Legislator Case Law & Legislation
1026/2016 AI generated

1026/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1026/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά) - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1026/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν το έγκλημα είναι απότοκο της συγκλίνουσας αμέλειας περισσοτέρων προσώπων, το καθένα από αυτά ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, μέσα στα πλαίσια της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Κατά την επικρατούσα δε απόλυτα στο ποινικό δίκαιο αρχή του ισοδύναμου των όρων, (conditio sine qua non), κάθε όρος του αποτελέσματος είναι χαρακτηριστέος ως αιτία.

Keywords

AI generated
motorcycle road accident driving while unfit to drive traffic violation paralysis insurance whiplash injury causality accident consequences
AI generated
947/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1840/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1588/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4391/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 1127/2004 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί εκ νέου από το ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 7078/2005 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 742/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε εκ νέου η ως άνω τελευταία εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί εκ νέου στο ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 337/2007 οριστική του απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Μαρτίου 2007 αίτησή του και τους από 20 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
1208/2016
Ανθρωποκτονία από αμέλεια ( τροχαίο ).
2075/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαϊου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3629/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2653/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουλίου 2005 αίτησή του.
1170/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1026 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1026/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά) - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Δ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 124/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Γ. του Ι. (με την ιδιότητα του οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη της κόρης του Ε. Γ.) κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ροζίτα Σπινάσα.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1041/2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδ.α’ του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται:

α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλομένη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή η άνευ συνειδήσεως αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν (εν συνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, με την έννοια ότι η ενέργεια ή παράλειψη του δράστη είναι χαρακτηριστέα ως αιτία του αποτελέσματος, έστω και αν συγχρόνως ή μεταγενεστέρως συνέτρεξε προς παραγωγή του και άλλη ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη, χωρίς την οποία δεν θα επήρχετο τούτο.

Στην τελευταία, όμως, περίπτωση, για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του δράστη, δεν αρκεί η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως αυτού και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος θεμελιώνει μόνον το αντικείμενο της νομικής εκτιμήσεως, δηλαδή την πράξη, ως πρώτο στοιχείο του εγκλήματος, αλλά απαιτείται περαιτέρω ο δράστης να μπορούσε, αν κατέβαζε την προσήκουσα προσοχή, να προβλέψει την παρεμβαλλόμενη αμελή ενέργεια ή παράλειψη του τρίτου.

Όταν το έγκλημα είναι απότοκο της συγκλίνουσας αμέλειας περισσοτέρων προσώπων, το καθένα από αυτά ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, μέσα στα πλαίσια της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Κατά την επικρατούσα δε απόλυτα στο ποινικό δίκαιο αρχή του ισοδύναμου των όρων, (conditio sine qua non), κάθε όρος του αποτελέσματος είναι χαρακτηριστέος ως αιτία.

Συνεπώς, αν μεταξύ των παραγωγικών όρων του αποτελέσματος στη συγκεκριμένη περίπτωση περιλαμβάνεται και η ανθρώπινη ενέργεια ή αποχή από συγκεκριμένη ενέργεια, τότε υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ενέργειας η παράλειψης και αποτελέσματος, έστω και αν σύγχρονα η μεταγενέστερα συνέτρεξε προς παραγωγή του αποτελέσματος και άλλη, ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη.

Έτσι και εκεί που υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του παρεμβαλλόμενου που συχνά μάλιστα είναι, και το θύμα, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει τον καταλογισμό ευθύνης στον πράττοντα. Μόνο δε όταν η αμέλεια του παθόντος ή τρίτου συνετέλεσε αποκλειστικά στην επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, διακόπτεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ΚΟΚ που καθορίζει τη ταχύτητα και την απόσταση μεταξύ οχημάτων ορίζεται στις παραγράφους αυτής 1. ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.

Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευση του από στενές διόδους και αν η διασταύρωση του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευση του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας.

Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται αυτά.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας , που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της υπ’ αρ. 124/2014 προσβαλλομένης αποφάσεως του, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως ένδεκα (11) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή.

Ειδικότερα, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει ήτοι, από την ανωμοτί κατάθεση του δικαστικού συμπαραστάτη της πολιτικώς ενάγουσας (Ε. Γ.) πατρός της Π. Γ., που διορίσθηκε με την υπ’ αρ. 36/137/10/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, τις ένορκες επ’ ακροατήρίω καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά - κατά πιστή μεταφορά - : "Οι κατηγορούμενοι στο 2° χιλιόμετρο της Επαρχιακής οδού ..., την 13-7-2009 από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής στην οδήγηση, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την πράξη τους και προκάλεσαν σε άλλον σωματική βλάβη.

Συγκεκριμένα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο 1ος κατηγορούμενος Σ. Δ. (είναι ο αναιρεσείων) οδηγός τυγχάνων του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κινούμενος επί της Επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς ..., δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας, (νύχτα -μειωμένος τεχνητός φωτισμός), και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, εν όψει πιθανών εμποδίων στην επαρχιακή οδό, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα ζώο (σκύλο) που εκινείτο επί του οδοστρώματος σε αντίθεση με τον αυτόπτη μάρτυρα Β.

Δ., ο οποίος έχει κατάστημα στον τόπο όπου έγινε το ατύχημα κι ο ίδιος είδε το σκυλί, αλλά και τον μάρτυρα υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου Δ. Μ., ο οποίος ομοίως αντιλήφθηκε την ύπαρξη σκυλιών παραπλεύρως του οδοστρώματος, γεγονός που αναιρεί τον αντίθετο ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου ότι λόγω του σκότους δεν μπορούσε κανείς να το δεί , αν και ο ίδιος είχε αναμμένα τα φώτα του οχήματός του να μην προλάβει να εκτελέσει τον απαιτούμενο αποφευκτικό ελιγμό (τροχοπέδηση) αλλά αντίθετα κινούμενος με την ίδια ταχύτητα, να παρασύρει το ως άνω ζώο το οποίο από την πρόσκρουση κατάληξε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο εκινείτο ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ.

Δ. του Α., κάτοικος .... Ο τελευταίος κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο οδηγούσε τη με αρ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα με κατεύθυνση από ..., χωρίς να έχει τη κατά το νόμο απαιτούμενη άδεια οδήγησης και χωρίς να έχει επίσης τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το ως άνω χτυπημένο ζώο και να μη προλάβει να εκτελέσει τον απαιτούμενο ελιγμό (τροχοπέδηση) και ως εκ τούτου να προσκρούσει ομοίως στο ανωτέρω ζώο και να εκτραπεί του οδοστρώματος.

Συνεπεία της ως άνω συγκλίνουσας αμέλειας των δύο κατηγορουμένων τραυματίσθηκε η Ε. Γ. συνεπιβάτιδα στη με αρ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εκ της αμελείας του 1ου κατηγορουμένου τραυματίσθηκε και ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Δ., ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής.

Εξάλλου σημειώνεται ότι η ανωτέρω ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων είναι ανεξάρτητη από τη τυχόν συνυπαιτιότητα της παθούσας Ε. Γ., στην έκταση των σωματικών βλαβών της οποίας και δη στην έκταση της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη, από το γεγονός ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε πλήρως τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, η τέλεση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο και της σωματικής βλάβης από αμέλεια που αποδίδεται στο δεύτερο κατηγορούμενο και επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι" Με βάση αυτές τις παραδοχές κήρυξε ενόχους τον αναιρεσείοντα και τον μη διάδικο στην αναιρετική δίκη Γ.

Δ. του ότι: "Στο 2° χιλιόμετρο της Επαρχιακής οδού ..., την 13-7-2009 από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής στην οδήγηση, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε και από την πράξη τους και προκάλεσαν σε άλλον σωματική βλάβη και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο ο πρώτος κατηγορούμενος Δ.

Σ. οδηγός τυγχάνων του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου κινούμενος επί της Επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς ..., δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή στην οδήγηση και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπ’ όψη τις επικρατούσες συνθήκες, (νύχτα -μειωμένος τεχνητός φωτισμός), και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς εν όψει πιθανόν εμποδίων στην επαρχιακή οδό, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα ζώο (σκύλο) που εκινείτο επί του οδοστρώματος, να μην προλάβει να εκτελέσει τον απαιτούμενο αποφευκτικό ελιγμό και να παρασύρει το ως άνω ζώο το οποίο από την πρόσκρουση κατέληξε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο κατά τον ως άνω χρόνο εκινείτο ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ.

Δ. του Α., κάτοικος ..., ο οποίος οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα με κατεύθυνση από ..., χωρίς να έχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης και χωρίς να έχει επίσης τον πλήρη έλεγχο του οχήματος ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το χτυπημένο ζώο και να μην προλάβει να εκτελέσει τον απαιτούμενο αποφευκτικό ελιγμό και ως εκ τούτου να προσκρούσει ομοίως στο ανωτέρω ζώο και να εκτραπεί του οχήματος του, συνεπεία δε της ως άνω συγκλίνουσας αμέλειας των δύο κατηγορουμένων τραυματίσθηκε σοβαρά η Ε.

Γ. συνεπιβάτιδα στη με αρ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εκ της αμελείας του 1ου , τραυματίσθηκε και ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Δ. ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18 εδ β! 26 παρ. 1εδ.

β!, 94 παρ. 1, 2, 314 παρ. 1α 315 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδ. με το άρθρο 19 ΚΟΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε.

Ειδικότερα στην απόφαση προσδιορίζονται: α)τα κατά νόμο απαραίτητα πραγματικά περιστατικά, πληρούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, κατά συρροή για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, και συγκεκριμένα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τη συγκλίνουσα αμέλεια εκάστου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος που επέφερε τον τραυματισμό της συνεπιβαίνουσας στη δίκυκλη μοτοσικλέτα του οδηγού Γ.

Δ., Ε. Γ. και του ως άνω οδηγού αυτής γ) το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή) δ) τις σωματικές βλάβες των παθόντων ε)τα στοιχεία που αιτιολογούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του αναιρεσείοντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος:

ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν δικαστήριο δεν προσδιορίζει: α) την επιτρεπόμενη ταχύτητα στην επαρχιακή οδό στην οποία κινείτο το όχημα του, β) την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα του και αν αυτή ήταν η ενδεδειγμένη, εν όψει των συνθηκών της οδού, γ) σε ποια απόσταση κινείτο το προπορευόμενο όχημα του Δ.

Μ., δ) με ποια κατεύθυνση κινείτο το ζώο (σκύλος) επί του οδοστρώματος, τόσο κατά τη διέλευση του προπορευόμενου οχήματος, όσο και κατά την άφιξη στο σημείο που έλαβε χώρα η παράσυρσή του, του δικού του οχήματος, αν απλά αυτό βρισκόταν πάνω στη επαρχιακή οδό ή αν κινήθηκε και σε ποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ποια ήταν η ταχύτητα του ε) σε ποια απόσταση από το όχημά του βρέθηκε στην επαρχιακή οδό το σκυλί και από ποία απόσταση ήταν ορατό, ώστε από το συσχετισμό της απόστασης και της ταχύτητας του οχήματος του, να προκύπτει αν ήταν δυνατός ο αποφευκτικός ελιγμός της τροχοπέδησης και αν η αποφυγή του σκύλου ήταν δυνατή με πέδηση του οχήματός του, αυτές οι αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν για τους παρακάτω λόγους: 1) η υπό στοιχ.

α’ ως αβάσιμη, διότι αρκούσε η παραδοχή ότι η οδός στην οποία κινείτο το όχημα του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ήταν επαρχιακή, οπότε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν σύμφωνα με το άθρ.20 του Κ.Ο.Κ. στα 90 χιλιόμετρα την ώρα, 2)η υπό στοιχ. β! αιτίαση, ως αλυσιτελής ερειδομένη επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παρέλειψε να ρυθμίσει τη ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπ’ όψη τις συνθήκες που επικρατούσαν την ώρα εκείνη στην επαρχιακή αυτή οδό ήτοι ότι ήταν νύχτα και ο τεχνητός φωτισμός ήταν ανεπαρκής, δηλαδή η ταχύτητα του ήταν εντός του ως άνω επιτρεπομένου ορίου των 90 χιλιομέτρων την ώρα, την οποία όμως έπρεπε να μειώσει εν όψει των ανωτέρω συνθηκών χωρίς να απαιτείται ακριβής προσδιορισμός αυτής διότι συναρτάται ο προσδιορισμός της με άλλες συνθήκες 3) οι υπό στοιχ.

γ! και δ! αιτιάσεις ως αβάσιμες, διότι δεν ήταν αναγκαία η αναφορά της ταχύτητας του προπορευόμενου οχήματος, αφού η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος αντιλήφθηκε ότι παραπλεύρως του πεζοδρομίου κινούνταν σκύλοι, τέθηκε ως ενισχυτικό στοιχείο της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι όση επιμέλεια και προσοχή και αν κατέβαλε δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί τα ζώα που κινούνταν στο οδόστρωμα λόγω του σκότους, η κατεύθυνση δε του ζώου εκτίθεται με την παραδοχή, ότι από το παραπλεύρως πεζοδρόμιο του οδοστρώματος βρέθηκε στην πορεία του οχήματος του, που κινείτο επί του οδοστρώματος της Επαρχιακής οδού ...

με κατεύθυνση από ... προς ..., 4) η υπό στοιχ. ε! αιτίαση του, ότι δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη η απόσταση από την οποία ήταν ορατό το ζώο ώστε να μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό αποφυγής της παράσυρσής του είναι αβάσιμη, διότι στην προσβαλλόμενη διαλαμβάνεται παραδοχή σύμφωνα με την οποία το ζώο αυτό μπορούσε να το αντιληφθεί έγκαιρα και να πεδήσει το όχημά του, αν κατέβαλε την δέουσα προσοχή και επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, συναγόμενης της παραδοχής αυτής από το ότι το αντιλήφθηκε το προπορευόμενο όχημα, καθώς και ο αυτόπτης μάρτυς Β.

Δ. που είχε κατάστημα στον τόπο του ατυχήματος. Περαιτέρω η αιτίασή του, με την οποία πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τις παραδοχές της, για την συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά του οδηγού της δικύκλου μοτοσικλέτας συγκατηγορουμένου και συγκαταδικασθέντος με αυτόν, πρέπει να απορριφθούν ελλείψει εννόμου ατομικού συμφέροντος, διότι οι ελλείψεις στις οποίες αναφέρεται αφορούν τον άλλο διάδικο και από αυτές δεν αίρεται η δική του υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος και των ζημιογόνων αποτελεσμάτων αυτού.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ! (καθόλα τα σκέλη του) και Ε! ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με την μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι με αυτές υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, 1.την υπ’ αρ. 12675/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά του, από τα οποία προκύπτει ότι η αγωγή αποζημιώσεως της παθούσας που στρεφόταν μεταξύ άλλων και εναντίον του, απορρίφθηκε κατ’ ουσία, διότι το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν ήταν αυτός υπαίτιος του ατυχήματος αλλά ο συγκατηγορούμενος του Γ. Δ., 2. μία φωτογραφία του τόπου του ατυχήματος και 3.τα στατιστικά στοιχεία της Ε.Ε.Τ.Α.Α.ΑΕ, που αναγνώσθηκαν ενώπιον του, είναι και τούτο διότι τα έγγραφα αυτά ανεγνώσθησαν, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλείται, ως άνω δε φωτογραφία "επισκοπήθηκε, ποίαν έννοιαν έχει η αναφορά ότι ανεγνώσθη και συνεπώς αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν ως αναφέρεται και στο προϊμιο της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνει, από τα οποία κατέληξε στην καταφατική περί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της νομίμως παρασταθείσας, εκπροσωπούμενης από τον δικαστικό συμπαραστάτη της, πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την υπ’ αριθμό πρωτ. …/7-10-2014 αίτηση - δήλωση του Σ. Δ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αρ. 124/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της εκπροσωπούμενης από τον δικαστικό συμπαραστάτη της, πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ