Supreme Court dismisses appeal against bank's appeal, upholding lower court's free evaluation of documentary evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The bank argued that the court erred in evaluating documentary evidence and misinterpreted a declaration of intent, but the court found no such error. The court ruled that the lower court correctly exercised its free discretion in assessing the evidence and that the appeal lacked legal merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558, 559, 352, 339, 432 of the Code of Civil Procedure; An appeal requires legal interest and is inadmissible if the lower court merely evaluated documentary evidence without distorting its content or committing a diagnostic error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1026 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1026/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Δημήτριο Λαδά .
Των αναιρεσιβλήτων:1.Ψ1 κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παναγιώτη Πετρόπουλο και Γεώργιο Ορφανίδη και 2. της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΠΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και τελεί υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη νόμιμα από την μόνη εκκαθαρίστριά της, ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ρεκλό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4076/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 934/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιουνίου 2006 αίτησή της ως και τους από 27 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 26 Απριλίου 2007 έκθεση, της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Παναγιωτάκη με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου πρόσθετου λόγων από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ και την απόρριψη των λοιπών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, το οποίον υφίσταται όταν ο αναιρεσείων ηττήθηκε ολικώς ή μερικώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, πρέπει δε να απευθύνεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του που νίκησαν στη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση της δεύτερης από τους αναιρεσιβλήτους, ανώνυμης εταιρείας με την ΕΠΩΜΥΜΙΑ "ΑΠΚΟ ΑΒΕ" και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 27/12/1999 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της εν λόγω αντιδίκου της.
Επομένως η κρινομένη αίτηση της ενάγουσας απαραδέκτως απευθύνεται και κατά της ως άνω ηττημένης εναγομένης και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα παρακάτω κρίσιμα για τη διάγνωση της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά:
Η εταιρεία "ΑΠΚΟ ΑΒΕ" στις 20.10.1988 είχε ληξιπρόθεσμο χρέος προς την ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ανερχόμενο σε 5,3 δισεκατομμύρια δραχμές από τις αναφερόμενες στην απόφαση συμβάσεις: α) πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και β) δανείου για πάγιες εγκαταστάσεις. Την ανωτέρω ημερομηνία, αυτή με έγγραφή της, υπογραφόμενο από το δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο Ψ1 που ενεργούσε τότε μόνο ως νόμιμος εκπρόσωπός της πρότεινε στη εκκαλούσα Τράπεζα για τη συμβιβαστική ρύθμιση των ως άνω οφειλών της:α)άμεση καταβολή προς αυτήν ποσού 400.000.000 δραχμών για την άσκηση του δικαιώματος εξωνήσεως των μετοχών της εταιρίας ΕΒΓΑ ΑΒΕΕ, που βρίσκονταν στην κατοχή της εκκαλούσας τράπεζας, β) άμεση καταβολή του ποσού 900.000.000 δραχμών, γ) καθορισμό του υπολοίπου οφειλομένου κατά την 31-12-1988 ποσού σε 3.000.000.000 δρχ., εξοφλητέου εντόκως με 16 ετήσιες δόσεις.
Ως προς τις προτεινόμενες εγγυήσεις αυτές θα συνίστατο σε: α) ενέχυρο επί των μετοχών των εταιριών ΑΠΚΟ και ΕΒΓΑ, μετά δικαιώματος ψήφου, β) προσωπική εγγύηση του Ψ1 και γ) παροχή προσημειώσεως υποθήκης επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της ... συζύγου Ψ1 κειμένου στην ... , εκτάσεως 6000 τ.μ. περίπου, αξίας 300.000.000 δραχμών.
Στην ως άνω έγγραφη πρόταση συμβιβασμού της πρώτης εφεσίβλητης απάντησε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ΕΤΕ με το υπ' αριθμ. .... εμπιστευτικό έγγραφο της Διευθύνσεως Βιομηχανικών Χορηγήσεων που υπογράφεται από τους ... και ..., που απηύθυνε μόνο προς την πρώτη εφεσίβλητη, με τη φράση στην αρχή του εν λόγω εγγράφου "Κύριοι, ΑΠΚΟ ΑΕ".
Στο έγγραφο αυτό αναφέρονται τα ακόλουθα. "Σχετικά με τη ρύθμιση της ανωτέρω εταιρίας σας γνωρίζομε ότι οι υποβληθείσες προτάσεις σας έγιναν δεκτές, ως εξής:....α) καταβολή αμέσως μετρητοίς του ποσού των 1.300.000.000 δραχμών (από τα οποία 400 εκατομμύρια για την επαναγορά των μετοχών της ΕΒΓΑ), β) το υπόλοιπο του χρέους θα ανέρχεται σε 3 δισεκατομμύρια, γ) η εξόφληση θα γίνει με 15 ετήσιες δόσεις, εντόκως με το βασικό για κάθε περίπτωση χρηματοδοτήσεως επιτόκιο της Τράπεζας.... .
Οι τόκοι θα λογίζονται ... Η καταβολή των ετήσιων δόσεων θα αρχίσει." Από το συνδυασμό των δύο ανωτέρω εγγράφων, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι επήλθε πλήρης συμφωνία επί των υπό στοιχ. α' και β' όρων (καταβολές και τόκους), και ότι υπήρξε μικρή απόκλιση ως προς τον αριθμό των ετήσιων δόσεων, ενώ ως προς την καταβολή των τόκων και το ύψος του επιτοκίου δεν υπάρχει απόκλιση.
Τέλος, σχετικά με τις εγγυήσεις αναφέρεται ότι οι απαιτήσεις της εκκαλούσας θα ασφαλίζονταν, μεταξύ άλλων, με ενέχυρο επί μετοχών της ΕΒΓΑ με την προσωπική εγγύηση του Ψ1 με ενέχυρο επί μετοχών της ΑΠΚΟ, με εγγραφή βαρών ανάλογου ποσού σε προσφερόμενο αστικό ακίνητο στην ... δηλούμενης αξίας 300 εκατ. Δραχμών και με τις υφιστάμενες αλλά μη εξειδικευόμενες λοιπές εξασφαλίσεις.
Στις ... η πρώτη εφεσίβλητη (ΑΠΚΟ) απηύθυνε προς την εκκαλούσα (ΕΤΕ) έγγραφο, που υπογράφει πλέον ο .... ως Πρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλός της, στο οποίο αναφέρει στην αρχή "Σας ευχαριστούμε γιατί κατανοήσατε το αίτημα της εταιρίας μας και εγκρίνατε ρυθμίσεις των οφειλών της προς την Τράπεζα σας" και ακολούθως ότι οι μετοχές της ΕΒΓΑ ΑΒΕΕ που ανήκαν στην εταιρία έχουν πωληθεί και μεταβιβασθεί στο σύνολό τους προς τον Ψ1 ο οποίος έχει δεχθεί να τις προσφέρει ως ενέχυρο στην Τράπεζα μαζί με υποθήκη επί ακινήτου και την προσωπική του εγγύηση, προς ασφάλεια των υποχρεώσεων της ΑΠΚΟ, χωρίς όμως το έγγραφο αυτό να συνυπογράφεται ή να υπάρχει έγγραφη έγκρισή του από τον Ψ1.
Σε εκτέλεση μέρους των ανωτέρω που προτάθηκαν από την πρώτη εφεσίβλητη, ο δεύτερος με τις υπ' αριθμ. ...και ... συμβάσεις παρέσχε ως ενέχυρο στην εκκαλούσα, προς εξασφάλιση μεταξύ άλλων και της απαιτήσεως της τελευταίας από τον ανοικτό λογαριασμό, πλην των μετοχών της ΑΠΚΟ και 38.886 μετοχές εκδόσεως της ΕΒΓΑ.
Στη συνέχεια το Εφετείο αφού παραθέτει το περιεχόμενο: α) του από 4.7.1989 εγγράφου της αναιρεσείουσας προς την ΑΠΚΟ που περιείχε ρυθμίσεις σχετικά με την αναλογία παγίων και κεφαλαίων κινήσεως επί του υπολοίπου, μετά την εξόφληση με τον άνω τρόπο 1.300.000.000 δρχ., ποσού των 3 δισεκατομμυρίων, του ύψους του επιτοκίου καθενός χρέους, την έναρξη της περιόδου χάριτος και αφετηρία υπολογισμού τόκων, και β) του από 18.10.1989 της ΑΠΚΟ προς την αναιρεσείουσα τράπεζα, στο οποίο διαλαμβάνονταν νέες προτάσεις από τους ...
Πρόεδρο του ΔΣ, και ... Γενικό Διευθυντή της ΑΠΚΟ, ως προς τη ρύθμιση του χρέους των 3 δισεκατομμυρίων, αναφέρει στο τέλος ότι στο έγγραφο αυτό δεν θίγεται έστω και έμμεσα το ζήτημα της προσωπικής εγγύησης του δεύτερου εφεσιβλήτου, και ότι αντίθετα ζητείται εκ μέρους της εφεσίβλητης εταιρείας να μη εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του οικοπέδου κυριότητας μέλους της οικογένειας Ψ1.
Ακόμη το Εφετείο αφού αναφέρεται στο περιεχόμενο άλλων επιστολών που αντάλλαξαν η ΑΠΚΟ και η αναιρεσείουσα, και αφορούν αιτήματα της πρώτης για τη ρύθμιση του χρέους και τις θέσεις της αναιρεσείουσας επ' αυτών, αναφέρει στη συνέχεια και τα εξής: Στις 27.7.1990 ο δικηγόρος Δ1 ενεργών, όπως προκύπτει από το υπό την ίδια ημεροχρονολογία έγγραφο, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ψ1 αναφερόμενος στην σύμβαση παροχής εγγυήσεως μεταξύ της Τράπεζας και του κ.
Ψ1 διευκρινίζει ότι: 1) με βάση τα συμφωνηθέντα η εγγύηση δίδεται για το ποσό των 3.000.000.000 δραχμών και όχι για το σύνολο των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις μέχρι σήμερα συναφθείσες μεταξύ της ΑΠΚΟ ΑΕ και της Τραπέζης σας συμβάσεις δανείου και συναφών οικονομικών συναλλαγών, 2) δεν ζητήθηκε από τον Ψ1 και ούτε συμφωνήθηκε παραίτηση από την ένσταση διζήσεως ούτε και άλλες παραιτήσεις από δικαιώματά του που σχετίζονται με την παρεχόμενη εγγύηση.
Και καταλήγει κατά λέξη "Είμαι πρόθυμος να συνεργαστώ μαζί σας στη διαμόρφωση του τελικού σχεδίου της συμβάσεως παροχής εγγυήσεως προκειμένου να υπογραφεί το συντομότερο δυνατόν". Τελικώς η εκκαλούσα με το υπ' αριθμ. ... εμπιστευτικό έγγραφο της Διεύθυνσης Χρηματοδοτήσεων Μεγάλων Επιχειρήσεων, απευθυνόμενο προς την πρώτη εφεσίβλητη, αφού αναφέρεται σε σειρά εγγράφων της στα οποία αποτυπώνονται οι θέσεις της σε σχέση με τις οφειλές της ΑΠΚΟ ΑΕ, μεταξύ των οποίων το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ..., προσθέτει, μεταξύ άλλων, ότι η προσωπική εγγύηση του Ψ1 "δεν είναι η στερεότυπος ανεπιφύλακτη εγγύηση που δίδεται στις τράπεζες αλλά άλλης μορφής ή περιεχομένου".
Περαιτέρω το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι με τα δύο πρώτα αναφερόμενα έγγραφα, ήτοι το από 20.10.1988 της ΑΠΚΟ, που υπέγραφε ο αναιρεσίβλητος και το από 30.11.1988 της αναιρεσείουσας προς την ΑΠΚΟ είχε καταρτισθεί ολοκληρωμένη σύμβαση ρυθμίσεως των χρεών της ΑΠΚΟ, η οποία φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως συμβιβασμού, και ότι ερμήνευε τις δηλώσεις τους, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μόνο ως προς τα κενά που εμφάνιζαν σε σχέση με τον αριθμό των δόσεων και του χρόνου λήξης της περιόδου χάριτος, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση, δέχθηκε και τα εξής: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα σε σχέση με την επικαλούμενη από την εκκαλούσα εταιρία σύμβαση εγγυήσεως ή προσύμφωνο εγγυήσεως του εφεσίβλητου Ψ1 προς αυτήν για τα χρέη της εταιρίας ΑΠΚΟ ΑΕ, δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε ποτέ τέτοια σύμβαση ή προσύμφωνο εγγύησης μεταξύ των διαδίκων αυτών (ΕΤΕ και Ψ1) Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά και για δικό του λογαριασμό ο δεύτερος εφεσίβλητος (Ψ1) πρότεινε την εγγύηση ή συμφώνησε να καταρτισθεί σύμβαση εγγύησης μεταξύ αυτού ως εγγυητή και της ΕΤΕ ως δανείστριας για την εξασφάλιση της ως άνω απαίτησής της κατά της ΑΠΚΟ ΑΕ.
Και είναι μεν γεγονός ότι στις αρχικές διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της σύμβασης συμβιβασμού μεταξύ ΕΤΕ και ΑΠΚΟ ΑΕ την τελευταία εκπροσώπησε αυτός (ο Ψ1) ότι αυτός ήταν από τους κυρίου μετόχους της ΑΠΚΟ ΑΕ και ότι συνέβαλε αποφασιστικά για την κατάρτιση του συμβιβασμού με την εξαγορά απ' αυτόν των μετοχών της ΕΒΓΑ, με ευνοϊκό βέβαια γι' αυτόν τίμημα, και ότι η εκκαλούσα στο πρόσωπο αυτού απέβλεπε για την κατά το δυνατό καλύτερη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ΑΠΚΟ ΑΕ, πλην όμως δεν κατέληξαν ποτέ στην κατάρτιση οιουδήποτε εγγράφου εγγύησης, με την υπογραφή του Ψ1 ως εγγυητή για τα χρέη της ΑΠΚΟ ΑΕ είτε ως απλού εγγυητή είτε με ευθύνη αυτοφειλέτη είτε σε κατάρτιση εγγράφου με το οποίο ανελάμβανε την υποχρέωση να συναφθεί μεταξύ αυτού και της ΕΤΕ σύμβαση εγγύησης αυτού για τα χρέη της ΑΠΚΟ ΑΕ.
Έτσι, αφού δεν καταρτίστηκε ποτέ έγγραφη, για να είναι σύννομη, σύμβαση εγγυήσεως ή προσύμφωνο εγγυήσεως παρά τις σχετικές διαπραγματεύσεις (βλ. Ιδιαίτερα την από 27.7.1990 επιστολή του τότε δικηγόρου του Ψ1 , Δ1 αυτός (Ψ1) δεν έγινε εγγυητής ούτε υποχρεούται να καταρτίσει σύμβαση εγγυήσεως με την ΕΤΕ για τα χρέη της ΑΠΚΟ Α.Ε., ανεξαρτήτως του αν η συμπεριφορά του διαδίκου αυτού ή (και) του τότε εκπροσωπούντος αυτόν δικηγόρου εγγίζει τα όρια της αντίθεσης της με την ευθύτητα, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, επισημαίνοντας όμως ότι συνέβαλε σ' αυτό και η ολιγωρία των τότε οργάνων της εκκαλούσας για έγκαιρη, έγκυρη και σαφή δέσμευση του εφεσίβλητου Ψ1 ως εγγυητή ή ως υποσχόμενου την κατάρτιση συμβάσεως εγγυήσεως με παραίτηση του μάλιστα από την ένσταση της διζήσεως ως ισχυρίσθηκε όλως αβάσιμα η εκκαλούσα.
Εξάλλου ούτε οιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχοντας ειδική εντολή του Ψ1 κατάρτισε τελικά για λογαριασμό αυτού σύμβαση εγγυήσεως ή προσύμφωνο εγγυήσεως προς τη ΕΤΕ για τα χρέη της ΑΠΚΟ ΑΕ. Επομένως αφού δεν καταρτίσθηκε ποτέ έγκυρο έγγραφο σύμβασης εγγυήσεως ή προσύμφωνο εγγυήσεως με εγγυητή ή με υποσχόμενο την παροχή εγγύησης τον Ψ1 ο τελευταίος ουδεμία ευθύνη υπέχει προσωπικώς (με την ατομική του περιουσία) για το χρέος που συμφωνήθηκε να καταβάλει συμβιβαστικά στην ΕΤΕ η οφειλέτρια ΑΠΚΟ ΑΕ με οιοδήποτε περιουσιακό της στοιχείο".
Με τις παραδοχές αυτός το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την από 27.12.1999 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, ως εγγυητής, να καταβάλει εις ολόκληρο με την ΑΠΚΟ ΑΒΕ το ποσό του συμβιβασμού [τρία δισεκατομμύρια δρχ. εντόκως από 30.11.1988], άλλως να καταδικασθεί κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ να προέλθει σε κατάρτιση με την αναιρεσείουσα συμβάσεως εγγυήσεως για την πληρωμή του άνω ποσού.
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι : Το Εφετείο ούτε αμέσως αλλά ούτε και εμμέσως προέβη σε διαπίστωση κενού στις περιεχόμενες στο από 20/10/1998 έγγραφο (έγγραφη πρόταση της εταιρίας ΑΠΚΟ ΑΒΕ) δηλώσεις βουλήσεως ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια των δηλώσεων αυτών και το αντικείμενο τους, αφού δέχθηκε ότι σαφώς προκύπτει από αυτό (έγγραφο) ότι περιέχει δηλώσεις βουλήσεως της εταιρείας ΑΠΚΟ ΑΒΕ, ο δε υπογράφων αυτό Ψ1 ενεργούσε μόνον ως εκπρόσωπος του νομικού προσώπου της εν λόγω εταιρείας και όχι (συγχρόνως) και ατομικώς.
Η αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης σε άλλα έγγραφα, όπως το από 30/11/1988 έγγραφο της ΕΤΕ προς την ΑΠΚΟ ΑΒΕ και το 18/10/1989 έγγραφο της ΑΠΚΟ προς την ΕΤΕ, δεν περιέχει έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, διότι είναι προφανές ότι γίνεται όχι προς άντληση επιχειρημάτων προς τον σκοπό της ερμηνευτικής καλύψεως ελλείμματος σαφήνειας του από 20/10/1998 εγγράφου, αλλά είτε ως εκ περισσού είτε προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να περιέχεται δήλωση του Ψ1 περί εγγυήσεως σε άλλο έγγραφο.
Εξάλλου, η επιστολή του δικηγόρου Δ1 αναφέρεται από την αναιρεσιβαλλομένη σε σχέση με το ζήτημα των διαπραγματεύσεων προς σύναψη συμβάσεως εγγυήσεως και όχι προς άντληση επιχειρήματος για την έννοια των περιεχομένων στο από 20/10/1998 έγγραφο δηλώσεων βουλήσεως. Κατ' ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, το Εφετείο, μη προσφεύγοντας σε αυτές, δεν τις παραβίασε, οι δε αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚπολΔ, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου και τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι αυτό διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της κρίσεώς του και του ζητήματος, αν ο πρώτος από τους αναιρεσιβλήτους ευθύνεται ή όχι ως εγγυητής κατά τις διατάξεις των άρθρων 847 και 849 ΑΚ, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Ο τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 415 και 197, 198, 207 ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν προέβη σε εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Ο από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚπολΔ, λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά την άνω βεβαίωση, από το περιεχόμενο και ιδίως τις αιτιολογίες της αποφάσεως καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως όταν με αυτόν προβάλλεται αιτίαση για μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο φέρεται ότι συνάγεται, η ομολογία αυτή.
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που είχε νομίμως επικαλεστεί για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, α] την από 26.10.1994 συμφωνία για διαιτησία που περιείχε ομολογία του αναιρεσίβλητου περί του ότι είχε παράσχει άλλως είχε υποσχεθεί την παροχή εγγυήσεως, β] την 24/1995 διαιτητική απόφαση που δέχθηκε συντελεσμένη τη σύμβαση εγγυήσεως, και γ] την από 31.10.1995 επιστολή του Ψ1 προς την αναιρεσείουσα, στην οποία επίσης περιέχεται εξώδικη ομολογία του περί της παροχής της επίμαχης εγγυήσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, αλλά και από το όλο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα τα δύο πρώτα εκ των οποίων μάλιστα ρητώς μνημονεύει. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, διότι προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια των περιεχομένων στο από 20/10/1998 έγγραφο δηλώσεων βουλήσεως, πράγμα που δεν συντρέχει σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Σύμφωνα με το άρθρο 352 ΚπολΔ, πλήρη απόδειξη αποτελεί μόνον η δικαστική ομολογία που γίνεται προφορικά ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως είναι η περιεχόμενη σε έγγραφα που εκδίδονται από διάδικο, είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το από 31.10.1995 έγγραφο [άλλη επιστολή] του Ψ1 προς την αναιρεσείουσα, από το οποίο, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, προέκυπτε εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί της παροχής της εγγυήσεως. Εφόσον επομένως το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις το περιέχον την ανωτέρω εξώδικη ομολογία προαναφερόμενο έγγραφο, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη που έχει το αποδεικτικό αυτό μέσο και ο αντίθετος δεύτερος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, σε κάθε περίπτωση δε και αλυσιτελής, αφού προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας κατά τα ανωτέρω, πράγμα που δεν συντρέχει εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ., δηλαδή υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος με το να αποδώσει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό και μόνο, ή κυρίως σ' αυτό, στην περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (Ολ. Α.Π. 1/1999). Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, γιατί από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο συνάγεται ότι το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος από 20.10.1998 εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου επακριβώς παραθέτει στην απόφασή του, είναι δε αδιάφορο αν κατέληξε σε πόρισμα που η αναιρεσείουσα δεν θεωρεί ορθό.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 28/6/2006 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 934/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ