Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds, remands case for retrial with new judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment, rejecting the defendant's claim of abuse of right regarding child allowance. While the court found the defendant's general financial burden argument vague and insufficient to prove abuse, it acknowledged the specific member's valid concerns about budgetary impact. Consequently, the judgment was annulled and the case remanded for retrial before a newly constituted court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 560 of the Code of Civil Procedure; Abuse of right is established only when prior conduct and the resulting situation create a reasonable expectation of violation of legal limits, requiring specific factual circumstances rather than vague general assertions of financial burden.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1026 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1026/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 498/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3458/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2004 αίτησή της και τους από 14/4/2005 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 22/3/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο πρόσθετος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα 1236/11-1-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 17-5-2005, όταν αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (άρθρ. 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 126 παρ. 1 εδαφ. α΄, 128 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) η οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης. Εξάλλου όπως προκύπτει από την 1669/15-4-2005 έκθεση επιδόσεως του παραπάνω δικαστικού επιμελητή επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ακριβές αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ.
ΑΠ 8/2001). Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με τη προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Εν προκειμένω από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι α) με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη που απασχολείτο στην αναιρεσείουσα ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ζήτησε να της καταβληθεί επίδομα για τα δύο ανήλικα τέκνα της του χρονικού διαστήματος από 1-1-1996 μέχρι 23-4-2001, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν της κατέβαλε, β) η αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για τη λήψη του ένδικου επιδόματος ισχυρισθείσα ειδικώτερα: 1) ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε τα οριζόμενα σε σχετική εγκύκλιό της δικαιολογητικά για τη λήψη του ένδικου επιδόματος με συνέπεια να δημιουργηθεί στην αναιρεσείουσα η εντύπωση ότι δεν θα εζητείτο η καταβολή του επιδόματος 2) ότι η αναιρεσίβλητη επί σειρά ετών μέχρι το έτος 2001 αδράνησε να διεκδικήσει το επίδομα ή έστω να διατυπώσει έγγραφη αντίρρηση, μολονότι στις μηνιαίες εκκαθαρίσεις της μισθοδοσίας της περιείχετο πρόσκληση να εκφέρει εγγράφως εντός διμήνου τις τυχόν αντιρρήσεις της, άλλως θα εθεωρείτο ότι συμφωνεί με την εκκαθάριση των αποδοχών της 3) ότι σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών και όσων αναμένεται βασίμως ότι θα ασκηθούν σχετικά με την καταβολή του ένδικου επιδόματος θα προκληθεί οικονομική επιβάρυνση στην αναιρεσείουσα 11.500.000 δρχ.
μηνιαίως και ετησίως 161.000.000 δρχ. και συνολικά για το χρονικό διάστημα από του έτους 1994 και εντεύθεν 1.127.000.000 δρχ. πλέον τόκων, που θα προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγίανσης των Ν. 2271/94 και 2602/98 με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι τα παραπάνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξιώσεως, η οποία αφορά σε καταβολή των ελαχίστων νομίμων ορίων αποδοχών ή άλλων εργατικών δικαιωμάτων. Με τη κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επομένως δε πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι στην ουσία τους ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
ως και ο πρόσθετος λόγος να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). ΄Ένα όμως μέλος του δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Χρ. Μπαλντάς, έχει την εξής γνώμη :
Κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο ως προς τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την καταβολή σε αυτήν επιδόματος τέκνων, αυτή (αναιρεσείουσα) προέβαλε εκτός άλλων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και σε σχέση με την επιβληθείσα δυσβάστακτη οικονομική της επιβάρυνση και τον κλονισμό του προϋπολογισμού της από την ικανοποίηση της αξιώσεως της αντιδίκου της, ότι εκ της καταβολής του εν λόγω επιδόματος σε όλο το θήλυ προσωπικό της, που έχει ομοειδείς απαιτήσεις και που άσκησε ή μετά βεβαιότητας θα ασκήσει σχετικές αγωγές η επιβάρυνσή της θα ανέλθει στο ποσόν των 4.500.000.000 δραχμών μηνιαίως, πλέον τόκων και εξόδων.
Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το μέρος τούτο, όπως φέρεται με το αναιρετήριο ότι προβλήθηκε, είναι πράγματι αόριστος. Τούτο διότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτόν (ισχυρισμό) συγκεκριμένα, για δυσβάστακτες από την ικανοποίηση της αξιώσεως της αναιρεσιβλήτου, πραγματικά περιστατικά, όπως η λεπτομερής οικονομική της αναιρεσείουσας κατάσταση, δηλαδή το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων, το σύνολο των ετησίων εσόδων και εξόδων (εισπράξεων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων), το βαθμό μέχρι του οποίου επηρρεάζεται η κατάστασή της (περιουσιακή) αυτή από την ικανοποίηση των αξιώσεων της αντιδίκου της και των λοιπών εργαζομένων της όπως και τα αίτια της δυσμενούς πορείας των οικονομικών της, επιπλέον δε δεν προσδιορίζονται αναλυτικά οι τυχόν αξιώσεις των λοιπών εργαζομένων, ενόψει μάλιστα του επικαλουμένου ως άνω ιδιαιτέρως μεγάλου ποσού της μηνιαίας επιβαρύνσεώς της, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια απαιτήσεως από την αντίδικόν της και η τοιαύτη ερεύνης και κρίσεως από το δικαστήριο.
Ενόψει δε και του ότι τα λοιπά ως άνω προβληθέντα πραγματικά περιστατικά προς συγκρότηση του εν λόγω ισχυρισμού της αναιρεσειούσης δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, το ως Εφετείον δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, που απέρριψε ως νομικά αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, ορθώς κατ΄ αποτέλεσμα έκρινε, γι΄ αυτό και έπρεπε ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι οι άνω αναιρετικοί λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3458/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ