Supreme Court partially allowed appeal against bankruptcy trustee's removal of employees in favor of state and syndicate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the Social Security Institute's appeal against the Athens Court of Appeals' decision to remove the bankruptcy trustee. The lower court had replaced the trustee representing 36 employees with the Greek State and the syndicate, while the Social Security Institute argued for the trustee's removal. The Court ruled that the appeal was procedurally inadmissible regarding the State and the syndicate but allowed it regarding the trustee's removal, ordering a retrial on those specific points.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when procedural defects affect only some appellants, remanding the case for further examination on the admissible grounds while dismissing the inadmissible portions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1026 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1026/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκείμενη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους , με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E¨", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Κανελλάκη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΪΛ - Ελληνική Εταιρία Πετρελαίων Α.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Καλλιώρα και 4. Ψ4, δικηγόρου Αθηνών, υπό την ιδιότητά του ως οριστικού συνδίκου της πτωχεύσασας εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΜΩΝ Α.Ε.Τ.Τ.Ε" και συνακόλουθα ως νομίμου εκπροσώπου των γενικών προνομιούχων δανειστών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 1) από 10 Ιανουαρίου 2002 ανακοπή της ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, 2) από 6 Ιανουαρίου 2002 ανακοπή της ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, 3) από 10 Ιανουαρίου 2002 ανακοπή του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων και 4) από 16 Ιανουαρίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2847/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8544/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 12 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 17.12.2007 αίτησης και την αναίρεση της υπ' αριθ. 8544/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που δικάζοντος επί της ουσίας μετά την παραδοχή των συνεκδικασθεισών εφέσεων απέβαλε από τον προσβληθέντα πίνακα κατάταξης το σύνδικο της πτώχευσης για τις απαιτήσεις των εργαζομένων συνολικό ποσού 63.603.868 δρχ. και αντ' αυτού κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο, αντί του αναιρεσείοντος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ απορρίπτοντος συγχρόνως και την ανακοπή του τελευταίου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 625, 628, 632, 634, 647, 648, 655 και 666 του Εμπ. Νόμου με εκείνες των άρθρων 972, 975, 986 και 977 του Κ.Πολ,Δικ., προκύπτει ότι στη διαδικασία της επαλήθευσης υποβάλλονται και οι με γενικό προνόμιο εξοπλισμένες αιτήσεις, οι πιστωτές των οποίων στερούνται των ατομικών διώξεων. Αν δε εκπλειστηριασθεί, με επίσπευση ενέγγυου πτωχευτικού δανειστή, που διατηρεί δικαίωμα ατομικής δίωξης, ακίνητο της πτωχευτικής περιουσίας, πριν από το στάδιο της ένωσης των πιστωτών, οι απαιτήσεις αυτές αναγγέλλονται στη διαδικασία της εκτέλεσης μόνο δια του συνδίκου, ο οποίος και κατατάσσεται στη θέση και για λογαριασμό των πιστωτών στον οικείο πίνακα κατάταξης.
Η πτωχευτική πίστωση που έγινε κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης αποδεκτή, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε υπέρ και κατά της ομάδας των πιστωτών και γίνεται πλέον οριστική και απρόσβλητη. Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατάθεση από το σύνδικο αντιγράφου της έκθεσης επαλήθευσης προς οριστική κατάταξη των απαιτήσεων αυτών στον πίνακα κατάταξης.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ.2 του ΚΠολΔ οι μη καταταγέντες πιστωτές, μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα και να ζητήσουν την κατάταξή τους και την αναγνώριση του προνομίου των απαιτήσεών τους. Δεν μπορούν, όμως, να προτείνουν ισχυρισμούς για το κατά το ουσιαστικό δίκαιο υπαρκτό των απαιτήσεων, αλλά μόνο αντιρρήσεις δικονομικού χαρακτήρα από τη διαδικασία της κατάταξης.
Τις αντιρρήσεις τους από το ουσιαστικό δίκαιο μπορούν να προτείνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, στην οποία ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να υποβληθεί ή απλώς να παρίσταται κατ' άρθρο 585 εδ. τελευταίο Εμπ. Νόμου, μετά δε την επαλήθευση οριστικώς με την εισαγωγή τους ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου δικαστηρίου (ΑΠ 1779/2007, 1224/2006).
Η έκθεση επαλήθευσης των πιστώσεων, εφόσον δεν είναι δικαστική απόφαση, δε δημιουργεί μεν δεδικασμένο για την απαίτηση που έγινε δεκτή οριστικά, πλην όμως αποτελεί για την ύπαρξή της πλήρη απόδειξη κατά τη οποίας δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1224/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ι.Κ.Α. με την απ'16-1-2002 ανακοπή του του, εκτός άλλων που δεν αφορούν τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο:
α) αρνήθηκε τον προνομιακό χαρακτήρα των καταταγεισών απαιτήσεων των 36 εργαζομένων για λογαριασμό των οποίων κατετάγη ο σύνδικος της πτώχευσης τέταρτος αναιρεσίβλητος και β) ισχυρίσθηκε ότι είναι εσφαλμένη η κατάταξη του συνδίκου για λογαριασμό των ίδιων 36 εργαζομένων στην οφειλέτιδα για τους τόκους μετά την ημερομηνία της κήρυξης της πτώχευσης.
Στο δικόγραφο της ανακοπής εκτίθενται λεπτομέρως για τον κάθε ένα των 36 εργαζομένων το ποσό της προνομιακής και οριστικής κατάταξης του μέσω της συνδίκου της πτώχευσης Ψ4. Εξάλλου, στο δικόγραφο της από 15-12-2003 έφεσης του αναιρεσείοντος αλλά και της κρινομένης αίτησης αναίρεσης προσδιορίζονται λεπτομερώς επίσης το ποσό της προνομιακής και οριστικής κατάταξης των 36 εργαζομένων ειδικά δε στο δικόγραφο της αναίρεσης προσδιορίζεται αναλυτικά και το ποσό για το οποίο η κατάταξη καθενός των 36 εργαζομένων δεν ήταν νόμιμη.
Ενόψει αυτών, αλλά και από το γεγονός ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, οι παραπάνω απαιτήσεις των 36 εργαζόμενων έγιναν αποδέκτες στη διαδικασία της επαλήθευσης και θεωρούνται ότι αναγνωρίσθηκαν υπέρ της ομάδας των πιστωτών οριστικά, η θεμελίωση της ένδικης ανακοπής, αλλά και της αναίρεσης και στο περιεχόμενο της έκθεσης επαλήθευσης των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν αλλά και στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης δεν πάσχει αοριστία ή απαράδεκτο στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 579 § 1 του ΚΠολΔ η οποία ορίζει ότι αν γίνει δεκτή από τον Άρειο Πάγο η αίτηση αναίρεσης και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, συνδυαζόμενη δε και προς τις διατάξεις των άρθρων 553 και 555 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η αναιρεθείσα απόφαση είναι απολύτως άκυρη.
Είναι άνευ σημασίας για ποιο λόγο αναίρεσης αναιρέθηκε ολικώς η προσβληθείσα απόφαση και ποιος ήταν ο αναιρεσείων. Επομένως νέα αίτηση αναίρεσης από άλλο διάδικο κατά της ίδιας ολικώς (και όχι μερικώς) αναιρεθείσας απόφασης του Εφετείου, δεν έχει πλέον αντικείμενο και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 § 1). (ΑΠ 1471/2002).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 979 § 2 του ΚΠολΔ, όταν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, η κατάταξη των δανειστών για τη διανομή του γίνεται μεν με ενιαία πράξη ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατάταξης δεν είναι αδιαίρετη.
Γι' αυτό κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης που συντάχθηκε και τη στρέφει εναντίον εκείνων μόνο από τους δανειστές κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών που αναγγέλθηκαν. Έτσι, μεταξύ των δανειστών δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ και δεν ωφελείται ο ένας δανειστής από την ανακοπή που άσκησε άλλος δανειστής, ούτε βλάπτεται από την ανακοπή που απευθύνθηκε κατά άλλου δανειστή.
Συνεπώς δεν είναι αναγκαίο η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης να ασκείται από όλους τους δανειστές, ούτε να στρέφεται εναντίον όλων των δανειστών. Για τον ίδιο λόγο και όσα ορίζονται από τι διατάξεις των άρθρων 68, 74, 76, 556 και 558 παρ. 1 του ΚΠολΔ το ένδικο μέσο και εν προκειμένω της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης που εκδόθηκε για την ανακοπή δεν απευθύνεται κατ' αρχή εναντίον όλων των δανειστών που μετείχαν στη δίκη ως ομόδικοι, ούτε το ένδικο μέσο που ασκεί ο ένας από τους ομόδικους δανειστές μπορεί να το απευθύνει κατά των άλλων ομόδικων του δανειστών.
Όταν, όμως, ασκείται κοινή ανακοπή από ή κατά περισσότερων δανειστών ή συνεκδικάζονται ξεχωριστές ανακοπές, με τις οποίες προσβάλλεται η κατάταξη της ίδιας απαίτησης, (οπότε, για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της απαίτησης, η κατάταξη της οποίας προσβάλλεται, δεν είναι λογικό να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, υπάρχει δε και ανάγκη αντιπαραβολής και σύγκρισης των απαιτήσεων των περισσότερων ανακοπτόντων μεταξύ τους και με τις απαιτήσεις των περισσότερων από τους καθ' ων οι ανακοπές), υφίσταται μεταξύ των περισσότερων ανακοπτόντων και των περισσότερων καθ' ων οι ανακοπές αναγκαστική ομοδικία.
Εάν δε η απόφαση που θα εκδοθεί, κατά το μέρος που ωφελεί τον ένα από τους διαδίκους, βλάπτει τον άλλο, ο βλαπτόμενος έχει δικαίωμα ν' ασκήσει ένδικο μέσο κατά της απόφασης που τον βλάπτει και συνεπώς και αίτηση αναίρεσης, την οποία μπορεί να την απευθύνει κατά εκείνου του διαδίκου που ωφελήθηκε εις βάρος του, έστω και αν αυτός ήταν ομόδικός του, ακόμη και όταν αυτός έλαβε τη θέση του ομοδίκου ή του αντιδίκου του, λόγω της συνεκδίκασης με τη δική του ανακοπή και ανακοπών άλλων δανειστών, οι οποίες δεν απευθύνονταν και κατ' αυτού και της έκδοσης, κατ' ανάγκην, κοινής, χωρίς αντιφατικές διατάξεις, απόφασης, για την απαίτηση που προσβλήθηκε και για τις απαιτήσεις που πρέπει να καταταγούν στη θέση της, στην περίπτωση που αυτή αποβλήθηκε από τον πίνακα κατάταξης.
Η εκδοχή ότι εκείνος που δεν ήταν ανακόπτων ή από τους καθ' ων, στην ανακοπή που συνεκδικάσθηκε, ο οποίος εντούτοις βλάπτεται διότι έγινε αυτή δεκτή, δε νομιμοποιείται να προσβάλλει με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση την απόφαση που τον βλάπτει, θα οδηγούσε στο συμπέρασμα, ότι αυτός μπορεί μόνο με άσκηση τριτανακοπής κατά της απόφασης αυτής να προστατευθεί, παρότι δεν ήταν τρίτος στη δίκη, κατά την οποία δεν έγινε απλώς συνεκδίκαση των περισσότερων ανακοπών, αλλά αυτές κρίθηκαν ενιαίως και η τύχη της μιας συνδέθηκε με την τύχη της άλλης, ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός δεν μετείχε στη σχετική δίκη αναφορικά με την ανακοπή που συνεκδικάσθηκε, στην οποία δεν ήταν ανακόπτων ή καθ' ου η ανακοπή (ΑΠ 1229/2008, 1226/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ.3 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, στην 3η σειρά κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή. Από την ευρύτατη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 31 του ν. 1545/85 προκύπτει ότι στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλάμβανονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις των από τόκους.
Και εφόσον μεν οι παρεπόμενες αυτές απαιτήσεις από τόκους προέρχονται από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό. Εφόσον, όμως, είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση κατατάσσονται προνομιακως μόνο αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή εφόσον πρόκειται για πτώχευση την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης όχι όμως και μετά από αυτήν (Ολ.ΑΠ. 22/2000, ΑΠ 1501/2003).
Οι απαιτήσεις του Δημοσίου κατατάσσονται στην 5η σειρά του παραπάνω άρθρου και του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ στην 6η σειρά κατ' άρθρο 61 παρ.1 του ΚΕΔΕ. (ΟλΑΠ 356/1974). Οσάκις απαιτήσεις του άρθρου 975 συντρέχουν με απαιτήσεις που είναι εξοπλισμένες με ειδικό προνόμιο τότε οι πρώτες κατατάσσονται κατά το 1/3 και οι δεύτερες κατά τα 2/3 κατ' άρθρο 977 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει άλλο από το αιτηθέν ή πέραν του αιτηθέντος, στην αντίθετη δε περίπτωση ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1779/2007).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, σε συνδυασμό με όσα έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 8544/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα εξής:
Α) Με επίσπευση της τρίτης αναιρεσίβλητης ενυπόθηκης δανείστριας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΪΛ ΑΕ" και για την ικανοποίηση απαίτησής της ύψους 73.526.693 δρχ εκπλειστηριάσθηκε στις 7-2-2001 ακίνητο της οφειλέτριάς της εταιρίας "ΑΚΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία με την υπ' αριθ. 3436/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στις 15-12-1997, είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης.
Οριστικός σύνδικος της πτώχευσης, διορίστηκε ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων Ψ4, στον οποίο αναγγέλθηκαν νόμιμα, μεταξύ άλλων πιστωτών, α) τριάντα επτά (37) εργαζόμενοι για απαιτήσεις τους από τις μεταξύ αυτών και της πτωχής εταιρίας εργασιακές σχέσεις, τις οποίες απαιτήσεις τους περιγράφουν με λεπτομέρειες κατ' είδος και ποσό στις αναγγελίες τους, β) το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 298.873.229 δρχ.
γ) η δεύτερη αναιρεσίβλητη Τράπεζα Eurobank για το ποσό των 384.413.500 δρχ. και δ) το αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για το ποσό των 90.003.512 δρχ. Κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων επαληθεύτηκαν οι απαιτήσεις των εργαζομένων και έγιναν αυτές δεκτές στα χρέη της πτώχευσης για τα αναφερόμενα στην έκθεση επαλήθευσης ποσά, πλην της απαίτησης του εργαζόμενου ΑΑ, η οποία δεν έγινε δεκτή στα χρέη της πτώχευσης.
Για τις απαιτήσεις του Δημοσίου ο σύνδικος δεν προέβαλε αντιρρήσεις και δεν άσκησε ανακοπή και επομένως αυτές θεωρούνται ότι έγιναν δεκτές στα χρέη της πτώχευσης, Στην υπάλληλο επί του πλειστηριασμού οι εργαζόμενοι ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους στις 22-2-2001 με την από 21-2-2001 έγγραφη αναγγελία του συνδίκου, στην οποία αναφέρεται ότι οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις των εργαζομένων έχουν ήδη αναγγελθεί και στην πτώχευση, η οποία βρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης της επαλήθευσης των απαιτήσεων, μαζί δε με την επίδοση της αναγγελίας ο σύνδικος κατέθεσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού και τις προς αυτόν αναγγελίες των εργαζομένων και τα συνοδεύοντα αυτές αποδεικτικά έγγραφα και συντάχθηκε προς τούτο η με αριθ. .../22-2-2001 πράξη κατάθεσης εγγράφων.
Στην υπάλληλο του πλειστηριασμού ανήγγειλαν τις πιο πάνω απαιτήσεις τους και οι αναιρεσίβλητοι Ελληνικό Δημόσιο και Τράπεζα Eurobak καθώς και το αναιρεσείον ΙΚΑ. Η υπάλληλος του πλειστηριασμού με τον προσβαλλόμενο πίνακα, αφού αφαίρεσε από τον επιτευχθέν πλειστηρίασμα, μεταξύ άλλων εξόδων: α) το ποσό των 3.628.000 δρχ.
για έξοδα εκτέλεσης της επισπεύδουσας ανώνυμης εταιρείας τρίτης αναιρεσίβλητης με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΪΛ Α.Ε." και δικαιώματα του εφεσίβλητου δικαστικού επιμελητή ΒΒ και β) το ποσό των 1.783.390 δρχ. για έξοδα εκτέλεσης της εταιρίας XATKAR, που επέσπευσε αρχικά τον πλειστηριασμό και στη θέση της οποίας υποκαταστάθηκε η εταιρία ΕΛΙΝΟΙΛ, κατέταξε στο διανεμητέο πλειστηρίασμα εκ δρχ. 519.356.430 και στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ τον σύνδικο για λογαριασμό των απαιτήσεων των παραπάνω εργαζομένων, για το ποσό των 464.010.280 δρχ, οριστικά και προνομιακά, πλην του ΑΑ, τον οποίο κατέταξε δια του συνδίκου προνομιακά και τυχαία, και στο υπόλοιπο ποσό των 55.346.148 δρχ.
κατέταξε κατά ποσοστό 1/3 και 2/3 αντίστοιχα, το Ελληνικό Δημόσιο προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 18.448.716 δρχ. και την τράπεζα Eurobank προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 36.897.432 δρχ., ενώ δεν κατέταξε την επισπεύδουσα αναιρεσίβλητη εταιρεία ΕΛΙΝΟΙΛ και το αναιρεσείον ΙΚΑ, λόγω εξάντλησης του πλειστηριάσματος.
Κατά του πίνακα αυτoύ άσκησαν τις ένδικες ανακοπές τους το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, η δεύτερη αναιρεσίβλητη Τράπεζα Eurobank η τρίτη αναιρεσίβλητη ως επισπεύδουσα ΑΕ με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΪΛ" , και το αναιρεσείον ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε νόμιμους και βάσιμους του αντίστοιχους λόγους του ανακόπτοντος και αναιρεσείοντος ΙΚΑ, και των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, Τράπεζας Eurobank και της επισπεύδουσας ΑΕ ΕΛΙΝΟΙΛ με τους οποίους πλήττεται:
α) η προνομιακή κατάταξη εκείνων των απαιτήσεων των εργαζομένων οι οποίες κατά την ίδια την αναγγελία και την έκθεση επαλήθευσης δεν προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την πτώχευση, αλλά σε προηγούμενο της διετίας αυτής χρονικό διάστημα, καθώς και β) η προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων από τόκους, που ανάγονται σε χρόνο μετά την κήρυξη της πτώχευσης και μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, αφού, όπως προεκτέθηκε, οι μεν υπό στοιχ.
α απαιτήσεις των εργαζομένων, δεν είναι από το νόμο κατατακτέες στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 του ΚΠολΔικ και δεν προηγούνται στην κατάταξη των απαιτήσεων των ανακοπτόντων, οι δε υπό στοιχ. β' απαιτήσεις από τόκους δεν αναγγέλθηκαν και δεν είναι προνομιακά κατατακτέες. Οι λόγοι δε αυτοί έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα και δεν καλύπτονται από το προαναφερόμενο απρόσβλητο των απαιτήσεων.
Επίσης έκρινε το Εφετείο ότι συνολικά εσφαλμένα ο σύνδικος κατετάγη για λογαριασμό των παραπάνω εργαζομένων για το συνολικό ποσό των 190.811.601 δραχμών και στο ελευθερούμενο από την αιτία αυτή ποσό των 190.811.601 δραχμών κατέταξε, κατά μεταρρύθμιση του πίνακα, για την ικανοποίηση του υπολοίπου των απαιτήσεων τους και κατά μερική παραδοχή των ανακοπών τους: 1) τον σύνδικο της πτώχευσης κατά το 1/3, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, που απολαμβάνει ταυ γενικού προνομίου του άρθρου 975 αριθ. 5 ΚΠολΔικ και προηγείται στην κατάταξη του-ΙΚΑ, προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 63.832.201 δρχ.
και 2) την Τράπεζα Eurobank κατά τα 2/3, ως έχουσα εγγράψει στις 8-7-1993, 28-12-1993 και 16-11-1994 προσημειώσεις στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο για το συνολικό ποσό των 180.000.000 δραχμών, προηγούμενες χρονολογικά της προσημείωσης υποθήκης που έχει εγγράψει στις 19-1-1996 η επισπεύδουσα εταιρία ΕΛΙΝΟΙΛ (άρθρα 975, 976, 977, 1007 παρ. 1 εδ.
β Κ.Πολ.Δικ), προνομιακά και τυχαία, ήτοι αντίστοιχα για το ποσό των 127.644.401 δραχμών. Επικουρικά δε στη θέση της Τράπεζας και για την περίπτωση που παύσει να υπάρχει η απαίτησή της κατέταξε την τρίτη αναιρεσίβλητη επισπεύδουσα εταιρεία ΕΛΙΝΟΙΛ ΑΕ και απέβαλε τον σύνδικο από τον πίνακα για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για κάθε εργαζόμενο χρηματικά ποσά και το δικαστικό επιμελητή ΒΒ για το ποσό των 685.000 δραχμών, Όμως, το Ελληνικό Δημόσιο δεν υπέβαλε με την ένδικη από 10-1-2002 ανακοπή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, αίτημα μεταρρύθμισης του επιδίκου πίνακα κατάταξης, ως προς την κατάταξη σε αυτόν του συνδίκου της πτώχευσης για το ποσό των δραχμών 190.881.602 των μη αναγγελθέντων και μη προνομιακών τόκων των αντιπροσωπευομένων από αυτόν (σύνδικο) εργαζομένων στην πτωχεύσασα εταιρία και κατάταξη αυτού στο απελευθερωμένο ο από αυτή παραπάνω ποσό.
Έτσι όμως το Εφετείο κατέταξε το Δημόσιο στο ποσό των 63.832.201 δρχ., δηλαδή στο 1/3 του απελευθερωθέντος ποσού των 190.811.501 δρχ. που δεν ζητήθηκε από αυτό με την ανακοπή του και δεν κατέταξε το αναιρεσείον ΙΚΑ στο ίδιο ποσό, καίτοι είχε σχετικό αίτημα το τελευταίο στην ανακοπή του αφήσαν αδίκαστο το αίτημά του.
Έτσι, κατέστησε κατά το άρθρ. 559 αρ.9 ΚΠολΔικ αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με το σχετικό περί τούτου βάσιμο μοναδικό λόγο αναίρεσης που απευθύνθηκε παραδεκτά παθητικά καθ' όσον αφορά μόνο το πρώτο και τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο και τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης, των οποίων η μεν κατάταξη του συνδίκου ως εκπροσωπούμενος τους προαναφερθέντες 36 εργαζομένους με τον προσβαλλόμενο πίνακα, αμφισβητήθηκε με την ένδικη ανακοπή του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α., η δε εκ των υστέρων (δικαστική) κατάταξη του Ελληνικού Δημοσίου από την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την αναμόρφωση του ίδιου πίνακα από το Εφετείο (προσβαλλόμενη απόφαση) προσβλήθηκε ήδη λυσιστελώς με την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Β) Με την υπ' αριθ. 1779/2007 απόφασή του Δικαστηρίου τούτου, γνωστή στο Δικαστήριο από σχετική σημείωση επί του πρωτοτύπου της αναιρεσιβαλλομένης, έγινε δεκτή η από 20-5-2005 αίτηση αναίρεσης της τώρα τρίτης αναιρεσίβλητης επισπεύδουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΙΛ ΑΕ", που είχε απευθυνθεί κατά τον τώρα τετάρτου αναιρεσίβλητου οριστικού συνδίκου ως εκπροσωπούντος την ομάδα των 36 εργαζομένων πιστωτών, της δεύτερης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, και του τώρα πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, όχι δε και κατά του τώρα αναιρεσείοντος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
Με την απόφασή εκείνη αναιρέθηκε η και τώρα αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 8544/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για τον ίδιο νομικό λόγο, όπως και τώρα προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα σκέψη με στοιχ. (ΙΙ Α) της παρούσας. Η αναίρεση όμως εκείνη δεν αφορούσε το σύνολο της προσβληθείσας απόφασης αλλά το κεφάλαιο μόνο που κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο σε μέρος του ποσού των 190.811.602 δραχμών, που προέκυψε από την αποβολή του συνδίκου της πτώχευσης ΑΚΜΩΝ για παράνομα καταλογισθέντες τόκους, των απαιτήσεων των ίδιων 36 εργαζομένων, δηλαδή για το ποσό των 63.603.668 δραχμών (1/3 του πιο πάνω ποσού).
Στην αναιρετική εκείνη δίκη δεν κλητεύθηκε το τώρα αναιρεσείον ΙΚΑ, ως περιλαμβανόμενο μεταξύ των ανακοπτόντων τον ίδιο πίνακα κατάταξης, αλλά και εκείνων που είχαν εκκαλέσει την αναιρεσιβληθείσα τότε και τώρα απόφαση. Ενόψει αυτών, η κατά ένα μέρος αναίρεση της υπ' αριθ. 8544/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν καθιστά απαράδεκτη, ή χωρίς αντικείμενο την ένδικη αίτηση που αφορά τη μη κριθείσα αμετάκλητα ανακοπή και έφεση του αναιρεσείοντος έναντι όλων των αναιρεσιβλήτων, το δε αντιφατικό αποτέλεσμα που προήλθε από τη χωριστή εκδίκαση των διαφορετικών ανακοπών, καίτοι μπορούσε να προληφθεί με την ενιαία συνεκδίκαση, όλων των ανακοπών στο αναιρετικό στάδιο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον το ΙΚΑ θα ε ίχε ασκήσει την παρούσα αναίρεση σε χρόνο που θα μπορούσε να συνεκδικασθεί με την αναίρεση της "ΕΛΙΝΟΪΛ Α.Ε." είναι πλέον εξοβελίσιμο σε μεταγενέστερο στάδιο μέσω τριτανακοπής κατά της υπ' αριθ. 2612/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, το οποίο ήδη δικάζοντος μετ' αναίρεση επί της ανακοπής της τώρα τρίτης αναιρεσίβλητης επισπεύδουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΙΛ ΑΕ", απέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο για το ίδιο ποσό των 63.603.868 δρχ και κατέταξε σ' αυτό την αναιρεσίβλητη επισπεύδουσα. (Στο ίδιο ποσό κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε και 917 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προηγείται στην κατάταξη μετά την έκπτωση του Ελληνικού Δημοσίου το επόμενο στην τάξη ήδη αναιρεσείον ΙΚΑ - ΕΤΑΜ).
Γ) Με το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της ανακοπής του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. προκύπτει ότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που επίσης προαναφέρθηκαν, η απελευθέρωση του ποσού των 190.811.602 δρχ. οφείλεται στην ευδοκίμηση των εφέσεων που είχαν ασκήσει το αναιρεσείον Ι.Κ.Α., το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ EFG Eurobank Ergasias A.E. και η επισπεύδουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΪΛ Ελληνική Εταιρεία Πετρελαίων Α.Ε.".
Απορρίφθηκε όμως τελικά επί της ουσίας η κριθείσα τότε ανακοπή του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. διότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο προηγείτο στην σειρά κατάταξης ως προνομιούχοι δανειστές ως προς το 1/3 του απελευθερώντος ποσού επειδή συνέτρεχαν στο υπόλοιπο ποσό (των 2/3) οι απαιτήσεις των εμπράγματως ασφαλιζομένων δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη όμως από 16-1-2002 ανακοπή του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. δεν εστράφη ατομικά κατά της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG Eurobank Ergasias A.E", ενώ η ίδια ανακοπή, όσο στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΪΛ - Ελληνική Εταιρεία Πετρελαίων Α.Ε.", αφορά μόνο την κατάταξή της για έξοδα εκτέλεσης, για το ποσό των 1.525.000 δρχ., που όμως δεν είναι αντικείμενο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της προκειμένης αναιρετικής δίκης.
Εξ άλλου η προκειμένη αναιρετική δίκη δεν αφορά την κατάταξη με τον προσβαλλόμενο πίνακα, ούτε μετά την αναμόρφωσή του από την προσβαλλόμενη απόφαση, των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων ως ενυποθήκων δανειστριών στα 2/3 του απελευθερούμενου ποσού, αλλά μόνο την κατάταξη με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως προνομιούχου δανειστή, αντί του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α., και την πριν από τη δικαστική αναμόρφωση κατάταξη με τον προσβαλλόμενο πίνακα του τετάρτου αναιρεσίβλητου οριστικού συνδίκου, ως εκπροσωπούντος τους 36 εργαζομένους αντί του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α.
στο ίδιο 1/3 του προς απελευθέρωση ποσού των 190.811.502 δραχμών. Με τα πιο πάνω διαδικαστικά δεδομένα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε παραδεκτά καθόσον αφορά τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτές ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθ. 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Μετά τα παραπάνω πρέπει: 1) Να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' όσον αφορά το πρώτο και τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο και τον οριστικό σύνδικο ως εκπροσωπούντα τους καταταγέντες 36 εργαζομένους και κατά το μέρος της μόνο: "που δικάζοντας επί της ουσίας μετά την παραδοχή των συνεκδικαθεισών τότε εφέσεων απέβαλε από τον προσβληθέντα πίνακα κατάταξης το σύνδικο της πιστώσεως για τις απαιτήσεις από τόκους των 36 εργαζομένων συνολικού ποσού 63.603.658 δρχ., και αντ' αυτού για το ίδιο ποσό κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο, αντί του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., απορρίπτοντος συγχρόνως επί της ουσίας και την ανακοπή του τελευταίου". 2) Να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, (όπου θα κριθεί ενιαία και η τυχόν ασκηθησομένη τριτανακοπή κατά της υπ' αριθ. 2612/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών), αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Να καταδικασθούν σ' ολόκληρο το πρώτο και ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, με την ιδιότητα που παρίστανται (μέσω της πτωχευτικής περιουσίας), ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (άρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.) μειωμένα κατά τη διάταξη του άρθ. 22 του Ν. 3693/1957, που ενεργεί αμφιμερώς, και ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση η νομική παράσταση του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
καλύφθηκε από όργανα του Ν.Σ.Κ. 3) Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης καθόσον αφορά τη δεύτερη και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων. και 4) Να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., με τις ίδιες πιο πάνω προϋποθέσεις στην εις το διατακτικό χωριστή δικαστική δαπάνη αυτών των αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν και είχαν και χωριστή νομική παράσταση (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 8544/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, ως προς το πρώτο και τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα Ελληνικό Δημόσιο και τον οριστικό σύνδικο ως εκπροσωπούντα τους 36 εργαζόμενους.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς τα αναιρούμενα κεφάλαια στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει σ' ολόκληρο τους πρώτο και τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 17-12-2007 αίτηση αναίρεσης ως προς τη δεύτερη και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. στη δικαστική δαπάνη χωριστά των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για κάθε μία στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ