιούχο σήματος να ασκεί το δικαίωμά του να ελέγχει την πρώτη διάθεση στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ. (ή της Ένωσης) προϊόντων φερόντων το εν λόγω σήμα θίγει εκ της φύσεώς της την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στον προσδιορισμό της επιχειρήσεως, από την οποία προέρχονται τα προϊόντα και υπό τον έλεγχο της οποίας διοργανώθηκε η πρώτη διάθεση στο εμπόριο (βλ.

απόφαση ΔΕΕ της 20^ Δεκεμβρίου 2017, C-291/16, Schweppes, απόφαση ΔΕΕ της 16ης Ιουλίου 2015, C-379/14, TOP Logistics κ.λπ., σκέψη 48). Οι διατάξεις των άρθρων 128 παρ. 1 του Ν. 4072/2012 και 13 παρ. 1 του Κανονισμού [ήδη άρ. 15 παρ. 1 μετά τον κωδικοποιητικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14-06-2017], εισάγουν εξαίρεση από την άσκηση του προαναφερόμενου αποκλειστικού δικαιώματος, προβλέποντας ότι αυτό αναλώνεται στην περίπτωση, που τα προϊόντα έχουν διατεθεί στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ.

από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 12ης Ιουλίου 2011, C-324/09, L' Oreal, σκέψη 60, της 3ης Ιουνίου 2010, C-127/09, Coty Prestige Lancaster Group, σκέψη 28, της 15ης Οκτωβρίου 2009,

C-324/08, Makro Zelfbedieningsgroothandel κ.λπ., σκέψη 21, απόφαση ΔΕΚ της 8ης Απριλίου 2003, C-244/00, Van Doren + Q, ΔΕΕ 2004. 417, σκέψη 33 και απόφαση ΔΕΚ της 20*ς Νοεμβρίου 2001, C-414/99 έως C-416/99, Zino Davidoff και Levi Strauss, σκέψεις 32 και 40). Η συγκατάθεση του δικαιούχου αφορά κάθε τεμάχιο - μονάδα του προϊόντος ξεχωριστά, με αποτέλεσμα να μην αρκεί η τυχόν δοθείσα για έτερα τεμάχια συγκατάθεσή του (βλ.

απόφαση ΔΕΕ της 3ης Ιουνίου 2010, C-127/09, Coty Prestige Lancaster Group σκέψη 31, απόφαση ΔΕΚ της 1ης Ιουλίου 1999, C-173/98, Sebago, σκέψεις 19-21). Η συνήθως εμφανιζόμενη στην πράξη προσβολή από την παράλληλη εισαγωγή εμπίπτει στην περίπτωση της "διπλής ταυτότητας" σημείου και προϊόντος των άρθρων 125 παρ. 3 περ. α' του Ν. 4072/2012 και 9 παρ. 2 περ.

α' του Κανονισμού. Σημειωτέον δε ότι, και στην περίπτωση της ως αμέσως ανωτέρω "διπλής ταυτότητας" απαιτείται η χρήση εκ μέρους του τρίτου να θίγει ή να μπορεί να θίξει τις λειτουργίες του σήματος (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 3ης Μαρτίου 2016, C-179/15, Daimler, σκέψη 26, όπου και περαιτέρω παραπομπές, της 6ης Φεβρουάριου 2014, C-98/13, Blomqvist, ΔίΜΕΕ 2015. 290, σκέψη 27, της 23ης Μαρτίου 2010, C-236/08 έως C-238/08, Google France και Google, σκέψη 49), με αποτέλεσμα να μετριάζεται κατ' αποτέλεσμα η απόλυτη προστασία (βλ.

απόφαση ΔΕΕ της 6ης Φεβρουάριου 2014, C- 65/12, Leidseplein Beheer και de Vries, σκέψη 32), προϋπόθεση που καλύπτεται εν προκειμένω, καθώς, θίγεται εκ φύσεως η ουσιώδης λειτουργία του σήματος. Ενόψει των ανωτέρω, στην περίπτωση της παράλληλης εισαγωγής προϊόντων από χώρες εκτός της ζώνης Ε.Ο.Χ. (ή Ένωσης), τα "γνήσια - αυθεντικά" προϊόντα εξομοιώνονται με τα παρανόμως σηματοδοτηθέντα και, εάν ο ενάγων δικαιούχος ανταποκριθεί στο βάρος απόδειξης του άρθρου 150 παρ. 11 του Ν. 4072/2012, τότε εναπόκειται κατ' αρχάς στον εναγόμενο να ανατρέψει τη βάση της αγωγής, ισχυριζόμενος κατ' άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και αποδεικνύοντας, κατ' άρθρο 338 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ότι έχει αναλωθεί το εκ του σήματος δικαίωμα κατά τα άρθρα 128 παρ. 1 του Ν. 4072/2012 και 13 παρ. 1 του Κανονισμού (για τη μετατόπιση του βάρους απόδειξης υπό συγκεκριμένες περιστάσεις βλ.

σχετικώς απόφαση ΔΕΕ της 20ής Δεκεμβρίου 2017, C-291/16, Schweppes, σκέψεις 52 - 53). Λαμβάνοντας υπόψη τον δικονομικό χαρακτήρα της ανωτέρω ρύθμισης πρέπει, μάλιστα, να γίνει δεκτό, ότι ο κανόνας τυγχάνει εφαρμογής και επί προσβολής σήματος της Ε.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3, 101 παρ. 3 του Κανονισμού [βλ.

ήδη άρ. 17 παρ. 3 και 129 παρ. 3 του Κωδικοποιητικού Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2017 για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] και 175 παρ. 1 του Ν. 4072/2012. Επιπροσθέτως, στην περίπτωση που ο παραγωγός διανέμει τα προϊόντα του μέσω δικτύων αποκλειστικής ή επιλεκτικής διανομής, ο προβάλλων την ένσταση ανάλωσης - εναγόμενος είναι πιθανό να περιέλθει σε εξαιρετικά δυσχερή δικονομική και αποδεικτική θέση.

Η αποκάλυψη των πηγών εφοδιασμού του ενιστάμενου - παράλληλου εισαγωγέα ενέχει τον κίνδυνο της διακοπής του εφοδιασμού του, ενώ στην περίπτωση προμήθειας των προϊόντων από τον ενιστάμενο μέσω τρίτων ενδιάμεσων εμπόρων ή παράλληλων εισαγωγέων, θα καθίστατο προσθέτως αναγκαία η επί του ζητήματος αυτού παροχή πληροφόρησης στον ενιστάμενο από τους ενδιάμεσους εμπόρους, αναφορικά με τις πηγές εφοδιασμού τους ή την ακολουθηθείσα αλυσίδα διανομής, πληροφορίες που οι ενδιάμεσοι έμποροι συχνά θα είναι απρόθυμοι να παράσχουν.

Ελλοχεύει, συνεπώς, ο κίνδυνος, η ως άνω κατανομή του βάρους απόδειξης, να οδηγεί σε κίνδυνο στεγανοποίησης της αγοράς. Στην περίπτωση, που συντρέχει πράγματι τέτοιος κίνδυνος, κατά τα σχετικώς νομολογηθέντα από το ΔΕΚ/ΔΕΕ, την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων διασφαλίζει μία ερμηνεία σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι ενδέχεται να πρέπει να απαλλάσσονται από το βάρος απόδειξης του ως άνω περιστατικού, όταν επικαλούνται και αποδεικνύουν την ανωτέρω αδυναμία ή δυσχέρειά τους προς απόδειξη και τη διάθεση από τον παραγωγό των προϊόντων του στο εμπόριο εντός ΕΟΧ με σύστημα αποκλειστικής διανομής, με τον εντεύθεν κίνδυνο στεγανοποίησης των αγορών.

Στις ως άνω περιπτώσεις, δηλαδή, γίνεται δεκτό ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος στεγανοποίησης της αγοράς και για τον λόγο αυτό ο παράλληλος εισαγωγέας, όταν αμφισβητείται εν γένει η ανάλωση του δικαιώματος του σηματούχου από τον τελευταίο, πρέπει μεν κατ' αρχάς να απαλλάσσεται κατά τα ανωτέρω από το βάρος (επίκλησης και) απόδειξης του τρόπου ανάλωσης των δικαιωμάτων του σηματούχου, ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να επικαλείται σωρευτικά α) ότι αγόρασε τα προϊόντα εντός του Ε.Ο.Χ.

και β) ότι υφίστανται διαφορές στις τιμές των προϊόντων μεταξύ των Κρατών μελών, για τον λόγο δε αυτό, ο ενάγων δικαιούχος με την προσπάθεια απαγόρευσης της παράλληλης εισαγωγής, επιδιώκει τη διατήρηση των διαφορών των τιμών ή, γ) ενδεχομένως, ότι δεν υφίστανται διαφορές μεταξύ των διατιθεμένων εντός και εκτός Ε.Ο.Χ.

προϊόντων του παραγωγού, όταν ο τελευταίος θα επικαλείται ότι ο εναγόμενος ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι τα προϊόντα δεν προορίζονταν για κυκλοφορία εντός του Ε.Ο.Χ. λόγω κάποιων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή ειδικής σήμανσης (βλ. την από 20 Δεκεμβρίου 2017 απόφαση ΔΕΕ, C-291/16, Schweppes, σκέψεις 52 - 53, την από 8- 4-2003 απόφαση ΔΕΚ, υπόθ.

C-244/00, Van Doren + Q, στις σκ. 35 επ., καθώς και τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέα Stix-Hackl στην ίδια υπόθεση, σκ. 53, 82 και 101, την από 20-11-2001, υπόθ. C-414/99, Ζίηο Davidoff και Levi Strauss, σκ. 53 επ.). Κατά την ανωτέρω προσέγγιση, σε περίπτωση που ο ανεξάρτητος έμπορος επικαλεστεί με ορισμένο τρόπο και αποδείξει ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος στεγανοποίησης των εθνικών αγορών, ο δικαιούχος θα πρέπει να αποδείξει ότι τα επίμαχα προϊόντα διατέθηκαν αρχικά στο εμπόριο εκτός Ε.Ο.Χ.

από τον ίδιο (τον δικαιούχο) ή με τη συγκατάθεσή του και, αν το επιτύχει, ο ανεξάρτητος έμπορος θα πρέπει τότε να αποδείξει ότι τα προϊόντα, πριν αποκτηθούν από τον ίδιο, είχαν διατεθεί εντός Ε.Ο.Χ. από τον ως άνω δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του . Με τις ως άνω διατάξεις, συνεπώς, αντιμετωπίζεται σε επίπεδο εθνικού σήματος, αλλά και σήματος της Ε.Ε., το ζήτημα των παράλληλων εισαγωγών, οι οποίες με επίκληση των δικαιωμάτων, που κατ' αρχήν παρέχει το σήμα στους δικαιούχους των οικείων δικαιωμάτων, καθώς και της αρχής της εδαφικότητας, που διέπει το δίκαιο των σημάτων, θα μπορούσαν να καταστούν δυσχερείς κατ' εφαρμογή των γενικών διατάξεων (βλ.

για τις παράλληλες εισαγωγές και τις τριβές με το δικαίωμα στο σήμα σε απόφαση ΔΕΚ της 20ής Νοεμβρίου 2001, C-414/99 έως 416/99, Davidoff, Levi Strauss, απόφαση ΔΕΚ της 1ης Ιουλίου 1999, C-173/98, Sebago, απόφαση ΔΕΚ της 16ης Ιουλίου 1998, C-355/96, Silhouette, ΑΠ 991/2014). Όπως προαναφέρθηκε , από τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του ν. 4072/2012, αλλά και το άρθρο 13 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009, όπως ισχύει, σαφώς προκύπτει ότι, μετά την πρώτη εκούσια θέση σε κυκλοφορία του προϊόντος όχι οπουδήποτε, αλλά στον Ε.Ο.Χ., το προϊόν πλέον κυκλοφορεί ελεύθερα, χωρίς να είναι δυνατό κατ' αρχήν να επιβληθούν περιορισμοί μέσω της άσκησης του δικαιώματος στο σήμα.

Εξ αντιδιαστολής καθίσταται, συνεπώς, σαφές ότι παρέχεται στον δικαιούχο του σήματος η δυνατότητα να ελέγξει μέσω της άσκησης του δικαιώματος του στο σήμα την θέση σε πρώτη κυκλοφορία εντός του Ε.Ο.Χ. των φερόντων το σήμα του προϊόντων, όταν αυτή δεν γίνεται από τον ίδιο ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο (π.χ.

τον εξουσιοδοτημένο διανομέα, τον αντιπρόσωπο ή τον αδειούχο χρήσης του σήματος), αλλά από τρίτο πρόσωπο (παράλληλο εισαγωγέα) που ενεργεί χωρίς τη συγκατάθεση του σηματούχου (βλ. αποφάσεις ΔΕΚ της 20ής Νοεμβρίου 2001, C-414/99 έως C-416/99, Davidoff I, ΕΕμπΔ 2002. 187 σκέψη 32, απόφαση ΔΕΚ της 16ης Ιουλίου 1998, C-355/96, Silhouette International Schmied, σκέψη 26, καθώς και διάταξη του ΔΕΕ της 28ης Οκτωβρίου 2010, C-449/09, Canon Kabushiki Kaisha κατά ΙΡΝ Bulgaria OOD) και δη ανεξάρτητα από το αν τα προϊόντα αυτά έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στον ΕΟΧ από τον ίδιο τον προσβολέα ή όχι.

Υιοθετείται, δηλαδή, ο κανόνας της ενωσιακής μόνο ανάλωσης, τα δε Κράτη μέλη της Ένωσης, όπως και τα κράτη μέλη ΕΖΕΣ/ΕΟΧ, απαγορεύεται να αναγνωρίζουν (νομολογιακά ή νομοθετικά) τη διεθνή ανάλωση των δικαιωμάτων στο εθνικό και κοινοτικό σήμα/σήμα της ΕΕ (πχ την ανάλωση του δικαιώματος στο σήμα για το συγκεκριμένο προϊόν - τεμάχιο, που τέθηκε σε κυκλοφορία από τον παραγωγό - σηματούχο στην εκτός Ε.Ο.Χ.

Ιαπωνία), αφού η εν λόγω απαγόρευση κρίνεται αναγκαία για λόγους διασφάλισης της πρακτικής αποτελεσματικότητας των άρθρων 34 και 36 Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η δε αρμοδιότητα της Ένωσης να επιβάλει στα κράτη - μέλη της την απαγόρευση της διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος στο εθνικό σήμα ερείδεται στο άρθρο 207 ΣΛΕΕ και συνάδει με το δίκαιο GATT/ΠΟΕ.

Εξάλλου, υποστηρίζεται σχετικώς ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, "... στα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να αποδέχονται την ανάλωση των ως άνω δικαιωμάτων για προϊόντα, που διατίθενται σε τρίτα σε σχέση με την Κοινότητα (ήδη ΕΕ) κράτη σε ιδιαίτερης φύσης περιπτώσεις, ιδίως δε όπου, ακόμα και αν απουσιάζει επίσημη συμφωνία, η αμοιβαιότητα είναι εγγυημένη [βλ.

σχετικώς την Εισηγητική Έκθεση της Επιτροπής - "Explanatory Memorandum" επί της "Τροποποιημένης Πρότασης Κανονισμού του Συμβουλίου περί του κοινοτικού εμπορικού σήματος" - Com (84) 470 final, 31 July 1984]. Η αναγνώριση μιας τέτοιας δυνατότητας στα εθνικά δικαστήρια, ωστόσο, είναι πέραν ή βέβαιο ότι θα έθετε εκποδών την επιδιωκόμενη ομοιομορφία των λύσεων, δυναμιτίζοντας την επιτυχή εφαρμογή και την πρακτική αποτελεσματικότητα των οικείων κανόνων (βλ.

και απόφαση ΔΕΚ της 20ής Νοεμβρίου 2001, Zino Davidoff, Levi Strauss κλπ., σκ. 43). Ακόμη και κατά την άποψη αυτή, πάντως, που κατά τα προαναφερθέντα δεν υιοθετήθηκε από το ΔΕΕ, αναγκαίος όρος για την εφαρμογή της είναι η τήρηση της αμοιβαιότητας. Τέτοια αμοιβαιότητα, όμως, δεν επιβεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση στο δίκαιο της Δημοκρατίας της Κορέας, όπου ελλείψει ρητής ρύθμισης υιοθετείται νομολογιακά ο κανόνας της εθνικής και όχι της διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα [βλ.

απόφαση Supreme Court της 10-10-1997 (96 Do 2191) 30 IIC 459 (1999)], 18. Περαιτέρω, ως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, κάθε πράξη τρίτου, που εμποδίζει τον δικαιούχο σήματος να ασκεί το δικαίωμά του να ελέγχει την πρώτη διάθεση στο εμπόριο εντός του ΕΟΧ (ή της Ένωσης) προϊόντων φερόντων το σήμα του εκάστοτε δικαιούχου θίγει εκ της φύσεώς της την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στον προσδιορισμό της επιχειρήσεως, από την οποία προέρχονται τα προϊόντα και υπό τον έλεγχο της οποίας διοργανώθηκε η πρώτη διάθεση στο εμπόριο (βλ.

απόφαση ΔΕΕ της 20ής Δεκεμβρίου 2017, C-291/16, Schweppes, σκέψεις 37-38). Ο δικαιούχος ενός σήματος γίνεται δεκτό ότι διαθέτει φέροντα το σήμα του προϊόντα στο εμπόριο εντός Ε.Ο.Χ. και όταν πωλεί τα προϊόντα σε εγκατεστημένο εντός του Ε.Ο.Χ. επιχειρηματία με τον συμβατικό περιορισμό ότι ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση μεταπώλησης των προϊόντων σε Κράτος εκτός του ΕΟΧ (βλ.

απόφαση ΔΕΚ της 30ής Νοεμβρίου 2004, C-16/03, Peak Holding, σκέψεις 50-56). Η συγκατάθεση, που αποτελεί αυτόνομη έννοια του ενωσιακού δικαίου (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 20ής Νοεμβρίου 2001, Zino Davidoff, Levi Strauss κλπ., σκ. 43) μπορεί να είναι σιωπηρή, όταν αυτή προκύπτει από στοιχεία και περιστάσεις προγενέστερες, σύγχρονες ή μεταγενέστερες της εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου εμπορίας, οι οποίες, εκτιμώμενες από το εθνικό δικαστήριο, εκφράζουν, κατά τρόπο βέβαιο, παραίτηση του δικαιούχου από το δικαίωμά του να αντιταχθεί στην εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου εμπορία.

Σιωπηρή συγκατάθεση, όμως, δεν μπορεί να προκύπτει α) από την έλλειψη ανακοινώσεως, εκ μέρους του δικαιούχου του σήματος, προς όλους τους διαδοχικούς αγοραστές προϊόντων που διατέθηκαν στο εμπόριο εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την οποία να δηλώνει την αντίθεσή του για εμπορία εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, β) από την έλλειψη ενδείξεως, επί των προϊόντων, περί απαγορεύσεως εμπορίας τους εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, γ) από το γεγονός ότι ο δικαιούχος του σήματος μεταβίβασε την κυριότητα των φερόντων το σήμα προϊόντων, χωρίς να επιβάλει συμβατικές επιφυλάξεις ή δ) από το ότι, σύμφωνα με την εφαρμοστέα επί της σύμβασης νομοθεσία, το μεταβιβασθέν δικαίωμα κυριότητας περιλαμβάνει, ελλείψει τέτοιων επιφυλάξεων, απεριόριστο δικαίωμα μεταπωλήσεως ή, τουλάχιστον, δικαίωμα μεταγενέστερης εμπορικής εκμεταλλεύσεως των προϊόντων εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

Δεν έχει, εξάλλου, οιαδήποτε σημασία ως προς την ανάλωση του αποκλειστικού δικαιώματος του δικαιούχου του σήματος το ότι ο επιχειρηματίας, ο οποίος εισάγει τα φέροντα το σήμα προϊόντα δεν έχει γνώση της αντίρρησης του δικαιούχου για διάθεσή τους στην αγορά εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή για εμπορική εκμετάλλευσή τους στην εν λόγω αγορά εκ μέρους επιχειρηματιών άλλων, πλην των εγκεκριμένων μεταπωλητών ή το ότι οι εγκεκριμένοι μεταπωλητές και χονδρέμποροι δεν επέβαλαν, σε όσους αγόρασαν εξ αυτών, συμβατικές επιφυλάξεις επαναλαμβάνουσες αυτή την εναντίωση, καίτοι είχαν ενημερωθεί από τον δικαιούχο του σήματος (πρβλ.

απόφαση ΔΕΚ της 20ής Νοεμβρίου 2001, Zino Davidoff, Levi Strauss κλπ., σκ. 46 και 38 επ. και ήδη απόφαση ΔΕΕ της 3ης Ιουνίου 2010, C-127/09, Coty Prestige Lancaster Group, σκέψη 48). Εξάλλου, στον Κανονισμό 207/2009 κωδικοποιήθηκαν οι ρυθμίσεις περί κοινοτικού σήματος. Ο ως άνω Κανονισμός τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 2015/2424/ΕΕ της 16-12-2015, που εγκαθιδρύοντας πλέον τον όρο "σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης", προσέλαβε, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 4 του Κανονισμού αυτού, γενική ισχύ από την 23η Μαρτίου του 2016.

Με τον Κανονισμό 207/2009 θεσπίζεται αυτόνομο δίκαιο (βλ. και απόφαση ΔΕΕ της 10-07-2014 στην υπόθ C- 325/13 Peek and Cloppenburg, στη σκέψη 55 ως προς την αυτόνομη ερμηνεία των διατάξεων του ως άνω Κανονισμού), το οποίο όμως, συμπλέκεται με επιμέρους ρυθμίσεις του εθνικού δικαίου. Με βάση την εξαγγελλόμενη αρχή της ενότητας, το δικαίωμα στο κοινοτικό σήμα και ήδη σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκτάται, ανανεώνεται, μεταβιβάζεται, είναι αντικείμενο παραίτησης, έκπτωσης ή ακύρωσης και δεν μπορεί να απαγορευθεί η χρήση του παρά μόνο για ολόκληρη την Ένωση, εκτός και αν υπάρχουν αντίθετες διατάξεις στον Κανονισμό.

Αποκτάται, συνεπώς, ένα ενιαίο δικαίωμα και όχι μία δέσμη εθνικών σημάτων, ρυθμιζομένων από πλείονες εθνικές έννομες τάξεις. Η αρχή της ενότητας δεν αίρει την αρχή της εδαφικότητας, αλλά, αντιθέτως, διευρύνει αυτήν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και, συνεπώς, ένα προϊόν, στο οποίο έχει επιτεθεί ένα κοινοτικό σήμα μπορεί να κυκλοφορεί σε ολόκληρο το χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απολαμβάνοντας την προστασία του σήματος.

Αντιστοίχως, ο σηματούχος ασκεί τις αρνητικές του εξουσίες από το σήμα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται, συνεπώς, για κοινοτικού δικαίου δικαίωμα, που απονέμεται από την κοινοτική έννομη τάξη στο πλαίσιο της αρμοδιότητας των κοινοτικών οργάνων για τη σύσταση κοινοτικών δικαιωμάτων. Είναι απόλυτο δικαίωμα με υπερεθνικό χαρακτήρα και ισχύ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ο δε δικαιούχος αυτού έχει αποκλειστικό δικαίωμα στη χρήση του, καθώς και δικαίωμα να προσφύγει στο έχον κάθε φορά διεθνή δικαιοδοσία, αρμόδιο εθνικό δικαστήριο κοινοτικών σημάτων, προκειμένου να απαγορεύσει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, μεταξύ άλλων, κάθε σημείο, η χρήση του οποίου προκαλεί κίνδυνο σύγχυσης από μέρους του καταναλωτικού κοινού, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του χρησιμοποιούμενου από τον τρίτο σημείου με το κοινοτικό σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο.

Το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΕΕ) κτάται μόνο με την καταχώριση στο ειδικό μητρώο σημάτων της ΕΕ (βλ. άρθρα 6, 87 και 88 του ως άνω Κανονισμού). Το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων, που καθιερώθηκε και στην Ελλάδα με το ν. 2943/2001 (άρθρα 6 έως 11), εφαρμόζει, καθόσον αφορά στις κυρώσεις, το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε ή απειλείται να διαπραχθεί η προσβολή (ΑΠ 338/2012).

Όπως ρητά εξαγγέλλεται στο άρθρο 14 παρ. 2 του Κανονισμού [βλ. ήδη άρθρο 17 παρ. 2 μετά την Κωδικοποίηση που επήλθε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001], "Ο Κανονισμός δεν αποκλείει την άσκηση αγωγών σχετικά με κοινοτικό σήμα βάσει του δικαίου των κρατών μελών, ιδίως περί αστικής ευθύνης και αθέμιτου ανταγωνισμού" [πρβλ.

και τις διατάξεις των άρθρων 97 και 98, 101 και 102 του Κανονισμού - ήδη διατάξεις των άρθρων 125, 126, 129 και 130 μετά την Κωδικοποίηση που επήλθε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001, ως προς τα ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου]. Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 164 επ. του ν. 4072/2012 και του άρθρου πρώτου επ.

του ν. 2783/2000, προκύπτουν οι σχετικές με τα διεθνή σήματα ρυθμίσεις του ελληνικού δικαίου. Οι σχετικές ρυθμίσεις ερείδονται σε δύο διεθνείς συμβάσεις, την από 14-04-1891 διεθνή σύμβαση της Μαδρίτης, όπως ισχύει μετά την από 14-07-1967 αναθεώρηση της Στοκχόλμης και το από 27-06-1989 Πρωτόκολλο της Διεθνούς Σύμβασης της Μαδρίτης, που αποτελούν αμφότερες ειδικές διεθνείς συνθήκες κατά την έννοια της διεθνούς σύμβασης Παρισίων.

Στο καθιερούμενο από τις εν λόγω διατάξεις σύστημα, η προστασία του σήματος εξαρτάται από μία βασική αίτηση ή βασική καταχώριση στο γραφείο σημάτων μίας εκ των συμβαλλομένων Χωρών. Μέσω της διεθνούς καταχώρισης, η προστασία επεκτείνεται σε μία ή περισσότερες επιλεγμένες Χώρες, που έχουν προσχωρήσει στο ούτω καλούμενο σύστημα της Μαδρίτης, ως επιλεγμένη δε "Χώρα" δύναται να ορισθεί και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με την καταχώριση του σήματος δημιουργείται ένα σήμα, ως να είχε καταχωρισθεί σε αυτές εξ υπαρχής. Ως εκ τούτου, το διεθνές σήμα δεν αποτελεί είδος αυτόνομου σήματος, αλλά μία δέσμη εθνικών σημάτων, έκαστο των οποίων υπόκειται στις διατάξεις των επιμέρους εθνικών δικαίων. Ένα ελληνικό σήμα, συνεπώς με Χώρα προέλευσης την Ελλάδα, δύναται να επεκταθεί μέσω του οικείου συστήματος σε μία άλλη συμβαλλόμενη Χώρα, όπως πχ την Αυστραλία ή την Κίνα ή τη Ρωσία και αντιστρόφως.

Η νομική μεταχείριση του σήματος αυτού στις επιμέρους έννομες τάξεις (πχ της Αυστραλίας ή της Ρωσίας κοκ) κρίνεται κατά το δίκαιο των εν λόγω εννόμων τάξεων, όπως και ένα σήμα με βασική καταχώριση στην Αυστραλία, που έχει κατατεθεί μέσω του οικείου συστήματος και στην Ελλάδα, θεωρείται ως ελληνικό, προστατευόμενο κατά τις διατάξεις του ν. 4072/2012.

Τα πλεονεκτήματα του συστήματος αυτού έγκεινται στην ενιαία διαδικασία καταχώρισης στις συμβαλλόμενες Χώρες, στην κεντρική διαχείριση των διεθνών σημάτων από το Διεθνές Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας στη Γενεύη (WIPO), στη δημιουργία μίας δέσμης εθνικών σημάτων υπό τη στέγη ενός διεθνούς σήματος, αλλά και στο χαμηλότερο κόστος έναντι των πολλαπλών καταθέσεων του σήματος στα επιμέρους εθνικά γραφεία σημάτων.

Για μία πενταετία, πάντως, η τύχη του σήματος εξαρτάται κατ' αρχήν από την ύπαρξη του σήματος προέλευσης (άρ. 6 II-IV ΔΣ Μαδρίτης), ο κανόνας αυτός, ωστόσο, δεν είναι ανεξαίρετος (βλ. ιδίως άρθρο 173 του ν. 4072/2012), αφού ο καταθέτης μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή της οικείας αίτησης σε κάθε επιμέρους Χώρα σε εθνική αίτηση.

Το διεθνές σήμα δημιουργείται μεν από την καταχώριση του βασικού σήματος στο διεθνές μητρώο του WIPO, για την επέκταση της προστασίας, ωστόσο, σε έτερο Κράτος, πλην του Κράτους προέλευσης δεν πρέπει να υφίσταται λόγος σχετικού ή απόλυτου απαραδέκτου στη Χώρα επέκτασης. Όταν η Ελλάδα είναι η Χώρα επέκτασης, τότε οι σχετικοί λόγοι κρίνονται υπό το πρίσμα των διατάξεων του ν. 4072/2012, μέσω του οποίου παρέχεται και η σχετική προστασία.

Κατά δε το άρθρο 171 παρ. 1 του ν. 4072/2012 "Για την παροχή προστασίας διεθνούς καταχώρισης στην Ελληνική Επικράτεια, αρμόδια να αποφασίσει είναι η Υπηρεσία Σημάτων", κατά δε την παρ. 2 της ίδιας ως άνω διάταξης "Η διεθνής καταχώριση ως και η δήλωση επέκτασης διεθνούς καταχώρισης στην Ελληνική Επικράτεια εγγράφονται σε ειδικό έντυπο και αναρτώνται στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου".

Καθίσταται, συνεπώς, σαφές εκ των ως άνω ότι το παρεχόμενο σύστημα προστασίας των διεθνών σημάτων κατά το ελληνικό δίκαιο αφορά στα καταχωρημένα στην αλλοδαπή σήματα, των οποίων η προστασία εν συνεχεία μέσω του συστήματος καταχώρισης της ΔΣ της Μαδρίτης επεκτείνεται στην Ελλάδα. Αντιθέτως, για τα ελληνικά σήματα, ήτοι για τα σήματα με Χώρα προέλευσης την Ελλάδα, η ιδιότητά τους ως διεθνών σημάτων δεν προσθέτει περαιτέρω ή διαφορετικής φύσης πλεονεκτήματα για την προστασία τους ως σημάτων στην ελληνική Επικράτεια, η σημασία δε της διεθνούς καταχώρισής τους εκδηλώνεται απλώς στις αλλοδαπές έννομες τάξεις, όπου και επεκτείνεται η προστασία των σημάτων αυτών.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 15/2021), εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα, κατ' αρχήν αναφορικά με τους προβληθέντες από την εκκαλούσα - αναιρεσείουσα νομικούς ισχυρισμούς και, ακολούθως ως προς τα πραγματικά περιστατικά: "Με τον πρώτο λόγο έφεσης η εναγομένη, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα κρίθηκε η ένδικη αγωγή ορισμένη και απορρίφθηκε ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της περί αοριστίας αυτής.

Ωστόσο έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη , καθόσον διαλαμβάνει όλα τα κατά νόμο (αρθ. 216,117,118 ΚΠολΔ) απαιτούμενα στοιχεία , δηλαδή τα δικαιώματα των εναγουσών επί των αναφερομένων στην αγωγή ημεδαπών και διεθνών σημάτων και σημάτων της ΕΕ, που προορίζονται να διακρίνουν τα αναφερόμενα στην αγωγή προϊόντα των κλάσεων 7, 11 και 12 και τα οποία (δικαιώματα) φέρονται ως προσβεβλημένα, οι πράξεις των εκπροσώπων της εναγομένης, που συνιστούν προσβολή των ενδίκων δικαιωμάτων των εναγουσών επί των ως άνω σημάτων και ειδικότερα, το γεγονός ότι η εναγομένη εισήγαγε και διέθετε προς πώληση στην ελληνική αγορά γνήσια μεν ανταλλακτικά και εξαρτήματα μηχανοκίνητων οχημάτων και ιδίως φίλτρα λαδιού και σένσορες MAP, στα οποία είχαν προηγουμένως επιτεθεί σήματα των εναγουσών από τις ίδιες, ως εμφαίνεται και στις ενσωματωμένες στην αγωγή φωτογραφίες προϊόντων (μετά των συσκευασιών αυτών), χωρίς όμως τα συγκεκριμένα προϊόντα - τεμάχια να έχουν τεθεί σε κυκλοφορία ή να έχουν διατεθεί προς πώληση εντός Ε.Ο.Χ.

από τις ενάγουσες ή με τη συγκατάθεσή τους, αφού προορίζονταν και είχαν τεθεί σε κυκλοφορία από τις ενάγουσες στην αγορά της Δημοκρατίας της Κορέας, με αποτέλεσμα να μην έχει αναλωθεί το δικαίωμα των εναγουσών επί των ενδίκων σημάτων τους, η επενδυτική και εγγυητική λειτουργία των οποίων, όπως και η λειτουργία προέλευσης θίγεται από την εκτιθέμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Περαιτέρω εξειδίκευση των προϊόντων, σε σχέση με τα οποία προσεβλήθησαν τα δικαιώματα των εναγουσών επί των ενδίκων σημάτων, ή αναλυτική και πλήρης αναφορά των κωδικών όλων των προϊόντων δεν ήταν αναγκαία στην αγωγή, πέραν και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι ενάγουσες όχι μόνο αναφέρονται και σε επιμέρους κατ' είδος προοριζόμενα προϊόντα (σένσορες MAP και φίλτρα λαδιού), αλλά ενσωματώνουν στην αγωγή τους και φωτογραφίες τέτοιων προϊόντων σε δύο περιπτώσεις, στις οποίες εμφαίνονται και οι συσκευασίες των προϊόντων, μετά των επ' αυτών αναφερομένων σχετικών κωδικών, που χρησιμεύουν προς εξατομίκευσή τους.

Η διαπίστωση δε του κρίσιμου (για τη διατύπωση του διατακτικού της απόφασης) γεγονότος, ποιά ακριβώς εξαρτήματα και ανταλλακτικά εμπορευόταν χωρίς δικαίωμα στην Ελλάδα η εναγομένη ,μπορεί να συμπληρωθεί από τις αποδείξεις. Άλλωστε, εν προκειμένω δεν πρόκειται περί διαφοράς ανακύψασας στο πλαίσιο πώλησης τέτοιων προϊόντων, ώστε να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευσή τους, αλλά περί διαφοράς από προσβολή δικαιωμάτων επί σημάτων, τα οποία περιγράφονται πλήρως στην αγωγή, όπως και οι σχετικές προσβλητικές ενέργειες.

Σημειωτέον ότι η αγωγή εκτιμάται πως αφορά στο σύνολο των τεθέντων σε κυκλοφορία εκτός Ε.Ο.Χ. από τις ενάγουσες προϊόντων, που φέρουν τα σήματά τους και τα οποία εμπορεύεται η εναγομένη, χωρίς για την κυκλοφορία εντός Ε.Ο.Χ. να έχει μεσολαβήσει ενέργεια των ίδιων των εναγουσών ή σχετική συγκατάθεσή τους, όπως στο σύνολο των άνω προϊόντων αναφέρεται η αναφερομένη στην αγωγή εξώδικος δήλωση-διαμαρτυρία των εναγουσών, με αποτέλεσμα να μην παρίσταται και οιαδήποτε διάσταση μεταξύ ιστορικού και αιτητικού της αγωγής, όπως αβάσιμα αιτιάται η εναγομένη με την έφεσή της.

Δεν είναι, άλλωστε, αναγκαία η απόλυτη εξειδίκευσή απάντων των παρανόμως εισαγομένων εμπορευμάτων στην αγωγή (........). Ο επιπρόσθετος ισχυρισμός της εναγομένης ότι εξαιτίας της επικαλούμενης από την ίδια αοριστίας της αγωγής στερείται του δικαιώματος να προβάλει την ένσταση ανάλωσης του δικαιώματος των εναγουσών κατ' άρθ. 128 του ν. 4072/2012 ,είναι αβάσιμος, πέραν του ότι την εν λόγω ένσταση την πρότεινε η εναγομένη και απορρίφθηκε ως αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η κρίση του δε αυτή προσβάλλεται με σχετικό λόγο έφεσης που θα εκτεθεί παρακάτω.

Μετά τις άνω παραδοχές ο πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Αβάσιμος όμως τυγχάνει και ο τρίτος λόγος έφεσης κατά το μέρος που αιτιάται ότι η κρινόμενη αγωγή πάσχει από αοριστία και ως προς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγουσες, καθόσον αναφέρεται στο υπό κρίση δικόγραφο(σελ,23-25) η υλική υπόσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγουσες από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης και δη από την παράνομη προσβολή των σημάτων της κάθε ενάγουσας από την εναγόμενη που συνίσταται στην υπονόμευση της εμπορικής των υπόστασης, φήμης και του εξαιρετικού επιχειρηματικού προφίλ αυτών, ενώ οι ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ηθικής βλάβης όπως η έκταση της βλάβης των εναγουσών, η βαρύτητα του πταίσματος της εναγομένης δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής (.......).".

Περαιτέρω, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη και η δεύτερη των εναγουσών δραστηριοποιούνται εμπορικά στον τομέα της κατασκευής και εμπορίας οχημάτων και ανήκουν στον όμιλο αυτοκινήτων "Hyundai", όπως και η τρίτη ενάγουσα, η οποία δραστηριοποιείται στη διανομή και πώληση ανταλλακτικών μερών αυτοκινήτου και εξαρτημάτων, εργοστασίου κατασκευής "Hyundai" και "Kia", στην Ευρώπη.

Η πρώτη ενάγουσα τυγχάνει δικαιούχος των κάτωθι αναφερομένων σημάτων, που νόμιμα έχουν καταχωρηθεί, ήτοι : α) του με αριθμό 012347878 και με ημερομηνία καταχώρισης 06-06-2014 εικαστικού σήματος της ΕΕ, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση του γράμματος "Η" σε πλάγια γραφή, εντός ελλειψοειδούς κύκλου, και του οποίου η αίτηση κατάθεσης υποβλήθηκε στις 27-11-2013 στο τότε Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (-νυν Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Η καταχώρισή του διαρκεί, κατ' άρθρο 46 του Κανονισμού [και ήδη άρ. 52 μετά τη θέσπιση του κωδικοποιητικού Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001] για μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, ήτοι έως τις 27- 11-2023. Διακρίνει, μεταξύ άλλων προϊόντων της κλάσεως 12, μέρη και εξαρτήματα αυτοκινήτων και δικύκλων, σωλήνες τροχών αυτοκινήτων, αποσβεστήρες ταλαντώσεων για οχήματα, φρένα και συστήματα πέδησης οχημάτων, συστήματα μετάδοσης ισχύος και μηχανισμούς κίνησης οχημάτων, συμπλέκτες και περιαξόνια τροχών οχημάτων, β) του με αριθμό 012312518 και με ημερομηνία καταχώρισης 14-04-2014 λεκτικού σήματος της ΕΕ, το οποίο αποτελείται από την λέξη "HYUNDAI", και του οποίου η αίτηση κατάθεσης υποβλήθηκε στις 14-11- 2013 στο τότε Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (νυν Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Η καταχώρισή του διαρκεί, κατ' άρθρο 46 του Κανονισμού [και ήδη άρ. 52 μετά τη θέσπιση του κωδικοποιητικού Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001], για μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, ήτοι έως τις Μ11-2023. Διακρίνει, μεταξύ άλλων προϊόντων των κλάσεων 11, 12 και 14, ανταλλακτικά και εξαρτήματα οχημάτων, όπως φανάρια, ανακλαστήρες, λυχνίες ενδεικτικές κατεύθυνσης, εξαρτήματα λαμπτήρων, αποψυκτήρες, συσκευές κλιματισμού, προβολείς, εγκαταστάσεις και συσκευές αερισμού, διατάξεις θέρμανσης, παρμπρίζ, υαλοκαθαριστήρες, καθίσματα, αερόσακους, ελαστικά, ζώνες ασφαλείας, κόρνες, οπισθοσκοπικούς καθρέπτες, καλύμματα καθισμάτων, ιμάντες κίνησης, συστήματα μετάδοσης ισχύος, συμπλέκτες, δεξαμενές καυσίμων και γρίλιες ψυγείων, γ) του με αριθμό 012312229 και με ημερομηνία καταχώρισης 14-04-2014 λεκτικού σήματος της ΕΕ, το οποίο αποτελείται από την λέξη "HYUNDAI", και του οποίου η αίτηση κατάθεσης υποβλήθηκε στις 14-11-2013 στο τότε Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (νυν Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Η καταχώρισή του διαρκεί, κατ' άρθρο 46 του Κανονισμού [και ήδη άρ. 52 μετά τη θέσπιση του κωδικοποιητικού Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001] για μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, ήτοι έως τις 14-11-2023. Διακρίνει, μεταξύ άλλων προϊόντων της κλάσεως 7, ανταλλακτικά εξαρτήματα οχημάτων, όπως σιγαστήρες για κινητήρες και μηχανές, κυλίνδρους κινητήρων, ανεμιστήρες κινητήρων, ιμάντες κινητήρων, ιμάντες χρονισμού, αντιρρυπαντικούς μηχανισμούς κινητήρων, έμβολα και δακτυλίους εμβόλων, καρμπυρατέρ, φίλτρα, φίλτρα καθαρισμού αέρα ψύξης για κινητήρες, σπινθηριστές, αλυσίδες μεταφοράς, αντλίες νερού, ψύκτες και φίλτρα ελαίου, δ) του διεθνούς εικαστικού σήματος με αριθμό 1036496, το οποίο κατατέθηκε στο Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με την υπ' αριθμ. 40219/23-02-2010 δήλωση διεθνούς κατάθεσης, καταχωρήθηκε στις 19- 09-2012, αποτελείται από την απεικόνιση του γράμματος "Η", σε πλάγια γραφή, εντός ελλειψοειδούς κύκλου, και του οποίου η προστασία λήγει στις 23-02-2020.

Διακρίνει ανταλλακτικά και εξαρτήματα οχημάτων της κλάσεως 12, όπως τριβείς, σιγαστήρες για προφυλακτήρες, συστήματα μετάδοσης κίνησης, καθρέπτες οπισθοπορείας, προφυλακτήρες, υαλοκαθαριστήρες, καλύμματα καθισμάτων, αντιολισθητικές αλυσίδες, γρίλιες ψυγείου, φατνώματα, αερόσακους, καπό, τζάμια, συμπλέκτες, κινητήρες εξαεριστήρα, αισθητήρες αέρος, επενδύσεις φρένων, αναρτήσεις, ελατήρια, αισθητήρες ταχύτητας, ηλιοροφές, μετρητές καυσίμων, μοτέρ υαλοκαθαριστήρων, διατάξεις ελέγχου και πετάλια, ε) του διεθνούς λεκτικού σήματος με αριθμό 1046531, το οποίο κατατέθηκε στο Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με τη με αριθμό 40768/23-02-2010 δήλωση διεθνούς κατάθεσης, καταχωρήθηκε στην Ελλάδα στις 17-10-2012, αποτελείται από τη λέξη "HYUNDAI" και η προστασία του λήγει στις 23-02-2020.

Διακρίνει ανταλλακτικά και εξαρτήματα οχημάτων των κλάσεων 7 και 12, όπως αντλίες νερού, κεφαλές κυλίνδρου, πιστόνια, ανεμιστήρες, ψύκτες λαδιού, φίλτρα λαδιού, πλαίσια στήριξης, γρίλιες ψυγείων, έδρανα, σιγαστήρες, επενδύσεις συμπλέκτη, μηχανισμούς μετάδοσης κίνησης, δισκόφρενα, καθρέπτες, υαλοκαθαριστήρες, ιμάντες από καουτσούκ, ρεζερβουάρ, τροχούς, ζάντες, προφυλακτήρες, κουκούλες, θύρες, πάνελ πορτμπαγκάζ, καλούπια, χειρολαβές θυρών, κεραίες και ηχητικά σήματα προειδοποίησης (κόρνες), στ) του με αριθμό 100345 αλλοδαπού εικαστικού σήματος, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση του γράμματος "Η", σε πλάγια γραφή, εντός ελλειψοειδούς κύκλου και του οποίου η δήλωση κατάθεσης υπεβλήθη στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπ.

Εμπορίου στις 21 Αυγούστου 1990 προς διάκριση οχημάτων της κλάσεως 12, ιδία δε, επιβατηγών αυτοκινήτων, φορτηγών και λεωφορείων. Το σήμα καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αλλοδαπών σημάτων στις 17-05-1994 και η προστασία του έχει ήδη παραταθεί για μία ακόμη δεκαετία, που εκκίνησε στις 21-08-2010 και ζ) του με αριθμό 60653 αλλοδαπού λεκτικού σήματος, το οποίο αποτελείται από τη λέξη "HYUNDAI"" και του οποίου η δήλωση κατάθεσης υπεβλήθη στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπ.

Εμπορίου στις 28 Φεβρουάριου 1978, προς διάκριση οχημάτων και μηχανημάτων κινήσεως κατά γη, της κλάσεως 12. Το σήμα καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο αλλοδαπών σημάτων στις 17-02-1980 και η προστασία του έχει ήδη παραταθεί για μία ακόμη δεκαετία, αρχόμενη από τις 28-02-2008. Η δεύτερη ενάγουσα, εξάλλου, τυγχάνει δικαιούχος των κάτωθι νόμιμα καταχωρημένων σημάτων, ήτοι :

α) του υπ' αριθμ. 013188859, με ημερομηνία καταχώρισης 31-12-2014 σύνθετου σήματος της ΕΕ, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση της λέξης "ΚΙΛ", εντός ελλειψοειδούς κύκλου, και του οποίου η αίτηση κατάθεσης υποβλήθηκε στις 21-08-2014 στο τότε Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (νυν Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Η καταχώρισή του διαρκεί κατ' άρθρο 46 του Κανονισμού για μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, ήτοι έως τις 21-08-2024. Διακρίνει, μεταξύ άλλων, προϊόντα της κλάσεως 12, ιδίως δε ανταλλακτικά και εξαρτήματα οχημάτων, όπως κινητήρες, χειρολαβές θυρών, αερόσακους, υαλοκαθαριστήρες, καλύμματα για κινητήρες, αεραντλίες, σήματα διεύθυνσης, αντιθαμβωτικές διατάξεις, οπισθοσκοπικούς καθρέπτες, προφυλακτήρες, παρμπρίζ, τιμόνια, βάσεις για τα πόδια, τροχούς, καλύμματα καθισμάτων, ζώνες ασφαλείας, καθώς και δομικά μέρη και εξαρτήματα, β) του διεθνούς σύνθετου σήματος με αριθμό 1021380, το οποίο κατατέθηκε στο Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με τη με αριθμό 39255/04- 08-2009 δήλωση διεθνούς κατάθεσης, καταχωρήθηκε στην Ελλάδα στις 17-02-2012, αποτελείται από την απεικόνιση της λέξεως "ΚΙΛ" εντός ελλειψοειδούς κύκλου και του οποίου η προστασία λήγει στις 04-08-2019.

Διακρίνει, μεταξύ άλλων, ανταλλακτικά και εξαρτήματα οχημάτων των κλάσεων 7, 11 και 12, όπως μπουζί, φίλτρα λαδιού, αντλίες, συσκευές καθαρισμού αέρος, φώτα, ανακλαστήρες, λάμπες για διευθυνσιακά σήματα, κλιματιστικά, μπροστινά φανάρια, εγκαταστάσεις και συσκευές αερισμού, καλοριφέρ, ηλεκτρικό σένσορα ζεύγους δυνάμεων για πηδαλιουχία, σχάρες, σιγαστήρες, κινητήρες, καθρέπτες, προφυλακτήρες, εξαρτήματα σωματικής προστασίας, ρουλεμάν για τροχούς, καλύμματα θέσεων, διακόπτες κλιματιστικών, ηλεκτρικούς διακόπτες παραθύρων, αερόσακους, παρμπρίζ, υαλοκαθαριστήρες, απορροφητές κραδασμών, άξονα κιβωτίου ταχυτήτων, φρένα και συμπλέκτες, γ) του με αριθμό 123832 αλλοδαπού σύνθετου σήματος, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση της λέξεως "ΚΙΛ", εντός ελλειψοειδούς κύκλου και του οποίου η δήλωση κατάθεσης υπεβλήθη στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπ.

Εμπορίου στις 7 Απριλίου 1995 προς διάκριση προϊόντων της κλάσεως 12, ήτοι, μεταξύ άλλων, εξαρτημάτων και ανταλλακτικών επιβατηγών αυτοκινήτων, φορτηγών και λεωφορείων. Το σήμα καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο αλλοδαπών σημάτων στις 17-12-1997 και η προστασία του έχει ήδη παραταθεί για μία ακόμη δεκαετία, που άρχεται από τις 08-04-2015, δ) του με αριθμό 115547 αλλοδαπού σύνθετου σήματος, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση της λέξεως "ΚΙΑ", γραμμένης με λευκά κεφαλαία γράμματα σε μαύρο φόντο εντός ελλειψοειδούς κύκλου, και του οποίου η δήλωση κατάθεσης υπεβλήθη στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπ.

Εμπορίου στις 13 Αυγούστου 1993 προς διάκριση προϊόντων της κλάσεως 12, ήτοι επιβατηγών αυτοκινήτων, φορτηγών και λεωφορείων. Το σήμα καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αλλοδαπών σημάτων στις 17- 05-1996 και η προστασία του έχει ήδη παραταθεί για μία ακόμη δεκαετία, που άρχεται από τις 13-08-2013 και ε) του με αριθμό 67728 αλλοδαπού λεκτικού σήματος, το οποίο αποτελείται από τη λέξη "ΚΙΑ" και του οποίου η δήλωση κατάθεσης υπεβλήθη στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπ.

Εμπορίου στις 3 Δεκεμβρίου 1980 προς διάκριση προϊόντων της κλάσεως 12, ήτοι, μεταξύ άλλων, οχημάτων και μηχανημάτων κινήσεως κατά γη. Το σήμα καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αλλοδαπών σημάτων στις 17-08-1982 και η προστασία του έχει ήδη παραταθεί για μία ακόμη δεκαετία, αρχόμενη από τις 03-12-2010. Η τρίτη ενάγουσα, εξάλλου, τυγχάνει δικαιούχος του με αριθμό 012123519 και με ημερομηνία καταχώρισης 14-01-2015 λεκτικού σήματος της ΕΕ, το οποίο αποτελείται από την λέξη "..." και του οποίου η αίτηση κατάθεσης υποβλήθηκε στις 09-09-2013 στο τότε Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (νυν Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Η καταχώρισή του διαρκεί κατ' άρθρο 46 του Κανονισμού για μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, ήτοι έως 09-09-2023. Διακρίνει, μεταξύ άλλων, προϊόντα των κλάσεων 7 και 12, ιδίως δε φίλτρα (- μέρη μηχανών ή κινητήρων), φίλτρα για καθαρισμό αέρα ψύξης για μηχανές, φίλτρα συμπίεσης για μηχανές, μέρη ή ανταλλακτικά και εξαρτήματα αυτοκινήτων.

Η τρίτη ενάγουσα εισάγει στον Ε.Ο.Χ. εξαρτήματα και ανταλλακτικά οχημάτων, επί των οποίων τίθενται τα σήματα της πρώτης και της δεύτερης των εναγουσών. Επί των εμπορευμάτων, τα οποία προορίζονται προς αποκλειστική διάθεση στην αγορά της Δημοκρατίας της Κορέας, τίθεται επιπροσθέτως ένα ασημένιο λογότυπο - υδατογράφημα με το λεκτικό σήμα "...", ενώ το ίδιο λεκτικό σήμα τίθεται και στην συσκευασία αυτών των εμπορευμάτων.

Ουδεμία των εναγουσών έχει παράσχει την συναίνεση για την εισαγωγή των τελευταίων αυτών προϊόντων στον Ε.Ο.Χ., την προσφορά τους προς πώληση, τη διάθεσή τους στο εμπόριο ή την κατοχή τους με σκοπό την πραγματοποίηση μίας από τις ανωτέρω πράξεις. Η εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία δραστηριοποιείται εμπορικά από τεσσαρακονταετίας στην αγορά και μεταπώληση ανταλλακτικών και εξαρτημάτων οχημάτων, διατηρώντας προς τούτο εγκατάσταση στο ....

Ο σχετικός κατάλογος με το ευρύ φάσμα προϊόντων (-ανταλλακτικών), που εμπορεύεται η εναγομένη είναι μάλιστα αναρτημένος στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο (http:// www.soulidis.gr) προς υποβοήθηση των υποψηφίων αγοραστών χονδρικής ή λιανικής, από όπου και είναι ευχερώς προσβάσιμος. Στις 28-09-2015, ο Πέτρος Λόγιος, ειδικός ερευνητής των εναγουσών, επισκέφθηκε το κατάστημα της εναγομένης και αγόρασε έναν σένσορα ροής αέρα "Hyundai sensor assy - map" με κωδικό αριθμό 39300 22600.

Κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία, ο ίδιος ως άνω ερευνητής αγόρασε και ένα φίλτρο λαδιού "ΚΙΑ oil filter" με κωδικό αριθμό 26300 35503. Οι συσκευασίες των ως άνω προϊόντων έφεραν τα ως άνω εικαστικά και λεκτικά σήματα των πρώτης και τρίτης των εναγουσών, όπως και κείμενο αναγεγραμμένο με κορεατικούς χαρακτήρες, ενώ επί των εντός των συσκευασιών ευρισκομένων προϊόντων (στη δεύτερη περίπτωση) και επί του περιτυλίγματος τους (στην πρώτη περίπτωση) είχαν τεθεί τα προαναφερόμενα λεκτικά και εικαστικά σήματα όλων των εναγουσών, καθώς και το ασημένιο λογότυπο - υδατογράφημα "...", που κατά τα προεκτεθέντα επιτίθεται μόνο επί των προϊόντων, τα οποία προορίζονται προς αποκλειστική διάθεση στην αγορά της Δημοκρατίας της Κορέας.

Όπως προαναφέρθηκε , τόσο οι συσκευασίες, όσο και τα ίδια τα παραπάνω προϊόντα έφεραν επ' αυτών κείμενο με χαρακτήρες του κορεατικού αλφαβήτου, το οποίο όμως, ελλείπει από τις συσκευασίες των προϊόντων που προορίζονται προς διάθεση στην ευρωπαϊκή αγορά. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την ως άνω ημερομηνία, ο ίδιος ως άνω ερευνητής προέβη στην αγορά και μιας τσιμούχας καθρέπτη "HYUNDAI oil seal", με κωδικό αριθμό 21421 03000, στη συσκευασία της οποίας είχε επιτεθεί το εικαστικό σήμα σε ελλειψοειδή κύκλο της πρώτης των εναγουσών, όπως και η ένδειξη "...", χωρίς όμως να έχουν εντυπωθεί επ' αυτής κορεατικοί χαρακτήρες και χωρίς να υφίσταται το ασημένιο λογότυπο - υδατογράφημα "..." επί του προϊόντος ή του περιτυλίγματος του, δεδομένου ότι πρόκειτο πράγματι για ανταλλακτικό, που είχε τεθεί σε κυκλοφορία εντός Ε.Ο.Χ., από τις ίδιες τις ενάγουσες ή, πάντως, με τη συγκατάθεσή τους.

Στις 23-10-2015, δηλαδή μετά την ως άνω αγορά των ενδίκων προϊόντων από τον ως άνω ερευνητή, οι πρώτες δύο των εναγουσών επέδωσαν στην εναγόμενη την από 22-10-2015 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή τους (βλ. την υπ' αριθμ. 9990-Γ723-10- 2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Βασιλείου Τζελέπη), με την οποία καλούσαν την τελευταία, μεταξύ άλλων, να άρει την προσβολή και να παραλείπει αυτήν στο μέλλον.

Οι ανωτέρω, μάλιστα, δήλωναν με το εν λόγω εξώδικο έγγραφό τους ότι προτίθεντο να παραιτηθούν των ως τότε αξιώσεων τους από τις προσβολές των δικαιωμάτων τους επί των ενδίκων σημάτων, υπό την αίρεση ότι η εναγομένη θα προέβαινε, μεταξύ άλλων, σε άρση της προσβολής και σε παροχή των αιτουμένων πληροφοριών σχετικά με το κανάλι διανομής και προμήθειας των οικείων προϊόντων.

Η εναγομένη, όμως, αρνήθηκε να συμμορφωθεί και με την από 19-11-2015 εξώδικη δήλωσή της, την οποία επέδωσε στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των εναγουσών στις 23-11-2015 (βλ. την υπ' αριθμ. 4600 Δ/23- 11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), αντέτεινε δε ότι "...εισάγει, διαθέτει και πωλεί ...

γνήσια ανταλλακτικά ... ακολουθώντας απαρεγκλίτως την ελληνική νομοθεσία, αλλά και τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασκώντας ουσιαστικά εμπορία, η οποία προάγει τα προϊόντα..." των εναγουσών "...δια της επιτυγχανόμενης διαφημιστικής προβολής τους και της ουσιαστικής ενίσχυσης των σημάτων... χωρίς ... να προσβάλλονται οι επιμέρους λειτουργίες των σημάτων...", ενώ απέδιδε τις ενέργειες των εναγουσών σε "...εσφαλμένη πληροφόρηση...".

Αποδεικνύεται, ωστόσο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ότι η εναγομένη προσέφερε προς πώληση και εν τέλει πώλησε στην ελληνική αγορά το ως άνω γνήσιο φίλτρο λαδιού, όπως και τον αισθητήρα, τα οποία προορίζονταν προς διάθεση στο εμπόριο αποκλειστικώς στη Δημοκρατία της Κορέας, καίτοι οι ενάγουσες ουδέποτε είχαν συναινέσει στην εισαγωγή τους στον Ε.Ο.Χ., πλήττοντας υπαιτίως το αποκλειστικό επί των επίδικων σημάτων δικαίωμά τους, καθώς εθίγη εκ φύσεως η ουσιώδης λειτουργία αυτών (σημάτων), συνιστάμενη στον προσδιορισμό της επιχειρήσεως από την οποία προέρχονται τα προϊόντα και υπό τον έλεγχο της οποίας διοργανώθηκε η πρώτη διάθεση στο εμπόριο , σύμφωνα με όσα στο οικείο μέρος της μείζονας της παρούσας σκέψης εκτέθηκαν .

Προέκυψε επίσης ότι η εναγομένη πωλεί εν γένει τέτοια προϊόντα , όπως η ίδια ομολόγησε στην άνω εξώδικο δήλωσή της ,ενώ υπάρχει βάσιμος κίνδυνος επανάληψης της εν λόγω προσβολής στο μέλλον,καθώς οι εισαγωγές που διενεργεί η εναγομένη από χώρες εκτός ΕΟΧ/ΕΕ είναι μαζικές. Πέραν της, ως εκ της φύσεως της, προσβολής της λειτουργίας προέλευσης εθίγη ουσιωδώς και η επενδυτική λειτουργία των σημάτων αυτών, καθώς οι ενάγουσες, στερηθείσες της παρεχόμενης από τα δικαιώματά τους επί των ενδίκων σημάτων εξουσίας τους να θέσουν οι ίδιες σε πρώτη κυκλοφορία τα ανωτέρω προϊόντα εντός του Ε.Ο.Χ.

και δη, επιλέγοντας τον τόπο, τον χρόνο και τις ακριβείς και συμφέρουσες γΐ αυτές οικονομικές και λοιπές συνθήκες της αγοράς, απώλεσαν τη δυνατότητα να επωφεληθούν της οικονομικής αξίας των σημάτων τους, εξαιτίας της προπεριγραφείσας προσβλητικής συμπεριφοράς των εκπροσώπων της εναγομένης. Προσβολή της εγγυητικής λειτουργίας των ενδίκων σημάτων πάντως δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω, αφού δεν αποδεικνύεται ότι τα πωλούμενα από την εναγόμενη γνήσια, πλην προοριζόμενα για την αγορά της Δημοκρατίας της Κορέας προϊόντα των εναγουσών, ήταν ποιοτικώς κατώτερα, ενώ δεν αποδεικνύεται και πώλησή τους υπό συνθήκες και περιστάσεις, που έθιγαν τη φήμη των σημάτων αυτών και τη σχετική με αυτή διαφημιστική επένδυση των εναγουσών.

Μάλιστα, η πράξη προσβολής έλαβε χώρα σε εμπορική κλίμακα, καθώς η εναγομένη αποσκοπούσε σε άμεσο εμπορικό οικονομικό όφελος της, ενώ χαρακτηριστικό της χρονικής και ποσοτικής εκτάσεως της προσβολής είναι η για τουλάχιστον πέντε μήνες προσφορά και διάθεση του ενδίκου προϊόντος του φίλτρου λαδιού, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διακινείται και σε μεγάλες ποσότητες (βλ.

το σχετικό έγγραφο που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγομένη και αφορά στην παραγγελία, μεταξύ άλλων, 26 φίλτρων λαδιού, με κωδικό ..., ήτοι φίλτρων λαδιού που προορίζονταν για διάθεση στην κορεατική αγορά, τα οποία δεν συνάπτονται μεν με το αντικείμενο της δίκης, αποδεικνύουν, όμως, το ύψος των αντίστοιχων παραγγελιών της εναγομένης).

Η υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης συνάγεται, πέρα από αυτή καθεαυτή την πράξη προσβολής, από την εξακολούθησή της ακόμα και όταν προηγήθηκε η επίδοση σε αυτήν της από 22-10-2015 εξώδικης όχλησης, αλλά και από το πραγματικό γεγονός της λειτουργίας επιχείρησης εμπορίας ανταλλακτικών και εξαρτημάτων οχημάτων για μακρό χρονικό διάστημα και δη από τεσσαρακονταετίας, η οποία συνεπάγεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, γνώση περί τη διάκριση των ανταλλακτικών και εξαρτημάτων οχημάτων σε γνήσια και σε μη γνήσια, όπως και γνώση των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο παράλληλης εισαγωγής από Χώρες εκτός Ε.Ο.Χ., στις οποίες έχουν τεθεί σε κυκλοφορία, σε σχέση με τα προϊόντα, που αποτελούν αντικείμενο παράλληλης εισαγωγής από χώρες εντός Ε.Ο.Χ., στις οποίες έχουν τεθεί σε κυκλοφορία με τη συγκατάθεση των εναγουσών, πολλώ δε μάλλον που εν προκειμένω υπήρχαν και σαφή διαφοροποιητικά στοιχεία, όπως οι κορεατικοί χαρακτήρες, που τίθεντο κατ' αποκλειστικότητα επί των συσκευασιών των προϊόντων, που προορίζονταν για χώρες εκτός Ε.Ο.Χ., αλλά και τα υδατογραφήματα με το διακριτικό "...", που τίθεντο μόνο επί των τελευταίων αυτών συσκευασιών.

Η εναγόμενη πέραν του ότι αρνείται ότι πρόσβαλε οιαδήποτε εκ των λειτουργιών των ενδίκων σημάτων , επικαλούμενη το γεγονός ότι η ίδια προμηθεύεται από επίσημα μέλη του δικτύου των εναγουσών στην Ελλάδα και στον Ε.Ο.Χ. τα προϊόντα "HYUNDAI" και "ΚΙΑ", που ευρίσκονται πλέον στις αποθήκες της και τα οποία εμπορεύεται, ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα των εναγουσών επί των ενδίκων σημάτων τους έχει αναλωθεί, αφού με τη συγκατάθεσή της τα μέλη του εν λόγω δικτύου πωλούσαν εντός Ε.Ο.Χ.

τα εν λόγω προϊόντα σε τρίτους μεταπωλητές, μεταξύ των οποίων και σε αυτήν , προς τούτο δε, προσκομίζει τιμολόγια αγοράς γνήσιων προϊόντων των πρώτων δύο εναγουσών, τα οποία προμηθεύθηκε νομίμως από το λειτουργούν στην Ελλάδα δίκτυο διανομής των τελευταίων, ήτοι α)το υπ' αριθμ. ....Ε.", που πλέον δεν λειτουργεί και στο οποίο εμφαίνεται η αγορά φίλτρων λαδιού, β) τμήμα του υπό στ. ..., στο οποίο δεν εμφαίνονται τα στοιχεία του πωλητή, επειδή τούτος διατηρεί νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα επιχείρηση, της οποίας τα στοιχεία η εναγομένη δεν επιθυμεί να αποκαλύψει, προκειμένου "...να μην τεθεί στο στόχαστρο..." των αντιδίκων της, γ) το υπ' ...

τιμολόγιο της πρώτης των εναγουσών, ποσού 26.427,10 δολαρίων ΗΠΑ, από το οποίο αποδεικνύονται οι εμπορικές σχέσεις της εναγομένης με την ανωτέρω εταιρία και δ) το από 1.12.2016 τιμολόγιο πώλησης της HYUDAI της Σερβίας με αγοράστρια την εδρεύουσα στην ... εταιρία με την επωνυμία "ΕΣΚΙΑΔΗΣ ΜΠΑΛΟΔΗΜΟΣ " . Ο εν λόγω ισχυρισμός περί την ανάλωση (ενωσιακής) του δικαιώματος στο (αλλοδαπό ή διεθνές) σήμα ή σήμα της Ε.Ε.

συνιστά σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, ένσταση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθ. 128 παρ. 1 (σε συνδ. και με τα άρ. 177 παρ. 1 και 3 και 164 παρ. 2) του Ν. 4072/2012 αφενός και 13 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 [ήδη άρθ. 15 παρ. 1 του κωδικοποιητικού Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001], με το βάρος απόδειξης αυτού να πίπτει κατ' αρχάς στην επικαλούμενη τις προϋποθέσεις του οικείου κανόνα δικαίου εναγομένη.

Η τελευταία ωστόσο δεν απέδειξε ότι τα προαναφερόμενα δύο τεμάχια (φίλτρο λαδιού και σένσορας) πωλήθηκαν από μέλος του επισήμου δικτύου των εναγουσών. Το γεγονός ότι τούτη διατηρεί πράγματι εμπορική συνεργασία και με μέλη του επισήμου δικτύου των εναγουσών, προμηθευόμενη εν γένει για τις ανάγκες της εμπορίας της προϊόντα του ανωτέρω είδους και από τις εν λόγω εταιρίες, ουδόλως αποδεικνύει ότι και τα συγκεκριμένα δύο τεμάχια αγοράσθηκαν από τέτοιες εταιρίες και δη εταιρίες εντασσόμενες στον αυτό όμιλο εταιριών με τις ενάγουσες ή από πωλητές, που τυγχάνουν αδειούχοι χρήσης των ενδίκων σημάτων, ή από εξουσιοδοτημένους (αποκλειστικούς ή επιλεγμένους) διανομείς, πολλώ δε μάλλον που ουδέν σχετικό παραστατικό προσκομίζει, ούτε προσκομίζει τιμολόγια απευθείας εισαγωγών από χώρες ΕΟΧ/ΕΕ ώστε να προκύψει η συγκατάθεση των εναγουσών , τα μόνα δε προσκομιζόμενα παραστατικά δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν τα συγκεκριμένα τεμάχια, αλλά είτε αφορούν προϊόντα άλλων κλάσεων και ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της φερόμενης προσβολής (Οκτώβριος του 2015) και δη τον Ιανουάριο του 2016 (βλ.

έτσι στην περίπτωση του υπ' αριθμ. ... τιμολογίου της πρώτης των εναγουσών, ποσού 26.427,10 δολαρίων ΗΠΑ, που μάλιστα, αφορά προϊόντα της κλάσης 4 και δη λιπαντικά και όχι προϊόντα εντασσόμενα στις κλάσεις 7, 11 και 12 της ταξινόμησης της Νίκαιας, όπως τα ένδικα), είτε ανάγονται σε παλαιότατο χρόνο, που καθιστά αδύνατη την προμήθεια των ενδίκων προϊόντων με τα εν λόγω τιμολόγια.

Στο πλαίσιο αυτό, το μεν αντίγραφο (τμήματος) του υπ' αριθμ. ..., αγνώστου εκδότη, που λαμβάνεται υπόψη ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο, αφορά αγορασθέντα έντεκα χρόνια προ της προσβολής προϊόντα, το δε υπ' αριθμ. ....Ε.", αφορά αγορασθέντα δύο έτη προ της προσβολής προϊόντα, παρά το γεγονός ότι η μεν χρήση αισθητήρων επεκτάθηκε κατά τα τελευταία έτη, τα δε φίλτρα λαδιού διακινούνται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε μεγάλες ποσότητες και μαζικά, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι τα δύο ένδικα προϊόντα αποτελούσαν πωληθέντα με τα εν λόγω τιμολόγια είδη, ακόμα και αν θεωρηθεί δεδομένο ότι οι πωλητές τους αποτελούσαν αδειούχους χρήσης σημάτων, μέλη του αυτού με τις ενάγουσες ομίλου εταιριών ή (αποκλειστικούς ή επιλεγμένους) εξουσιοδοτημένους διανομείς των προϊόντων των εναγουσών στην Ελλάδα.

Ούτε, άλλωστε, μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα ως προς τα ένδικα προϊόντα, από το προαναφερόμενο , από 01-12-2016 τιμολόγιο, εκδόσεως της εδρεύουσας στην εκτός Ε.Ο.Χ. Σερβία εταιρίας του ομίλου "Hyundai" προς την ελληνική αγοράστρια επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "Ε. - Μ.", που εδρεύει στην ..., βάσει του οποίου η εναγομένη επιχειρεί να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι τα ένδικα προϊόντα εισήχθησαν και κυκλοφόρησαν στον Ε.Ο.Χ.

και δη στην Ελλάδα με τη συγκατάθεση των εναγουσών, η οποία (συγκατάθεση) συνάγεται μετά βεβαιότητος από το ότι τα προϊόντα διατέθηκαν από εταιρία του ομίλου των εναγουσών προς την προαναφερθείσα ελληνική εταιρία. Το εν λόγω τιμολόγιο αφορά πωλήσεις καταρτισθείσες 14 μήνες μετά την προαναφερθείσα προσβλητική πράξη της εναγομένης, που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2015 και συνεπώς τα ένδικα προϊόντα είναι αδύνατον να είχαν αποτελέσει αντικείμενο των ως άνω μεταγενέστερων πωλήσεων.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η συγκατάθεση των εναγουσών -σηματούχων στην κυκλοφορία εντός ΕΟΧ των επίδικων προϊόντων. Η συγκατάθεση τούτη, που αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ανάλωσης του δικαιώματος και ισοδυναμεί με παραίτηση του δικαιούχου από το αποκλειστικό δικαίωμα επί εμπορικού σήματος πρέπει να προκύπτει από θετικές ενέργειες των εναγουσών και να συνάγεται με βεβαιότητα και όχι μόνο από τη σιωπή των σηματούχων την οποία και μόνο επικαλείται η εναγομένη .

Να τονισθεί στο σημείο τούτο, ότι η ανάλωση ή μη του δικαιώματος του σηματούχου κρίνεται αντικειμενικά και δεν επιδρά επ' αυτής η γνώση ή άγνοια του φερόμενου ως προσβολέα ή πολύ περισσότερο η δυνατότητα γνώσης του ανωτέρω προσώπου (βλ. και απόφαση ΔΕΚ ..........), ενώ για την απαγόρευση της παράλληλης εισαγωγής, είναι αδιάφορο το αν τα σχετικά προϊόντα έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στον Ε.Ο.Χ.

από τον ίδιο τον προσβολέα ή όχι . Επιπρόσθετα σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις οικείες νομικές της παρούσας σκέψεις, στην ένσταση ανάλωσης του δικαιώματος εκ του σήματος, όταν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος στεγανοποίησης της αγοράς, γίνεται δεκτό ότι ο ενιστάμενος πρέπει κατ' αρχάς να απαλλάσσεται από το βάρος (επίκλησης και) απόδειξης του τρόπου ανάλωσης των δικαιωμάτων του σηματούχου, ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να επικαλείται σωρευτικά α) ότι αγόρασε τα προϊόντα εντός του Ε.Ο.Χ.

και β) ότι υφίστανται διαφορές στις τιμές των προϊόντων μεταξύ των Κρατών μελών, για τον λόγο δε αυτό, ο ενάγων δικαιούχος με την προσπάθεια απαγόρευσης της παράλληλης εισαγωγής, επιδιώκει τη διατήρηση των διαφορών των τιμών ή, γ) ενδεχομένως, ότι δεν υφίστανται διαφορές μεταξύ των διατιθεμένων εντός και εκτός Ε.Ο.Χ.

προϊόντων του παραγωγού, όταν ο τελευταίος θα επικαλείται ότι ο εναγόμενος ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι τα προϊόντα δεν προορίζονταν για κυκλοφορία εντός του Ε.Ο.Χ. λόγω κάποιων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή ειδικής σήμανσης. Κατά την ανωτέρω προσέγγιση, σε περίπτωση που ο ανεξάρτητος έμπορος αποδείξει ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος στεγανοποίησης των εθνικών αγορών, ο σηματούχος θα πρέπει να αποδείξει ότι τα επίμαχα προϊόντα διατέθηκαν αρχικά στο εμπόριο εκτός Ε.Ο.Χ.

από τον ίδιο (τον σηματούχο) ή με τη συγκατάθεσή του και, αν το επιτύχει, ο ανεξάρτητος έμπορος θα πρέπει τότε να αποδείξει ότι τα προϊόντα, πριν αποκτηθούν από τον ίδιο, είχαν διατεθεί εντός Ε.Ο.Χ. από τον ως άνω δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, η εναγομένη ούτε κάνει με σαφήνεια λόγο για την οργάνωση από μέρους των εναγουσών ενός συστήματος αποκλειστικής διανομής των προϊόντων τους, αφού ενίοτε αναφέρεται σε πωλήσεις των προϊόντων και από ανεξάρτητους εμπόρους (βλ.

και το επικαλούμενο από την εναγομένη υπ' αριθμ. ..., το οποίο ναι μεν αφορά σε είδη λιπαντικών κινητήρων οχημάτων, επιβεβαιώνει, όμως, την ύπαρξη και ευθέων εμπορικών σχέσεων μεταξύ της πρώτης των εναγουσών και της ιδίας της εναγομένης ως ανεξάρτητης μεταπωλήτριας των εν λόγω προϊόντων), ούτε εκθέτει με ορισμένο τρόπο ότι υφίστανται συγκεκριμένες διαφορές στις τιμές των προϊόντων μεταξύ πλειόνων Κρατών εντός Ε.Ο.Χ.

ούτε ιστορεί ότι οι ενάγουσες , με την προσπάθεια απαγόρευσης των παράλληλων εισαγωγών, επιδιώκουν τη διατήρηση των διαφορών των τιμών αυτών. Αντιφατικά, μάλιστα εκθέτει ότι οι ενάγουσες όχι μόνο δεν είχαν επιδιώξει μέχρι σήμερα να απαγορεύσουν τις παράλληλες εισαγωγές αλλά, αντιθέτω7ς, ότι ανέχονταν (ή ενθάρρυναν) αυτές τις παράλληλες εισαγωγές από τον ίδιο τον "επίσημο διανομέα" ή τους εξουσιοδοτημένους εν γένει πωλητές των προϊόντων τους στην Ελλάδα, εξαιτίας των (για άγνωστο λόγο) ελλείψεων σε εμπορεύματα, που εμφάνιζε η επιχείρηση του επίσημου διανομέα, καθώς και ότι εν συνεχεία η πολιτική αυτή μετεβλήθη, παρότι δεν διευκρινίζεται ο λόγος γι' αυτήν την, εξ απόψεως εμπορικής πολιτικής, μεταστροφή.

Ενόψει των συγκεκριμένων ισχυρισμών στην ένδικη διαφορά, συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος για μια μεταβολή του κατά τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες βάρους απόδειξης, αφού οι τελευταίοι, ενόψει των αποδεικνυόμενων πραγματικών περιστατικών, δεν θέτουν εν κινδύνω την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων του πρωτογενούς (και ιδία των άρ. 34 και 36 ΣΛΕΕ) ή παραγώγου ενωσιακού δικαίου [και ιδία τους κανόνες του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 και ήδη (ΕΕ) 2017/1001 ή της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436], πολλώ δε μάλλον, που στην ένδικη υπόθεση πρόκειται μεν για προμήθεια και πώληση προϊόντων σε εμπορική κλίμακα, πλην σε περιορισμένη έκταση σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο.

Να προστεθεί , ότι στις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις των ..., -οι οποίες έχουν ταυτόσημο περιεχόμενο και διατύπωση-, αμφότεροι οι ενόρκως βεβαιώσαντες δηλώνουν ότι φέρουν ιδιότητα πρώην εργαζομένου σε αντιπροσωπείες των εναγουσών στην .... Υπό την ανωτέρω ιδιότητα βεβαιώνουν ότι η εναγομένη προμηθευόταν τα πωλούμενα από αυτήν προϊόντα από το επίσημο δίκτυο των εναγουσών στην Ελλάδα, κατονομάζουν δε ως τέτοια προμηθεύτρια τη φερόμενη ως θυγατρική εταιρία της πρώτης των εναγουσών ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "A.

P. Α..Ε..". Όμως οι ανωτέρω δεν ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζουν το σύνολο των προμηθευτών της εναγομένης, το δε γεγονός ότι η εναγομένη προμηθευόταν προϊόντα και από την ανωτέρω εταιρία ουδόλως αποκλείει το ότι η εναγομένη διατηρούσε εκ παραλλήλου εμπορικές σχέσεις και με τρίτους εμπόρους για την εισαγωγή προϊόντων των εναγουσών εκτός Ε.Ο.Χ., χωρίς τη συγκατάθεση των τελευταίων.

Αντθέτως, μάλιστα, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη πωλούσε και εξακολουθεί και πωλεί τόσο τεθέντα στην κυκλοφορία από τις ενάγουσες ή με τη συγκατάθεσή τους στον Ε.Ο.Χ. προϊόντα των εναγουσών, όσο και προϊόντα, που δεν έχουν τεθεί στην κυκλοφορία από τις ενάγουσες ή με τη συγκατάθεσή τους στον Ε.Ο.Χ., όπως τα ένδικα προϊόντα, με αποτέλεσμα η διαπίστωση και ταυτοποίηση της προσβλητικής πράξης να τυγχάνει δυσχερέστερη.

Μόλις δε κατέστη αντιληπτή από τις ενάγουσες η ένδικη προσβλητική πράξη της εναγομένης τον Αύγουστο του 2015, οι ενάγουσες έσπευσαν να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, για να αποκτήσουν αποδεικτική βεβαιότητα περί αυτής, αλλά και για να την αποκρούσουν, για τον λόγο δε αυτό, κατ' εντολή τους, ο ...

προέβη στις ένδικες αγορές τον Οκτώβριο του 2015, μετά την κατάρτιση των οποίων οι ενάγουσες επέδωσαν στην εναγομένη και την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή τους εντός του αυτού μηνός. Έτσι από την πρώτη στιγμή οι ενάγουσες αντιτάχθηκαν στις παράνομες παράλληλες εισαγωγές , στο πλαίσιο της δικαιϊκά αναγνωριζομένης δυνατότητάς τους να θέσουν σε κυκλοφορία για πρώτη φορά εντός της Ένωσης τα σηματοδοτημένα προϊόντα τους, ελέγχοντας κατά τα λοιπά τη διάθεση, που έγινε από τρίτον και όχι από τις ίδιες ή με τη συγκατάθεσή τους.

Οι ενάγουσες δεν επιδιώκουν την απαγόρευση εν γένει των παράλληλων εισαγωγών, ως προς τις οποίες ουδείς περιορισμός τίθεται, παρά μόνο την απαγόρευση των εκ μέρους της εναγομένης παράνομων παράλληλων εισαγωγών. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εναγομένη μπορεί επιτρεπτώς να προμηθεύεται τα προϊόντα των εναγουσών από το ανοικτό δίκτυο διανομής αυτών σε όλη την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, όπου τα προϊόντα έχουν τεθεί σε κυκλοφορία από τις ενάγουσες, αντί να προβαίνει σε εισαγωγή τους από χώρες εκτός Ε.Ο.Χ.

και σε διάθεσή τους χωρίς τη συγκατάθεση των εναγουσών (......). Επομένως οι αιτιάσεις της εναγομένης περί παράβασης εκ μέρους των αντιδίκων της αρχής της ελευθερίας της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και περί προσβολής του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι παντελώς αναληθείς. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης, περί διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος των εναγουσών στα ένδικα σήματα , τον οποίο επαναφέρει με τον αναφερόμενο ως τέταρτο λόγο έφεσης, τούτος είναι νόμω αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα της παρούσας σκέψη, η ανάλωση του παρεχομένου στον δικαιούχο του σήματος δικαιώματος επέρχεται μόνο στις περιπτώσεις που τα προϊόντα διατέθηκαν στο εμπόριο εντός ΕΟΧ (.......).

Μετά τις άνω παραδοχές , το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ανάλωσης του δικαιώματος των εναγουσών στα επίδικα σήματα, έκρινε μη νόμιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης περί διεθνούς ανάλωσης του εν λόγω δικαιώματος των εναγουσών και δέχθηκε ότι συντρέχει παράνομη προσβολή του σήματος των εναγουσών, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης καθίστανται αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Επειδή δε, αντικείμενο της αγωγής όπως προαναφέρθηκε είναι το σύνολο των τεθέντων σε κυκλοφορία εκτός ΕΟΧ από τις ενάγουσες προϊόντων που φέρουν τα σήματά τους και εμπορεύεται η εναγόμενη και όχι μόνο τα δύο προϊόντα (σένσορες MAP και φίλτρα λαδιού) , που ενδεικτικά στην αγωγή περιγράφησαν και τα οποία δεν είναι τα μόνα προϊόντα που φέρουν τα επίδικα σήματα που πωλεί η εναγομένη και έχουν εισαχθεί από χώρα εκτός ΕΟΧ/ΕΕ ,η αιτούμενη προστασία δεν μπορεί να περιορισθεί μόνο στα δύο αυτά προϊόντα ,ούτε άλλωστε από το ιστορικό και αιτητικό της κρινόμενης αγωγής συνάγεται τούτο, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να τίθεται ζήτημα περί παροχής ευρύτερης δικαστικής προστασίας από την αιτούμενη και περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης οι ενάγουσες ,των οποίων το αποκλειστικό δικαίωμα επί των σημάτων τους προσβάλλεται πολλαπλώς από το παράλληλο δίκτυο εισαγωγής των προϊόντων τους με τα σήματά τους, που έχει εγκαθιδρύσει η εναγομένη χωρίς έλεγχο, υπέστησαν ηθική βλάβη και δη στην εμπορική πίστη και υπόληψή της και γενικά στο εμπορικό της μέλλον. (..........).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη." Με τον πρώτο από τους λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε πως η γενόμενη προσβολή του σήματος των αντιδίκων της συνίσταται σε δύο, πολύ συγκεκριμένα ανταλλακτικά -προϊόντα, ήτοι αισθητήρες (σένσορες) MAP και φίλτρα λαδιού και με βάση την παραδοχή του αυτή κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της αβασιμότητας της έφεσής της, της βασιμότητας της ένδικης αγωγής των αντιδίκων της, συνακόλουθα δε και της ορθότητας της κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφασή του, η οποία και αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με τον οποίο υποχρεώνεται η εταιρία της, να άρει την προσβολή των σημάτων των αντιδίκων της γενικά και αόριστα, ήτοι ...α) να παύσει να εισάγει, προσφέρει προς πώληση, διαθέτει στο εμπόριο, διαφημίζει και κατέχει με σκοπό την περαιτέρω εμπορική εκμετάλλευση προϊόντα, που φέρουν τα ένδικα σήματα και δεν έχουν διατεθεί προηγουμένως στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ.

από τις ίδιες τις ενάγουσες ή με τη συγκατάθεσή τους, καθώς και να αποσύρει από το εμπόριο και να καταστρέφει τα ως άνω προϊόντα, εντός προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών από την επίδοση σε αυτήν της εκδοθησόμενης απόφασης, β) να παραλείπει στο μέλλον την ως άνω προσβολή , γ) να προσκομίσει στις ενάγουσες, εντός προθεσμίας επτά (7) ημερών από την επίδοση σε αυτήν της απόφασης, νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα των τιμολογίων και παραστατικών του χρονικού διαστήματος από 01-01-2014 έως και την άσκηση της αγωγής, τα οποία αφορούν στην εκ μέρους εκείνης (εναγομένης) αγορά και πώληση προϊόντων των κλάσεων 7,11 και 12, που φέρουν τα σήματα των εναγουσών και έχουν διατεθεί από τις τελευταίες στο εμπόριο σε χώρες εκτός του Ε.Ο.Χ.), δ) με έγγραφη δήλωσή της, υπογεγραμμένη από τους νόμιμους εκπροσώπους της, να παράσχει στις ενάγουσες πληροφορίες, και συγκεκριμένα τα πλήρη στοιχεία των φυσικών και νομικών προσώπων, από τα οποία προμηθεύθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από την 01-01-2014 έως και την άσκηση της αγωγής, προϊόντα των κλάσεων 7, 11 και 12, τα οποία φέρουν τα σήματα των εναγουσών και έχουν διατεθεί στο εμπόριο από τις τελευταίες σε χώρες εκτός του Ε.Ο.Χ..

Ότι, όμως, με τον τρόπο αυτό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέσχε δικαστική προστασία ευρύτερη έναντι των παραδοχών του, αφού η δικαστική αυτή προστασία εκτείνεται σε όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα των αντιδίκων της, χωρίς καμία απολύτως παραδοχή στο σκεπτικό της απόφασης αναφορικά: 1) με την προσβολή του σήματος των αντιδίκων της, από την εταιρία της (και) στα υπόλοιπα προϊόντα εκείνων που φέρουν το σήμα τους και περιλαμβάνονται στις ανωτέρω αναφερόμενες κλάσεις 7,11,12,14 και μάλιστα με συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι με ειδικότερη παράθεση συγκεκριμένων ενεργειών της εταιρίας της, όπως π.χ.

εισαγωγή προϊόντων, κατοχή, προσφορά προς πώληση και συγκεκριμένων κατά περιεχόμενο πράξεων διαφήμισης(μέσω διαδικτύου ή των μέσων μαζικής ενημέρωσης ή με έντυπο υλικό ή μεμονωμένα ή συνδυαστικά με οποιοδήποτε άλλο τρόπο), όπως επίσης και για προσβολή του σήματος των αντιδίκων που υπάρχει στα ως άνω δύο προϊόντα τους [αισθητήρες (σένσορες) MAP και φίλτρα λαδιού] κατ' άλλο τρόπο, εκτός από τους ανωτέρω αναφερόμενους (εισαγωγή, εμπορία),όπως διαφήμιση, κλπ. 2) με την ακριβή περιγραφή των συγκεκριμένων λοιπών (πλην των ανωτέρω δύο αναφερόμενων) προϊόντων των αντιδίκων της, που κατέστησαν αντικείμενο της (φερόμενης ως) παραβίασης του ν.4072/2012, κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η ταυτοποίησή τους, δοθέντος ότι, το στοιχείο αυτό είναι ουσιώδες για τη διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, που θα αποτελέσει και τον εκτελεστό τίτλο.

Εν κατακλείδι δε, σε σχέση με τον λόγο αυτό αναιρέσεως, εκθέτει ότι, από τις αιτιολογίες που διέλαβε το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του, δημιουργούνται ασάφειες καθώς και νομικά και λογικά κενά, εξαιτίας των οποίων δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της παροχής ευρύτατης δικαστικής προστασίας, η οποία εκτείνεται, τόσο σε ενέργειες για τις οποίες δεν υπάρχουν παραδοχές του ότι διενεργήθηκαν από την εταιρία της, όσο και γενικά σε όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα των αντιδίκων της, τα οποία ουδόλως αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασής του (ούτε και στο διατακτικό του εκτελεστού τίτλου) ότι πράγματι κατέστησαν αντικείμενα παράλληλης εισαγωγής, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 121,122.123.124, 150 του ν.4072/2012, οι οποίες έτσι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και η εκκαλούμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης, ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αυτά ζητήματα.

Πλην, όμως, από τις ως ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι αμέσως ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι η γενόμενη προσβολή συνίσταται σε δύο μόνο συγκεκριμένα ανταλλακτικά - προϊόντα (αισθητήρες - σένσορες MAP και φίλτρα λαδιού), που διαπιστώθηκε ότι εμπορευόταν η αναιρεσείουσα - εναγόμενη, αλλά αναφέρεται ότι αφορά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, στο σύνολο των προϊόντων που φέρουν τα σήματα των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Τούτο δε καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ένδικη αγωγή αφορούσε σε προσβολή επί του συνόλου των προϊόντων που φέρουν τα σήματα των εναγουσών και δεν έχουν διατεθεί προηγουμένως στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ. από τις ίδιες τις ενάγουσες ή με τη συγκατάθεσή τους, κρίθηκε δε ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό ότι η προσβολή αφορούσε εν γένει σε τέτοια προϊόντα και όχι μόνον σε δύο, συγκεκριμένα, ανταλλακτικά - προϊόντα, ήτοι αισθητήρες (σένσορες) MAP και φίλτρα λαδιού, σε συνάρτηση με ότι η εναγόμενη δραστηριοποιείται εμπορικά από τεσσαρακονταετίας στην αγορά και μεταπώληση ευρέως φάσματος ανταλλακτικών και εξαρτημάτων και με την από 19-11-2015 εξώδικη δήλωσή της συνομολογεί ότι εισάγει, διαθέτει και πωλεί γνήσια ανταλλακτικά εν γένει και όχι μόνο δύο συγκεκριμένα ανταλλακτικά που φέρουν τα σήματα των αναιρεσιβλήτων, κρίθηκε δε ότι υπάρχει και βάσιμος κίνδυνος επανάληψης της εν λόγω προσβολής στο μέλλον, καθώς η εναγόμενη διενεργεί εισαγωγές από χώρες εκτός ΕΟΧ.

Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό στη μείζονα πρόταση, ο δικαιούχος ημεδαπού σήματος ή σήματος της Ε.Ε. δύναται να ελέγξει την πρώτη διάθεση στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ. γνήσιων προϊόντων που φέρουν το σήμα αυτό και συνεπώς να αντιταχθεί σε μία τέτοια διάθεση, η οποία πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεσή του, ενώ κάθε πράξη τρίτου, που εμποδίζει τον δικαιούχο σήματος να ασκεί το δικαίωμά του να ελέγχει την πρώτη διάθεση στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ.

προϊόντων που φέρουν το εν λόγω σήμα θίγει, μεταξύ άλλων, την εκ της φύσεώς του ουσιώδη λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στον προσδιορισμό της επιχειρήσεως, από την οποία προέρχονται τα προϊόντα και υπό τον έλεγχο της οποίας διοργανώθηκε η πρώτη διάθεση στο εμπόριο αλλά και την επενδυτική λειτουργία του σήματος.

Επίσης, κρίθηκε ότι το δικαίωμα επί σήματος αναλώνεται μόνο στην περίπτωση που τα προϊόντα έχουν διατεθεί στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ. από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του και στην περίπτωση της παράλληλης εισαγωγής προϊόντων από χώρες εκτός της ζώνης Ε.Ο.Χ., τα "γνήσια - αυθεντικά" προϊόντα εξομοιώνονται με τα παρανόμως σηματοδοτηθέντα.

Εφόσον, λοιπόν, στην ελάσσονα πρόταση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι οι ενάγουσες είναι δικαιούχοι των αναφερομένων σημάτων που καλύπτουν τα αναφερόμενα προϊόντα των κλάσεων 7,11 και 12 και η εναγόμενη εισάγει, διαθέτει και πωλεί εν γένει προϊόντα των κλάσεων αυτών υπό τα σήματα των εναγουσών, όπως η ίδια ομολόγησε με την από 23-11-2015 εξώδικη δήλωσή της προς τις ενάγουσες και, επίσης, ουδεμία των εναγουσών παρέσχε την συγκατάθεσή της στην εναγόμενη για την εισαγωγή των τελευταίων αυτών προϊόντων στον Ε.Ο.Χ., την προσφορά τους προς πώληση, τη διάθεσή τους στο εμπόριο ή την κατοχή τους με σκοπό την πραγματοποίηση μίας από τις ανωτέρω πράξεις, τα δε αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα προϊόντα [αισθητήρες (σένσορες) MAP και φίλτρα λαδιού] που φέρουν τα (λεκτικά ή εικαστικά] σήματα των εναγουσών φέρουν επί των συσκευασιών τους κείμενο με κορεατικούς χαρακτήρες, ενώ επί των εντός των συσκευασιών ευρισκομένων προϊόντων (στη δεύτερη περίπτωση) και επί του περιτυλίγματος τους (στην πρώτη περίπτωση) είχαν τεθεί τα προαναφερόμενα λεκτικά και εικαστικά σήματα όλων των εναγουσών, καθώς και το ασημένιο λογότυπο - υδατογράφημα "...", που κατά τα προεκτεθέντα επιτίθεται μόνο επί των προϊόντων, τα οποία προορίζονται προς αποκλειστική διάθεση στην αγορά της Δημοκρατίας της Κορέας, η δε εναγόμενη πωλεί και προϊόντα υπό τα σήματα των εναγουσών, οι συσκευασίες των οποίων δεν φέρουν επ' αυτών κείμενο με χαρακτήρες του κορεατικού αλφαβήτου, ούτε το ασημένιο λογότυπο - υδατογράφημα ...

επί του προϊόντος ή του περιτυλίγματος του, αλλά, αντιθέτως, έχει επιτεθεί επ' αυτών εικαστικό σήμα σε ελλειψοειδή κύκλο της πρώτης των εναγουσών, όπως και η ένδειξη ..., το οποίο συνιστά ένδειξη ότι αυτά τα προϊόντα και όχι τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα, προορίζονται προς διάθεση στην ευρωπαϊκή και όχι κορεατική αγορά, έχουν δε τεθεί σε κυκλοφορία εντός ΕΟΧ με την συγκατάθεση των εναγουσών, επιπλέον δε, γίνεται δεκτό, ότι η εναγόμενη πωλούσε και εξακολουθεί και πωλεί τόσο τεθέντα στην κυκλοφορία από τις ενάγουσες ή με τη συγκατάθεσή τους στον Ε.Ο.Χ.

προϊόντα των εναγουσών, όσο και προϊόντα, που δεν έχουν τεθεί στην κυκλοφορία από τις ενάγουσες ή με τη συγκατάθεσή τους στον Ε.Ο.Χ., όπως τα ένδικα προϊόντα, ενώ οι ενάγουσες δεν επιδιώκουν την απαγόρευση εν γένει των παράλληλων εισαγωγών (από το ανοικτό δίκτυο διανομής αυτών σε όλη την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, όπου τα προϊόντα έχουν τεθεί σε κυκλοφορία από τις ενάγουσες), ως προς τις οποίες δεν τίθεται περιορισμός, παρά μόνο την απαγόρευση των εκ μέρους της εναγομένης παράνομων παράλληλων εισαγωγών, τυγχάνουν, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η προσβολή του σήματος των αντιδίκων της από την εταιρεία της και στα υπόλοιπα προϊόντα εκείνων που φέρουν το σήμα τους και περιλαμβάνονται στις ανωτέρω αναφερόμενες κλάσεις 7, 11, 12, 14 (σημειωτέον ότι τα προϊόντα της κλάσεως 14 δεν περιλαμβάνονται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρά μόνο των κλάσεων 7,11 και 12 ) και μάλιστα με συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι με ειδικότερη παράθεση συγκεκριμένων ενεργειών της εταιρείας της, όπως π.χ.

εισαγωγή προϊόντων, κατοχή, προσφορά προς πώληση και συγκεκριμένων κατά περιεχόμενο πράξεων διαφήμισης (μέσω διαδικτύου ή των μέσων μαζικής ενημέρωσης ή με έντυπο υλικό ή μεμονωμένα ή συνδυαστικά με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Τούτο δε καθόσον, όπως προαναφέρεται, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ευθέως ότι η εναγόμενη εισάγει, διαθέτει και πωλεί αδιαλείπτως προϊόντα που φέρουν τα σήματα των εναγουσών και εισήχθησαν στον ΕΟΧ χωρίς την συγκατάθεσή τους, με την ειδικότερη επισήμανση ότι οι εισαγωγές αυτές είναι μαζικές, ενώ επιπλέον αναφορά σε προσβλητικές των ενδίκων σημάτων πράξεις από την πλευρά της εναγομένης δεν απαιτείται, ούτε απαιτείται περαιτέρω ταυτοποίηση των επιδίκων προϊόντων, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τα διαφοροποιητικά στοιχεία αυτών προκύπτουν από τους κορεατικούς χαρακτήρες και το υδατογράφημα - λογότυπο ...

που φέρουν όσα προϊόντα αποτελούν αντικείμενο παρανόμων παράλληλων εισαγωγών (τα οποία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς), σε αντίθεση με τα ίδια προϊόντα που η εναγόμενη νομίμως εμπορεύεται και έχουν τεθεί σε κυκλοφορία εντός ΕΟΧ με την συγκατάθεση των εναγουσών ως .... Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι, από τις ανωτέρω αναφερόμενες αιτιολογίες που διέλαβε το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του, δημιουργούνται ασάφειες καθώς και νομικά και λογικά κενά, εξαιτίας των οποίων δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της παροχής ευρύτατης δικαστικής προστασίας, η οποία εκτείνεται τόσο σε ενέργειες για τις οποίες δεν υπάρχουν παραδοχές του ότι διενεργήθηκαν από την εταιρία της, όσο και γενικά σε όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα των αντιδίκων της, τα οποία ουδόλως αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασής του (ούτε και στο διατακτικό του εκτελεστού τίτλου) ότι πράγματι κατέστησαν αντικείμενα παράλληλης εισαγωγής, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 121,122,123,124, 150 του ν.4072/2012, οι οποίες έτσι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και η εκκαλούμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης, ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αυτά ζητήματα, είναι αβάσιμος, αφού το ως άνω Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Για τους ίδιους δε λόγους που αμέσως ανωτέρω - επί του πρώτου λόγου της αναιρέσεως - αναφέρονται, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 121,122,123,124, 150 του ν.4072/2012, αφού, πέραν των στοιχείων που παραπάνω εκτίθενται αναφορικά με την παρασχεθείσα δικαστική προστασία για τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 16ο φύλλο αυτής και στις δύο σελίδες του) υπάρχει συγκεκριμένος προσδιορισμός των προϊόντων - ανταλλακτικών, με αναφορά στις κλάσεις 7,11 και 12 (και σε ποια προϊόντα αυτές ενδεικτικά αφορούν, οπότε δεν απαιτούνταν περισσότερα προσδιοριστικά αυτών στοιχεία), από τα οποία αποδείχθηκε μεν ότι εισήχθησαν στον ΕΟΧ χωρίς την συγκατάθεση των εναγουσών τα αναφερόμενα δύο προϊόντα και ότι τα προϊόντα αυτά αφορούν παράνομες παράλληλες εισαγωγές, των οποίων τα διαφοροποιητικά στοιχεία, σε σχέση με τα νομίμως εισαγόμενα ως ..., προκύπτουν από τους ευχερώς αντιληπτούς και από την αναιρεσείουσα κορεατικούς χαρακτήρες και το υδατογράφημα - λογότυπο ...

που αυτά φέρουν. Περαιτέρω δε το ως άνω Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγόμενη έκανε μαζικές εισαγωγές εκτός Ε.Ο.Χ. προϊόντων με τα σήματα των εναγουσών, τα οποία δικαιολογούν την παρασχεθείσα σε αυτήν δικαστική προστασία για προϊόντα - ανταλλακτικά των κλάσεων 7,11 και 12 . Επομένως, ο σχετικός (2ος) λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του ως άνω Εφετείου (που αναφέρονται εκτός του παρόντος δεύτερου και στον πρώτο λόγο αναιρέσεως) πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 121, 122, 123, 124, 150 του ν.4072/2012 και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, χωρίς να προκύπτει παραβίασή τους.

Με τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, αφού επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 155 ν.4072/2012 και υπό τον τίτλο " Αναλογικότητα" , κατά την οποία " Οι ρυθμίσεις, οι κυρώσεις και τα μέτρα των άρθρων 150 έως 154 τελούν υπό την αρχή της αναλογικότητας", καθώς και τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος, εκθέτει ότι, με το διατακτικό της απόφασής του, το ως άνω Εφετείο, απορρίπτοντας τους λόγους εφέσεώς της, παρέσχε δικαστική προστασία ευρύτερη έναντι των παραδοχών του (αναφέροντας και πάλι, πλην περιληπτικώς, όσα εξέθεσε με τους πρώτο και δεύτερο από τους λόγους της αναιρέσεως).

Επιπλέον δε, εκθέτει ότι με την εκκαλούμενη απόφαση που επικυρώθηκε με αναιρεσιβαλλόμενη, εισάγονται προνόμια που δεν δικαιολογούνται για την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού, παραβιάζεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ των σκοπών της αρχής της ισότητας, πλήττεται καιρίως η αρχή της ελευθερίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγόμενης εταιρίας και υπερακοντίζεται αδικαιολογήτως η ανάγκη προστασίας του σήματος των εναγουσών, εν όψει του ότι, με την υποχρέωση της επίδειξης των τιμολογίων και των παραστατικών αγοράς και πώλησης προϊόντων(γενικώς) από την εναγόμενη εταιρία από 1-1-2014 (και μάλιστα χωρίς καμία αιτιολογία για την επιλογή του χρονικού τούτου σημείου) και εφεξής έως την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθώς και με την υποχρέωση παροχής πληροφοριών αναφορικά με όλους τους προμηθευτές της, επίσης κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, όπως με την πληττόμενη απόφαση υποχρεούται, οι ενάγουσες αποκτούν πλήρη κατάλογο όλων των προμηθευτών της καθώς και των πελατών της , όλων γενικά των προϊόντων που φέρουν το σήμα εκείνων, έστω και αν αυτά δεν κατέστησαν αντικείμενο παράλληλης εισαγωγής, και έτσι αποκτούν το προνόμιο της γνώσης όλων αυτών των πελατών και των προμηθευτών της, με άμεσο κίνδυνο να απωλέσουν αυτούς (τους οποίους μπορούν να προσεγγίσουν οι ενάγουσες, λόγω και της προνομιακής θέσης τους στην αγορά και της δυνατότητάς τους να προσφέρουν καλύτερες τιμές καθώς και όρους συνεργασίας), συνακόλουθα δε να τεθεί σε κίνδυνο η περαιτέρω λειτουργία της εναγομένης εταιρίας, παρά την επί μία 40ετία επιτυχή επιχειρηματική της δραστηριότητα, και να δημιουργηθούν μονοπωλιακές συνθήκες στην αγορά για τα ανταλλακτικά των δικαιούχων- εναγουσών, με την επίτευξη μεγαλύτερων κερδών από εκείνες και ότι, έτσι, παραβιάστηκε η οριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις αρχή της αναλογικότητας και , σε συνάρτηση με αυτήν, οι διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19.

Πλην, όμως - και πέραν όσων παραπάνω εκτίθενται, αναφορικά με τους πρώτο και δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, σε σχέση με ότι δεν παρασχέθηκε ευρύτερη της αιτηθείσας δικαστική προστασία από το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να τίθεται και ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας - όπως σαφώς προκύπτει από το διατακτικό της πρωτοβάθμιας ("εκκαλουμένης") αποφάσεως (την οποία επικύρωσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως) και στο οποίο η ίδια (αναιρεσείουσα) αναφέρεται στη σελ. 35 του αναιρετηρίου η εναγόμενη εταιρία υποχρεούται ...α) να παύσει να εισάγει, προσφέρει προς πώληση, διαθέτει στο εμπόριο, διαφημίζει και κατέχει με σκοπό την περαιτέρω εμπορική εκμετάλλευση προϊόντα, που φέρουν τα ένδικα σήματα και δεν έχουν διατεθεί προηγουμένως στο εμπόριο εντός του Ε.Ο.Χ, από τις ίδιες τις ενάγουσες ή με τη συγκατάθεσή τους , καθώς και να αποσύρει από το εμπόριο και να καταστρέψει τα ως άνω προϊόντα, εντός προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών από την επίδοση σε αυτήν της εκδοθησόμενης απόφασης, β) να παραλείπει στο μέλλον την ως άνω προσβολή , γ) να προσκομίσει στις ενάγουσες, εντός προθεσμίας επτά (7) ημερών από την επίδοση σε αυτήν της απόφασης, νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα των τιμολογίων και παραστατικών του χρονικού διαστήματος από 01-01-2014 έως και την άσκηση της αγωγής, τα οποία αφορούν στην εκ μέρους εκείνης (εναγομένης) αγορά και πώληση προϊόντων των κλάσεων 7, 11 και 12, που φέρουν τα σήματα των εναγουσών και έχουν διατεθεί από τις τελευταίες στο εμπόριο σε χώρες εκτός του Ε.Ο.Χ, δ) με έγγραφη δήλωσή της, υπογεγραμμένη από τους νόμιμους εκπροσώπους της, να παράσχει στις ενάγουσες πληροφορίες, και συγκεκριμένα τα πλήρη στοιχεία των φυσικών και νομικών προσώπων, από τα οποία προμηθεύθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από την 01-01-2014 έως και την άσκηση της αγωγής, προϊόντα των κλάσεων 7, 11 και 12, τα οποία φέρουν τα σήματα των εναγουσών και έχουν διατεθεί στο εμπόριο από τις τελευταίες σε χώρες εκτός του Ε.Ο.Χ..

Επομένως, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και, σε κάθε περίπτωση, αβασίμως προβάλλει, με τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα (σελ. 36 της αναιρέσεως) ότι, "...με την υποχρέωση παροχής πληροφοριών αναφορικά με όλους τους προμηθευτές της, επίσης κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, όπως με την πληττόμενη απόφαση υποχρεούται η εναγόμενη εταιρία, οι ενάγουσες αποκτούν πλήρη κατάλογο όλων των προμηθευτών μας καθώς και των πελατών μας , όλων γενικά των προϊόντων που φέρουν το σήμα εκείνων, έστω και αν αυτά δεν κατέστησαν αντικείμενο παράλληλης εισαγωγής, και έτσι αποκτούν το προνόμιο της γνώσης όλων αυτών των πελατών και των προμηθευτών της,...", αφού δεν διατάσσεται να παράσχει στις ενάγουσες πλήρη κατάλογο όλων των προμηθευτών της καθώς και των πελατών της, όλων γενικά των προϊόντων που φέρουν το σήμα εκείνων, έστω και αν αυτά δεν κατέστησαν αντικείμενο παράλληλης εισαγωγής, αλλά μόνο τα πλήρη στοιχεία των φυσικών και νομικών προσώπων, από τα οποία προμηθεύθηκε, κατά το κριθέν ως αναγκαίο χρονικό διάστημα από την 01-01-2014 έως και την άσκηση της αγωγής, προϊόντα των κλάσεων 7, 11 και 12, τα οποία φέρουν τα σήματα των εναγουσών και έχουν διατεθεί στο εμπόριο από τις τελευταίες σε χώρες εκτός του Ε.Ο.Χ..

Επομένως, ο σχετικός (3ος) λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού δεν παραβιάστηκαν με μη εφαρμογή τους οι διατάξεις των άρθρων 155 ν. 4072/2012 και 25 παρ.1 εδ. δ'του Συντάγματος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-6-2021 αίτηση της για αναίρεση της υπ' αριθ. 1919/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ...

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ...

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ