Legislator Case Law & Legislation
1026/2007 AI generated

1026/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1026/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4989/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3621/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιουλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 11 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Legislator headnote

AI generated

1026/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 4989/2003 απόφασή του απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, διότι έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία για την εκδίκασή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1026 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1026/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Παραθεριστικός και Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Στεγάσεως Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, εκπροσωπουμένου νομίμως από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ..... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Χατζηαποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, εδρεύοντος στην Αθήνα και εκπροσωπουμένου νομίμως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4989/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3621/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιουλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 11 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 Κ.Πολ.Δ, σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή ενός λόγου της εφέσεως, υποκαθιστά το πρωτοδικείο στα δικαιώματα αυτού και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει και επιλύσει όλα τα αναγκαία ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, όπως είναι και η νομική βασιμότητα της αγωγής, γιατί δεν ερευνάται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή, δυνάμενο έτσι να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκδίκαση δε της υποθέσεως κατ΄ ουσίαν, κατά την έννοια της διάταξης του τελευταίου πιο πάνω άρθρου, συνιστά και η έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 4989/2003 απόφασή του απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, διότι έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία για την εκδίκασή της.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, επειδή έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση της αγωγής, κράτησε την υπόθεση και ερεύνησε την αγωγή, την οποία και έκρινε ως μη νόμιμη και έτσι την απέρριψε.

Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο και υπό την αιτίαση, όπως ορθώς εκτιμάται, ότι το Εφετείο απαραδέκτως εξέτασε τη νομική βασιμότητα της αγωγής, απορρίπτοντάς την και χειροτερεύοντας τη θέση του αναιρεσείοντος, ως εκκαλούντος, χωρίς να έχει προταθεί η εξέτασή της με τη δική του έφεση ή με αντέφεση και ο οποίος έτσι είναι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου αυτού που επικαλείται ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος.

ΙΙ.- Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Ο ίδιος λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα σ΄ αυτήν.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων συνεταιρισμός, αφού αρχικώς εκθέτει στην ένδικη αγωγή του το όλο ιστορικό και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς του με το εναγόμενο Δημόσιο, καταλήγει με αυτήν, κατά τα αναφερόμενα και στο αναιρετήριο, κατά λέξη ως εξής: "Όθεν, υπό το φως των πρόσθεν ουσιαστικών πορισμάτων και της προπαρατεθείσης νομικής επιχειρηματολογίας και συλλογιστικής τεκμηριώνονται:

α) ότι είναι σύννομη η υπό κρίση αγωγή μας ως αναγνωριστική, περί του ότι καμιά ευθύνη ή υπαιτιότητα δεν υπέχει ο συν/σμός μας για την μη δόμηση στην αγορασθείσα επίδικη έκτασή του θερινών κατοικιών των μελών του εντός τριετίας από την ισχύ του Ν. 998/1979, ήτοι μέχρι 29-12-1992, όπως ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 50 του νόμου αυτού, λόγω αδυναμίας του από λόγο ανωτέρας βίας, καθόσον η εκπλήρωση της ρηθείσης υποχρέωσής του εξαρτώνταν απολύτως από την προηγουμένη συντέλεση της ΟΙΚΙΣΤΙΚΗΣ αναγνώρισης της έκτασής του με πράξη της Διοίκησης, η οποία όμως καθυστερεί ακόμα από ευθύνη και υπαιτιότητα της Διοίκησης, η οποία περιήλθε σε υπερημερία, κι΄ ότι συνεπώς η πιο πάνω προθεσμία τελεί σε αναστολή μέχρις ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία οικιστικής αναγνώρισης της επίδικης έκτασης εκ μέρους του Δημοσίου και καταστεί έτσι εφικτή η δυνατότητα έκδοσης οικοδομικών αδειών προς δόμηση των θερινών κατοικιών των μελών μας, β)ότι ο συν/σμός μας έχει έννομο συμφέρον προς έγερση της ένδικης αγωγής με το πιο πάνω αναγνωριστικό αίτημα, του εν λόγω συμφέροντός του εγκειμένου στο ότι διατηρεί την προσδοκία και το δικαίωμα κτήσης της κυριότητας της επίδικης έκτασής του, παραχωρηθείσης σ΄ αυτόν προσωρινά μόνο κατά νομή".

Στη συνέχεια επακολουθεί το αιτητικό της αγωγής, που έχει, επίσης κατά λέξη, ως εξής: "ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ, Να γίνει δεκτή η αγωγή μας. Να αναγνωρισθεί, για τους λόγους που εκτίθενται στην αγωγή μας λεπτομερώς, ότι η ορισθείσα στην παρ. 5 του άρθρου 998/1979 τριετής προθεσμία προς ανέγερση θερινών κατοικιών επί της παραχωρηθείσης (εκποιηθείσης) στον συν/σμό μας έκτασης εξήντα (60) στρεμμάτων στη θέση "....." ..... - Χαλκιδικής, όπως αυτή προσδιορίζεται ως προς τα πέριξ όριά της στο ιστορικό, και της οποίας έκτασης έχει μόνο τη νομή, διατηρών το δικαίωμα ν΄ αποκτήσει και την κυριότητά της, τελεί σε αναστολή λόγω ανωτέρας βίας κι αδυναμίας του συν/σμού μας όπως εκπληρώσει την ειρημένη υποχρέωσή του, ένεκα της μη πλήρωσης του όρου και της αίρεσης που ορίζει η πιο πάνω διάταξη νόμου, περί της προηγουμένης οικιστικής αναγνώρισης της έκτασής μας εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου, από αποκλειστική δική του υπαιτιότητα και υπερημερία κι ότι η αναστολή αυτή θέλει ισχύσει μέχρις ότου συντελεσθεί νομίμως η οικιστική αναγνώριση της έκτασής μας και καταστεί εφικτή η έκδοση οικοδ.

Αδειών προς δόμηση των θερινών κατοικιών των μελών του συν/σμού μας". Το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) οικοδομικός συνεταιρισμός εκθέτει στην από 17-9-2001 αγωγή του, ότι, μετά από διεξαχθείσα δημοπρασία, με απόφαση και προσωρινό τίτλο που εκδόθηκε από τον Υπουργό Γεωργίας, το έτος 1963, παραχωρήθηκε σ΄ αυτόν προσωρινά κατά νομή, προκειμένου να δημιουργηθεί οικισμός θερινής διαμονής των μελών του, η περιγραφόμενη στο εισαγωγικό δικόγραφο δημόσια δασική έκταση, με την υποχρέωση, σύμφωνα με εγκριτική απόφαση του ίδιου Υπουργού, αυτή (έκταση) να ρυμοτομηθεί, κατατμηθεί και διανεμηθεί στα μέλη του συνεταιρισμού, ώστε εκείνα να εκπληρώσουν το σκοπό της παραχώρησης, εντός τριετίας από την εγκατάσταση τούτου σ΄ εκείνη.

Ότι, καίτοι παρήλθε η ορισθείσα τριετία, αλλά και η δοθείσα με υπουργική απόφαση παράταση της αρχικής προθεσμίας μέχρι 31-12-1969, δεν κατέστη δυνατή η δημιουργία οικισμού στην παραχωρηθείσα έκταση εξ αποκλειστικής υπαιτιότητος των οργάνων του εναγόμενου Δημοσίου, τα οποία αδράνησαν ως προς την έγκριση της μελέτης του οικισμού, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί έκπτωτος ο ενάγων κάθε δικαιώματος με απόφαση του οικείου Νομάρχη.

Ότι, μετά την ισχύ του Ν. 947/1979 και την, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 50 παρ. 5 του νόμου τούτου, επανάκτηση του δικαιώματος κτήσης οριστικού τίτλου μεταβίβασης της κυριότητος, ο ενάγων επαναδραστηριοποιήθηκε, πλην όμως ματαίως, διότι και πάλι τα όργανα του Δημοσίου αδράνησαν ως προς την ένταξη της παραχωρηθείσας έκτασης σε οικιστική περιοχή, με αποτέλεσμα να παρέλθει άπρακτη η από το νόμο τεθείσα νέα προθεσμία.

Και ότι, με το ιστορικό αυτό, ζητεί να αναγνωριστεί, ότι η προαναφερόμενη τριετής προθεσμία τελεί σε αναστολή, λόγω αδυναμίας του ενάγοντος να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, εξαιτίας της αποκλειστικής υπαιτιότητας και υπερημερίας του εναγομένου, που οφείλονται στην ανωτέρω αδράνεια των οργάνων του. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση το πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής, όπως το εκτίμησε, έκρινε ότι με αυτήν "εισάγεται ανεπιτρέπτως αίτημα, προκειμένου να γνωμοδοτήσει το Δικαστήριο, περί του νομικού ζητήματος", εάν η ταχθείσα από το νόμο (άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 998/1979), ως άνω τριετής προθεσμία τελεί σε αναστολή εκ της αναφερόμενης στο αγωγικό δικόγραφο αιτίας" και με τη σκέψη αυτή, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή ως μη νόμιμη.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, αφού έλαβε υπόψη, κατά τα προεκτιθέμενα, από τους περιεχόμενους στην αγωγή, για τη θεμελίωσή της, ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς και τους προαναφερομένους, που ο αναιρεσείων αναφέρει στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο τους αγνόησε για το σχηματισμό της κρίσης του.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και τρίτος κατά το τμήμα του από τον ίδιο αριθμό, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ.- Ο από τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε από την αντίφαση να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση ή τη διάπλαση που έλαβε χώρα για τις σχέσεις των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 13/95). Δεν ιδρύεται, αντίθετα, ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού. Με τον τρίτο, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο ενώ αρχικώς έκρινε ότι με την αγωγή εισάγεται προς επίλυση ιδιωτική διαφορά μεταξύ του ενάγοντος συνεταιρισμού και του Δημοσίου, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η προδιαληφθείσα τριετής προθεσμία τελεί σε αναστολή, για την οποία (διαφορά) δέχτηκε ότι έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια, στη συνέχεια, με αντιφατική διάταξη έκρινε ότι πρόκειται περί αιτήματος για παροχή γνωμοδότησης. Όμως η προβαλλόμενη αυτή αιτίαση δεν συνιστά αντίφαση με την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια και έτσι ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι απαράδεκτος.

IV.- Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 44/90). Επομένως ο τρίτος, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, είναι επίσης προεχόντως απαράδεκτος.

IV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειούμενα κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2005 αίτηση του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Παραθεριστικός και Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Στεγάσεως Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ΣΥΝ.Π.Ε.", για αναίρεση της 3621/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ