Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of admissible grounds and factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's final decision. The appellant argued that the lower court violated procedural rules regarding evidence evaluation and failed to provide sufficient reasoning. The court rejected these claims, stating that the lower court's findings were based on clear evidence and that the appellant's arguments did not meet the strict requirements for admissibility under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors and procedural violations explicitly raised in the appeal, rejecting appeals based on vague allegations of factual errors or insufficient reasoning in the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1026 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1026/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψάλτη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελπομένη Ιερωνυμάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2704/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 437/2016 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/6/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 437/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δεχόμενο την από 21-11-2013 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 2704/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αφού εξαφάνισε την εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχτεί την από 1-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα εναντίον του και δίκασε την ένδικη υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ότι ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν συντρέχει κάποια, από τις με στοιχ.
α' έως γ' προαναφερόμενες εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1777/2005, ΑΠ 1851/2007). Αλλά και στις περιπτώσεις των ως άνω με στοιχ. β και γ εξαιρέσεων, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί το δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους αυτής.
ΑΠ 1137/2014, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 826/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, καθόσον, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε την προς απόκρουση της ένδικης αξίωσης αυτού προβληθείσα με τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσιβλήτου ένσταση εξόφλησης, η οποία όμως ήταν αόριστη, αφού δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της Έφεσής του ο χρόνος καταβολής και το ακριβές ποσό για κάθε μίσθωμα, αλλά αναφέρει ότι το συνολικό ποσό απλώς καταβλήθηκε.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι είχε προβληθεί στο Εφετείο νόμιμα από τον αναιρεσείοντα ο περί αοριστίας της ένστασης εξόφλησης του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμός τους που στηρίζει το λόγο αυτό και δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον δεν πρόκειται για σφάλμα, το οποίο προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για παράβαση, μη δυνάμενη να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 495/2009, ΑΠ 75/2008, ΑΠ 1714/2007, ΑΠ 669/2007).
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ,όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Εξάλλου, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατκαιτκό της αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς. (ΑΠ 437/2011, ΑΠ 406/2010, ΑΠ 1652/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή της από 21-11-2013 έφεσης του πρωτοδίκως ερημοδικασθέντα αναιρεσιβλήτου, ερευνώντας στη συνέχεια την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντα, δέχτηκε, μετά την εκτίμηση των νομίμως προσκομιζόμενων αποδείξεων που αναφέρονται σε αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "οι διάδικοι είναι αδέλφια.
Αυτοί συνεργαζόμενοι και με το τρίτο μη διάδικο αδελφό τους, Ι. Κ., αλλά και με τα παιδιά τους, ασχολήθηκαν για χρονικό διάστημα τριάντα περίπου ετών με την κατασκευή οικοδομών. Η επαγγελματική αυτή συνεργασία των διαδίκων ήταν αρμονική, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η απόκτηση απ' αυτούς σημαντικής ακίνητης περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων σ'αυτή (ακίνητη περιουσία) και των παρακάτω κοινών ακινήτων.
Κατά τα τελευταία έτη και ειδικά όταν υπεισήλθαν στην συνεργασία αυτή και τα τέκνα των διαδίκων άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα και οικονομικές διαφορές και απαιτείτο, κύρια από την πλευρά του ενάγοντος η διανομή της κοινής περιουσίας όλων των αδελφών. Τον Οκτώβριο του έτους 2008 δημιουργήθηκε σοβαρό επεισόδιο μεταξύ του ενάγοντος και του υιού του εναγομένου, Α.
Κ.. Εξαιτίας του επεισοδίου αυτού από τον επόμενο μήνα (Νοέμβριο) διακόπηκε η επαγγελματική συνεργασία στην ανέγερση οικοδομών των διαδίκων αδελφών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι εξεμίσθωναν από κοινού τα ακίνητά τους σε διάφορους μισθωτές και είχαν αναθέσει την είσπραξη των μισθωμάτων αρχικά στον πατέρα τους Σ.
Κ., στη συνέχεια στον εναγόμενο και από το έτος 2004 (και μετέπειτα) στον υιό του τελευταίου Α. Κ., γεγονός που ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος (βλ 2704/2013 πρακτικά συνεδριάσεως). Ειδικότερα: Το με αριθ. 1 ακίνητο της αγωγής κατάστημα εμβαδού 149 τμ (με πατάρι και WC) κείμενο στον … και επί της οδού ...
και ήδη ..., οι διάδικοι, συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του από 25-6-2001 ιδιωτικού Συμφωνητικού το είχαν εκμισθώσει για το διάστημα από 1-7-2001 μέχρι 30-6-2007 στους Θ., Μ. και Λ. Κ. για κατάστημα έκθεσης εμπορίας αυτοκινήτων ανταλλακτικών κλπ και εν συνεχεία στον Λ. Κ. για την ίδια χρήση για το διάστημα 1-7-2009 μέχρι 30- 6-2009.
Το μηνιαίο μίσθωμα κατόπιν συμφωνίας των όλων συμβληθέντων (εκμισθωτών και μισθωτών) ανερχόταν από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2005 σε 1352,89 πλέον τέλους χαρτοσήμου 13,6% (αναλογία ενάγοντος 676,44 ευρώ) από 1-7-205 μέχρι 30-6-2006 σε 1420,39 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (αναλογία ενάγοντος 710,19 ευρώ), από 1-7-2006 μέχρι 30-6-2007 σε 1490,82 ευρώ πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% (μερίδιο ενάγοντος 745,41 ευρώ), από 1-7-2007 έως 30-6-2008 σε 1565 ευρώ πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% (μερίδιο ενάγοντος 782,5 ευρώ) και από 1-7-2008 έως 31-7-2009 σε 1643,25 ευρώ (μερίδιο ενάγοντος 821,62 ευρώ).
Τα μισθώματα του κοινού αυτού ακινήτου, εισέπραττε, όπως και των λοιπών ακινήτων, κάθε μήνα και μέχρι τις 31-7-2009 ο Α. Κ. και απέδιδε στον ενάγοντα σε σύντομο χρονικό διάστημα, την αναλογία του στα επί της Γρηγ... γραφεία της εταιρείας. Σημειωτέον ότι αποδείξεις δεν εδίδοντο λόγω της στενής συγγενικής σχέσης και της εμπιστοσύνης που υπήρχε μέχρι τότε μεταξύ των εκμισθωτών συγκυρίων.
Μετά την ως άνω ημερομηνία και αφού είχε επέλθει πλήρης διατάραξη των σχέσεων των διαδίκων, ο ενάγων αποφάσισε να εισπράττει μόνος του την αναλογία του ως άνω μισθώματος και αφού ενημέρωσε τον ως άνω μισθωτή ο τελευταίος (μισθωτής) κατέβαλε πλέον σ' αυτόν (αναλογία μισθώματος). Το με αριθ. 2 ακίνητο της αγωγής (κατάστημα εμβαδού 46 τετρ.
μέτρων με πατάρι και WC) κείμενο στον … και επί της οδού ... και ήδη ... οι διάδικοι συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας (…/…-5-1975 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας συμβολαιογράφου Πειραιώς Σταύρου Γραμματά) δυνάμει του από 13-5-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως το εξεμίσθωσαν στον Θ. Τ. για να χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο άρτου, ειδών ζαχαροπλαστικής κλπ.
Η μίσθωση αυτή ανανεωθείσα ίσχυε και το επίδικο διάστημα με μηνιαίο μίσθωμα ανερχόμενο α) από 12-1-2005 έως 12-5-2005 σε 360 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,60% (μερίδιο ενάγοντος 180 ευρώ + τ.χ.) β) από 13-5-2005 μέχρι 12-5-2007 σε 378 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% ευρώ (μερίδιο ενάγοντος 189 ευρώ + τ.χ.) γ) από 13-5-2007 έως 12-5-2008 σε 416 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (μερίδιο ενάγοντος) 208 ευρώ + τ.χ.
δ) από 13-6-2008 έως 12-6-2008 σε 441 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (μερίδιο ενάγοντος) 220,5 + τ.χ.) ε) από 13-6-2009 σε 467,5 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,5% (μερίδιο ενάγοντος 233,75 ευρώ + τ.χ.). Τα μισθώματα του κοινού αυτού ακινήτου εισέπραττε ο Α. Κ., και αμέσως μετά απέδιδε στον ενάγοντα σα επί της οδού ...) γραφεία της εταιρείας του το αναλογούν επ' αυτών μερίδιο του μέχρι τις 12-7-2009.
Από την ως άνω ημερομηνία ο ενάγων αποφάσισε να το εισπράττει και εισέπραττε ο ίδιος το αναλογούν μερίδιο του (1/2) από τον μισθωτή 3) Το με αριθ. 3 ακίνητο της αγωγής (υπόγεια αποθήκη) κείμενο στον … και επί της οδού ... και ήδη ... οι διάδικοι συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου (βλ. την …./…-5-1975 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμ/φου Πειραιώς Σταύρου Γραμματά) δυνάμει του από 1-2-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως το εξεμίσθωσαν στον Α.
Σ. προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη σιδηρικών ειδών έναντι μηνιαίου μισθώματος 483 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3.76% (483+17,38=500,38 ευρώ). Οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει αναφορικά με το μίσθωμα αυτό και προς οικονομική διευκόλυνση του ετέρου αδελφού τους Ι. Κ. που κατοικούσε στην … να προβούν σε δωρεά προς αυτόν του εν λόγω μισθώματος.
Έτσι για το χρονικό διάστημα από 1-3-2006 (χρόνος έναρξης μίσθωσης) μέχρι 30-9-2009 το εισέπραττε (μίσθωμα αποθήκης) εξ ολοκλήρου ο Ι. Κ. με τραπεζική κατάθεση του μισθωτή στο λογαριασμό του τελευταίου … της ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ (βλ. σχετικά εμβάσματα). Δ) Το με αριθ. 4 ακίνητο της αγωγής (διαμέρισμα τετάρτου ορόφου αποτελούμενο από δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, χωλ, κουζίνα, μπάνιο) κείμενο στον … και επί της οδού ...
ήδη …) οι διάδικοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας το είχαν εκμισθώσει από κοινού α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-3-2006 στην Ε. Σ. για κύρια κατοικία της έναντι μηνιαίου μισθώματος 450 ευρώ (μερίδιο ενάγοντος 225 ευρώ) β) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 μέχρι 31-5-2009 στον Κ. Μ. για κύρια επίσης κατοικία του έναντι μηνιαίου μισθώματος 300 ευρώ (μερίδιο ενάγοντος 150 ευρώ) και γ) για το χρονικό διάστημα από 20-10-2009 μέχρι 20-9-2011 στον Ι.
Α. ως κύρια επίσης κατοικία του έναντι μηνιαίου μισθώματος 320 ευρώ (μερίδιο ενάγοντος 160 ευρώ). Τα μισθώματα του ακινήτου αυτού εισέπραττε επίσης ο Α. Κ. και απέδιδε στον ενάγοντα την αναλογία του. Σημειωτέον για τα μισθώματα που ήταν καταβλητέα στις 20-10-2009 και 20-11-2009 εισπράχθηκε για λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό των 290 ευρώ καθόσον είχε παρακρατηθεί από το ως άνω μισθωτή ποσό 30 ευρώ για δαπάνη αντικατάστασης καζανακίου λουτρού.
Το εισπραχθέν ως άνω ποσό των 290 ευρώ το κατέβαλε ο εναγόμενος στην πληρεξούσια δικηγόρου του ενάγοντος Δήμητρα Τσιπελίκη για λογαριασμό του και προς εξόφληση της απαίτησής του από την είσπραξη των μισθωμάτων. Ε) Το με αριθμ. 5 ακίνητο (υπόγεια αποθήκη εμβαδού 108 τετρ. μέτρων) κείμενο στη … και επί της οδού ...
οι διάδικοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας (βλ. …/…-5-2003 πράξη διανομής εταιρικής περιουσίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σταύρου Γραμματά) είχαν εκμισθώσει (μόνο αυτοί) καθόλο το επίδικο διάστημα (1-1-2005 μέχρι 31-8-2008) στον Δ. Τ. έναντι μηνιαίου μισθώματος 88 ευρώ. Τα μισθώματα όλου αυτού του χρονικού διαστήματος εισέπραξε επίσης ο Α.
Κ. και απέδωσε στον ενάγοντα το αναλογούν μερίδιο του (44 μετά το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου μηνιαίως). 6) Το με αριθ. 6 ακίνητο της αγωγής (υπόγεια αποθήκη εμβαδού 50 τετρ. μέτρων) κείμενο στη … και επί της οδού ... οι διάδικοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου το είχαν εκμισθώσει για το χρονικό διάστημα από 1-12-2007 έως 28-2-2009 έναντι μηνιαίου μισθώματος 200 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (μερίδιο ενάγοντος 700 ευρώ).
Τα μισθώματα αυτά εισέπραττε ο Α. Κ. και μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2009 απέδιδε ο ίδιος ο εισπράξας στον ενάγοντα. Αναφορικά για τα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2009 και Ιανουαρίου 2010 εισπράχθηκε ως αναλογία του ενάγοντος ως μισθώματα και τέλη χαρτοσήμου το ποσό των 392,40 ευρώ καθόσον ο ως άνω μισθωτής είχε παρακρατήσει (κατόπιν συμφωνίας με τους διαδίκους) το ποσό των 250 ευρώ (αναλογία ενάγοντος 125 ευρώ) για την εγκατάσταση ηλεκτρολογικού πίνακα.
Το εισπραχθέν ως άνω ποσό ο εναγόμενος το κατέβαλε προς εξόφληση της ως άνω απαίτησης (μισθωμάτων Σεπτέμβριος 2009 - Ιανουάριος 2010) για λογαριασμό του στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Τσιπελέκη. Σημειωτέον ότι στις αποδείξεις (από 13-1-2010) που υπέγραφε η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος ουδεμία αναφορά ή επιφύλαξη γίνεται για οφειλή άλλων μισθωμάτων αναφορικά με τα μίσθια που αναφέρονται (αριθ. 4 και 6 αγωγής). 7) Το με αριθ. 7 ακίνητο της αγωγής (ισόγειο κατάστημα επιφανείας 118,80 τμ με WC και υπόγειο με WC) κείμενο στον … και επί της οδού ..., οι διάδικοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ο έτερος ως άνω αδελφός του Ι.
Κ. συγκύριος επίσης κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου το είχαν εκμισθώσει, κατά το επίδικο διάστημα (1-1-2005 - 31-7-2009) στους Ε. Σ. και Τ. Μ. ως κατάστημα πωλήσεως ελαστικών κλπ τροχοφόρων οχημάτων και παροχής εργασιών συντηρήσεως και επισκευής των ειδών αυτών. Το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν κατόπιν συμφωνίας όλων των συμβληθέντων μερών από 1-1-2005 σε 1189 πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (αναλογία ενάγοντος 393,33 ευρώ + τ.χ.
από 1-1-2006 έως 31-12-2006 σε 1249 (αναλογία ενάγοντος 416,33 ευρώ) από 1-1-2007 έως 31-12-2007 σε 1311 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6 % (αναλογία ενάγοντος 437 ευρώ + τχ) από 1-1-2008 έως 31-12-2008 σε 1481 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (αναλογία ενάγοντος 493,66 ευρώ + τ.χ.), και από 1-1-2009 έως 31-7-2009 σε 1526 ευρώ πλέον τ.χ. 3,6% (αναλογία ενάγοντος 508,66 ευρώ πλέον τ.χ.).
Τα μισθώματα αυτά τα εισέπραξε για λογαριασμό όλων των εκμισθωτών ο Α. Κ. και απέδωσε σε καθένα από αυτούς την αναλογία τους. Από τον επόμενο μήνα που είχαν, εν τω μεταξύ, διαταραχθεί οι σχέσεις των διαδίκων σε τέτοιο βαθμό που δεν υπήρχε σημείο επικοινωνίας, εισπράττει ο ίδιος την αναλογία του στα μισθώματα. 8) Το με αριθμ 8 ακίνητο (ισόγειο κατάστημα με υπόγεια αποθήκη εμβαδού 109,30 τμ το ισόγειο και 79,3 η αποθήκη) κείμενο στον … και επί της οδού ...
οι διάδικοι συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ο έτερος συγκύριος, κατά το ίδιο ποσοστό, αδελφός τους Ι. Κ., κατά το επίδικο διάστημα (1-1-2005 μέχρι 31-7-2009) το είχαν εκμισθώσει στον Ι. Γ. ως βιβλιοπωλείο. Το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν για όλο το επίδικο διάστημα στο ποσό των 469,50 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (αναλογία ενάγοντος 156,50 + τ.χ.) και το εισέπραττε κάθε μήνα για λογαριασμό όλων των συγκυρίων εκμισθωτών ο Α.
Κ. και απέδιδε σε κάθε εκμισθωτή-συγκύριο την αναλογία του. Μετά τον Αύγουστο που διακόπηκαν οριστικά οι σχέσεις των διαδίκων ο ενάγων εισπράττει αυτός από τον ως άνω μισθωτή την αναλογία του επί του μισθώματος και ο Α. Κ. όπως για το αμέσως ως άνω ακίνητο του την αναλογία των λοιπών ως άνω εκμισθωτών. 9) Το με αριθμό 9 ακίνητο της αγωγής, (υπόγεια αποθήκη εμβαδού 194 τμ) κείμενο στη … και επί της οδού ...
οι διάδικοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ο έτερος ως άνω αδελφός τους, συγκύριος κατά το ίδιο ποσοστό το είχαν εκμισθώσει καθόλο το επίδικο διάστημα (1-1-2005 έως 30-9-2009) στον Α. Σ. με μηνιαίο μίσθωμα ανερχόμενο από 1-1-2005 μέχρι 31-12-2006 σε 314 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (μερίδιο ενάγοντος 104,66 ευρώ + τ.χ) και από 1-1-2007 μέχρι 30-9-2007 σε 358 ευρώ πλέον τ.χ. 3,6% (αναλογία ενάγοντος 112,66 ευρώ + τ.χ.).
Οι διάδικοι και προς οικονομική διευκόλυνση του συνεκμισθωτή - συγκυρίου αδελφού τους Ι. Κ. είχαν συμφωνήσει ο τελευταίος να εισπράττει όλο το συμφωνηθέν μίσθωμα (και την αναλογία των διαδίκων). 'Ετσι για το επίδικο διάστημα το μίσθωμα της εν λόγω αποθήκης το εισέπραττε εξ ολοκλήρου όπως και αυτό του ακινήτου με αριθμό 3 της αγωγής ο Ι.
Κ. με τραπεζική κατάθεση του μισθωτή στον προαναφερθέντα λογαριασμό της ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ (βλ. σχετικά σχετικά εμβάσματα). Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω δεν υφίσταται οφειλή του εναγομένου προς τον ενάγοντα από την είσπραξη των μισθωμάτων των εκμισθωμένων από κοινού ακινήτων. Σε κάθε περίπτωση ο εισπράξας αυτά (μισθώματα) είναι ο Α.
Κ. και τυχόν υποχρέωση καταβολής υφίσταται έναντι αυτού. Όλα δε τα ανωτέρω προκύπτουν κύρια από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων, την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος και τις περιεχόμενες στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις καταθέσεις των μαρτύρων που έχουν άμεση γνώση των όσων κατέθεσαν σε αντίθεση με τον μάρτυρα του ενάγοντος που τα κατατεθέντα προέρχονταν από πληροφορίες του ενάγοντος.
Ενισχύονται δε όλα αυτά και από την συμπεριφορά του ενάγοντος που για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (πενταετία) δεν ενδιαφέρθηκε για την είσπραξη της αναλογίας των μισθωμάτων ούτε από τους μισθωτές του ούτε από τον εισπράξαντα αυτά, καθόσον αντίκειται στη λογική η κατάρτιση μισθωτικών συμβάσεων προς πορισμό εισοδήματος η φορολογική δήλωση των προερχομένων εκ των συμβάσεων αυτών εισοδημάτων-μισθωμάτων και η φορολόγησή του για τα εισοδήματα αυτά και η μη αναζήτησή τους από τον εισπράττοντα.
Σημειωτέον ότι το διαλαμβανόμενο στις κατατεθείσες στο παρόν Δικαστήριο έγγραφες προτάσεις του εναγομένου, αίτημα του να προσκομίσει ο ενάγω τις φορολογικές δηλώσεις των ετών 2006-2010 προκειμένου να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί είσπραξης των επίμαχων μεριδίων μισθωμάτων, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για το επίμαχο θέμα και δεν κρίνεται αναγκαία η επίδειξη των αιτουμένων εγγράφων...
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές στο σύνολό τους και όχι όσες αποσπασματικά, και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντα, διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτησή του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 416 ΑΚ, ή 261 ΚΠολΔ, που επικαλείται ο τελευταίος (αναιρεσείων), ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτή, αναφορικά με την ύπαρξη οφειλής του εναγόμενου αναιρεσίβλητου προς τον ενάγοντα αναιρεσείοντα από την είσπραξη των μισθωμάτων των εκμισθωμένων από κοινού ακινήτων τους, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις, σχετικό περί τούτου πόρισμά του, στο οποίο κατέληξε, με τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία στηρίζουν επαρκώς, μαζί με τις υπόλοιπες παραδοχές του Εφετείου, που προαναφέρθηκαν, το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του στοιχεία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται και αλυσιτελής, καθόσον η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "ο εισπράξας αυτά (μισθώματα) είναι ο Α. Κ. και τυχόν υποχρέωση καταβολής υφίσταται έναντι αυτού", η οποία δεν πλήττεται με κάποιο λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 503/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.6.2017 αίτηση του Μ. Κ. για αναίρεση της 437/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ