Legislator Case Law & Legislation
1025/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on work injury compensation, rejecting arguments regarding causation and contributory negligence percentages.

Case Number 1025/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a transport company and its employee against a labor court judgment awarding compensation for a worker's death. The appellants argued that the deceased was not present long enough to avoid the accident and contested the assigned percentage of contributory negligence. The court rejected these claims, ruling that the lower court's assessment of facts and the specific percentage of fault were matters of judicial evaluation not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the substantive judgment of the lower court regarding the degree of fault and the percentage of contributory negligence constitutes a judicial evaluation of facts exempt from appellate scrutiny.

Keywords

AI generated
work injury compensation contributory negligence appellate review limitation judicial evaluation of facts labor court judgment causation in death costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1), (2) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1025 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1025/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "T. TRANSPORT AND LOGISTICS IKE", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και 2) Π. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεοδώρας Γιαννακοπούλου, η οποία συμπαρίσταται δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Κωνσταντινίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Τ. του Δ., χήρας Α. Τ. και 2) Μ. Τ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Λεωνίδα Θεοδώρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 2189/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 448/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-8-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 17.08.2022 και με αριθμό κατάθεσης 802/65/17.08.2022, αίτηση αναίρεσης κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των, εν προκειμένω, διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 448/18.07.2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν (μεταξύ των άλλων) την, από 27.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 8590/589/2021, έφεση των δύο (2) πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 2189/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την, από 23.07.2020 και με αριθμό κατάθεσης 5775/2705/2020, αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, συγγενών (συζύγου της πρώτης και αδελφού της δεύτερης) του θανόντος σε εργατικό ατύχημα, μισθωτού της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας, Ν. Τ., περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο αυτού, ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες και τον, μη διάδικο εν προκειμένω, τρίτο εναγόμενο Μ. Μ., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών και τα λοιπά δικαιούμενα πρόσωπα για τις αξιώσεις τους που αφορούν εργατικό ατύχημα δικαιούνται να ασκήσουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερόμενο νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνον οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης που αφορά εργατικό ατύχημα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνον η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας, που ορίζεται στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 1365/2023, 676/2023, 518/2021, 425/2018).

Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Ακόμη, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην εν λόγω περίπτωση, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ (ΑΠ 1365/2023, 676/2023, 425/2018).

Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με τον ν. 3850/2010 "Kύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων", oι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 2 παρ. 2, 3 και 4 εξαιρέσεων (ΑΠ 1365/2023, 425/2018), για τις οποίες δεν πρόκειται στην εξεταζόμενη περίπτωση.

Ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, περιέχει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων και την προστασία της υγείας και της ασφάλειας, την εξάλειψη των συντελεστών κινδύνου των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, την ενημέρωση, τη διαβούλευση, την ισόρροπη συμμετοχή, την κατάρτιση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, καθώς και τους κανόνες για την εφαρμογή των γενικών αυτών αρχών.

Ειδικότερα, στο άρθρο 8 του νόμου αυτού προβλέπεται η υποχρεωτική απασχόληση τεχνικού ασφαλείας στις επιχειρήσεις, ενώ στο άρθρο 12 αυτού, οι προϋποθέσεις με τις οποίες επιτρέπεται να αναλάβει ο ίδιος ο εργοδότης τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του. Κατά το άρθρο 14 παρ.2 β του νόμου αυτού, ο τεχνικός ασφαλείας ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης, κατά δε το άρθρο 15 παρ. 2α και β αυτού, μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους, συμμετέχει δε στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας.

Στο άρθρο 42, με τον τίτλο γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών, στην παρ. 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων, στη δε παρ. 6.δ ότι υποχρεούται να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους' στο άρθρο 43 του νόμου αυτού, με τον τίτλο ειδικές υποχρεώσεις εργοδοτών, ορίζεται ότι ο εργοδότης οφείλει να έχει στη διάθεση του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ομάδες εργαζομένων που εκτίθενται σε ιδιαίτερους κινδύνους, η οποία (εκτίμηση).

πραγματοποιείται από τους τεχνικό ασφάλειας, ενώ στο άρθρο 48 παρ. 1 και 2 ορίζεται ότι ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών επ' ευκαιρία: α) της πρόσληψης του, β) τυχόν μετάθεσης ή αλλαγής καθηκόντων, γ) εισαγωγής ή αλλαγής εξοπλισμού εργασίας και δ) εισαγωγής νέας τεχνολογίας που αφορά ειδικά τη θέση εργασίας ή τα καθήκοντα του, η δε εκπαίδευση αυτή πρέπει:

α) να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων και β) αν χρειάζεται, να επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εξάλλου, το π.δ/μα 395/1994, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2.

Οι διατάξεις του εφαρμόζονται επιπλέον των γενικών διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας που ισχύουν κάθε φορά και εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο κατατάσσονται (εκτός των αναφερομένων στην παρ. 4 εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται στην εξεταζόμενη περίπτωση).

Στο άρθρο 2 αυτού ορίζεται ότι, για τους σκοπούς του π.δ/τος αυτού, νοείται ως: 1. εξοπλισμός εργασίας: κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία, 2. χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας: κάθε δραστηριότητα σχετική με τον εξοπλισμό εργασίας, όπως η θέση σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας, η χρήση, η μεταφορά, η επισκευή, η μετατροπή, ο προληπτικός έλεγχος και η συντήρηση, συμπεριλαμβανομένου και του καθαρισμού, 3.

επικίνδυνη ζώνη: κάθε ζώνη εντός ή και πέριξ του εξοπλισμού εργασίας στην οποία εκτιθέμενος ο εργαζόμενος υπόκειται σε κίνδυνο, όσον αφορά την ασφάλεια ή την υγεία του, 4. εκτιθέμενος εργαζόμενος: κάθε εργαζόμενος που βρίσκεται εξολοκλήρου ή εν μέρει σε επικίνδυνη ζώνη και 5. χειριστής: Ο εργαζόμενος που είναι επιφορτισμένος με τη χρήση εξοπλισμού εργασίας, στο δε άρθρο 3 παρ. 3 αυτού ορίζεται ότι ο εργοδότης, όταν δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί πλήρως η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων, κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας, λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β' περ. α, του π.δ. αυτού, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του π.δ. 89/1999, στα πλαίσια της ενημέρωσης των εργαζομένων σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο εργοδότης πρέπει να εφιστά την προσοχή των εργαζομένων στους κινδύνους που τους αφορούν, σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας που υπάρχει στο άμεσο εργασιακό τους περιβάλλον.

Επιπλέον, στο άρθρο 2.3. του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ I (Ελάχιστες προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1), που προσαρτάται στο άρθρο 9 του π.δ. αυτού ως αναπόσπαστο μέρος του, ορίζεται ότι ο χειριστής πρέπει να μπορεί, από την κύρια θέση χειρισμού, να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στις επικίνδυνες ζώνες.

Εάν αυτό είναι αδύνατο, κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία πρέπει αυτομάτως να προηγείται ένα ασφαλές σύστημα, όπως ένα ηχητικό ή οπτικό προειδοποιητικό σήμα. Ο εκτιθέμενος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο και τα μέσα να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί η εκκίνηση ή η παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας, στο δε ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙI (Διατάξεις για τη χρησιμοποίηση των εξοπλισμών εργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 4), που επίσης προσαρτάται στο άρθρο 9 του π.δ.

αυτού ως αναπόσπαστο μέρος του, στο άρθρο 1 αυτού, που αναφέρεται στις γενικές διατάξεις που ισχύουν για όλους τους εξοπλισμούς εργασίας, στην περίπτωση 1.1. αυτού ορίζεται ότι οι εξοπλισμοί εργασίας πρέπει να εγκαθίστανται, να διευθετούνται και να χρησιμοποιούνται κατά τρόπο ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος για τους χρήστες του εξοπλισμού εργασίας και τους λοιπούς εργαζόμενους, π.χ.

φροντίζοντας να υπάρχει αρκετός ελεύθερος χώρος μεταξύ των κινητών τους στοιχείων και των σταθερών η κινητών στοιχείων που τα περιβάλλουν και όλες οι μορφές ενέργειας ή οι ουσίες που χρησιμοποιούνται ή παράγονται να μπορούν να διοχετεύονται ή/και να απομακρύνονται με ασφάλεια, στο δε άρθρο 2 αυτού, που αναφέρεται στις διατάξεις για τη χρησιμοποίηση κινητών εξοπλισμών εργασίας, αυτοκινούμενων ή μη, στην περίπτωση 2.2.

αυτού ορίζεται ότι εάν ένας εξοπλισμός εργασίας κινείται μέσα σε ζώνη εργασίας, πρέπει να θεσπίζονται και να εφαρμόζονται κατάλληλοι κανόνες ασφαλούς κυκλοφορίας και στην περίπτωση 2.3. αυτού ορίζεται ότι πρέπει να λαμβάνονται οργανωτικά μέτρα ώστε να αποφεύγεται η παρουσία πεζών εργαζομένων στη ζώνη εργασίας αυτοκινούμενων εξοπλισμών εργασίας.

Εάν επιβάλλεται η παρουσία πεζών εργαζομένων για την καλή εκτέλεση των εργασιών, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή του τραυματισμού τους από τους εξοπλισμούς.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 732/2023, 517/2021, 556/2020, 836/2019, 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Η πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), είναι ιδιότυπη μεταφορική κεφαλαιουχική εταιρία, με έδρα τον Δήμο Περάματος, με σκοπό και αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την εκτέλεση υπηρεσιών αποστολής και προώθησης εμπορευμάτων, εθνικώς και διεθνώς, την παροχή σχεδιασμού μεταφορών (logistics), την ανά τον κόσμο διεκπεραίωση μεταφορών, την παραλαβή, συγκέντρωση, συσκευασία, ταξινόμηση και αποθήκευση των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, την παροχή υπηρεσιών χώρων στάθμευσης, μεταφοράς και πώλησης εμπορευματοκιβωτίων και τη διεξαγωγή κάθε συναφούς εργασίας και δραστηριότητας.

Προς επίτευξη του σκοπού της χρησιμοποιεί μισθωμένο χώρο, επί της ..., επιφάνειας 8.129 τ.μ., που αποτελείται από προαύλιο χώρο, όπου διακινούνται και αποθηκεύονται εμπορευματοκιβώτια, και διώροφο κτίσμα γραφείων και βοηθητικών χώρων. Εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπός της είναι ο δεύτερος εναγόμενος, Π. Τ. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), ο οποίος παράλληλα έχει οριστεί και ως τεχνικός ασφαλείας της.

Από το ύψος περίπου της εισόδου της έκτασης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης έως και το κτίσμα, στη δεξιά πλευρά, παράλληλα προς μεταλλική περιτοίχιση από λαμαρίνες τοποθετημένη στο όριο της έκτασης παρά τη λεωφόρο ... και σε μήκος 200 περίπου μέτρων, υφίσταται διαγραμμισμένος, με κίτρινο χρώμα, διάδρομος κυκλοφορίας πεζών, πλάτους 1,8 μέτρων, που αποτελεί το όριο κίνησης πεζών.

Το όριο αυτό από την αρχή του κτιρίου των γραφείων εκτείνεται κάθετα μέχρι το αριστερό όριο του γεωτεμαχίου, που βρίσκεται σε επαφή με τη λεωφόρο ... Παραπλεύρως της άνω λεωφόρου και παράλληλα προς τον προαύλιο χώρο κίνησης φορτηγών, ο προαναφερθείς διάδρομος κίνησης των πεζών, εκτείνεται μέχρι το τέλος του προαύλιου χώρου κίνησης φορτηγών, όπου βρίσκεται λαμαρινοκατασκευή (υπόστεγο), που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης των μηχανημάτων της πρώτης εναγομένης.

Κάθετα προς την είσοδο του χώρου των γραφείων, υπάρχει επί του δαπέδου ευμεγέθης ένδειξη "STOP" με κίτρινο επίσης χρώμα. Στο σημείο αυτό σταματούν τα εισερχόμενα οχήματα, προκειμένου να γίνει η απαραίτητη πιστοποίηση, ενώ έμπροσθεν αυτού εκτείνεται ο υπόλοιπος προαύλιος χώρος, που οριοθετείται από τα εμπορευματοκιβώτια που τοποθετούνται παραπλεύρως αυτού, στιβαζόμενα στη σειρά και σε ορισμένα σημεία σε περισσότερες σειρές, με παράλληλη διάταξη, με αποτέλεσμα η εξωτερική πλαϊνή πλευρά τους προς τον ελεύθερο χώρο του προαυλίου να μην είναι καθ' όλο το μήκος του ευθύγραμμη αλλά να σχηματίζονται από τη διάταξή τους εσοχές.

Και συνεχίζει το Εφετείο: "ο δεύτερος εναγόμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσείων) είχε συντάξει, υπό την ιδιότητά του ως τεχνικός ασφαλείας, μελέτη επαγγελματικού κινδύνου, ... . Σε αυτήν μνημονεύονται οι υποχρεώσεις του να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει οποιαδήποτε παράλειψη, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου, συμμετέχοντας στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων στα θέματα αυτά, του ιδίου υποχρεούμενου να προσδιορίζει τις πηγές επαγγελματικού κινδύνου, μέσω της αναγνώρισης και καταγραφής τους.

Στους επαγγελματικούς αυτούς κινδύνους, ωστόσο, δεν έχει περιληφθεί και εκείνος από την κυκλοφορία πεζών εργαζομένων -χειριστών μηχανημάτων και μη- εντός του προαύλιου χώρου κίνησης φορτηγών, ενώ η τυχόν εκπαίδευση των εργαζομένων στο ειδικό θέμα της ασφαλούς συμπεριφοράς δεν αποδείχθηκε ότι αφορούσε και το συγκεκριμένο ζήτημα. ...

Η εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε στις ...-2018, με τον ήδη θανόντα, Ν. Τ., απόφοιτο ενιαίου λυκείου, σύζυγο της πρώτης και αδελφό της δεύτερης ενάγουσας ... (και ήδη αναιρεσίβλητες), τον προσέλαβε ως υπάλληλο γραφείου πλήρους απασχόλησης στην έδρα της, με πενθήμερη εργασία επί οκτάωρο (08.00-16.00), αντί του μηνιαίου μισθού των 739 ευρώ.

Τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν ήταν η καταμέτρηση και καταγραφή των εμπορευματοκιβωτίων που εισέρχονταν και εξέρχονταν από τις εγκαταστάσεις της, μέσω μηχανογραφικού συστήματος, δηλαδή κυρίως με σχετική καταχώρισή τους σε ηλεκτρονικό ή ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Σε αυτούς είναι εγκατεστημένο λογισμικό της εταιρείας "ONLINE DATA ΑΕ", που επιτρέπει την αναλυτική παρακολούθηση της διακίνησης των εμπορευματοκιβωτίων, την έκδοση παραστατικών διακίνησης (δελτίων εισαγωγής/δελτίων αποστολής), την τήρηση λίστας και εύρεσης εμπορευματοκιβωτίων με πολλαπλά κριτήρια αναζήτησης, την αναλυτική παρακολούθηση εργασιών εμπορευματοκιβωτίων κ.α.

Η συνήθης διαδικασία μέχρι τότε ήταν, όταν μεν επρόκειτο να παραληφθεί ένα κενό εμπορευματοκιβώτιο (container) ο εκάστοτε οδηγός με το φορτηγό να εισέρχεται στον χώρο των εγκαταστάσεων, και πριν προχωρήσει στον προαύλιο χώρο αποθήκευσης/παραλαβής, να επιδεικνύει στον υπάλληλο της εταιρείας, από το ειδικό παράθυρο επικοινωνίας που υπάρχει στο ισόγειο του κτίσματος, τη διατακτική, με τον αναγραφόμενο σε αυτήν κωδικό.

Αφού ελεγχόταν η ορθότητά της, γινόταν σχετική καταχώριση, πέραν της ημερομηνίας, της εταιρείας που αφορούσε, των στοιχείων κυκλοφορίας του φορτηγού και της ενέργειας που ελάμβανε χώρα (αποθήκευση). Αντίστοιχα, όταν επρόκειτο για εξαγωγές κενών εμπορευματοκιβωτίων, η εταιρεία ειδοποιείτο με e mail από τη ναυτιλιακή εταιρεία που τα ζητούσε, στο οποίο αναγραφόταν ο κωδικός (booking number), ο αριθμός και ο τύπος των εμπορευματοκιβωτίων προς παράδοση.

Στη συνέχεια οι οδηγοί κινούνταν στον προαύλιο χώρο, όπου γινόταν η παράδοση ή η φόρτωση των εμπορευματοκιβωτίων, με τη βοήθεια των χειριστών των ανυψωτικών μηχανημάτων που διαθέτει η εταιρεία, και στη συνέχεια επέστρεφαν στο γραφείο, απ' όπου σε περίπτωση παραλαβής εμπορευματοκιβωτίου παρελάμβαναν το αντίστοιχο δελτίο αποστολής, με υπογραφή και σφραγίδα.

Για την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευματοκιβωτίων υπήρχε αντίστοιχη καρτέλα κίνησης στο πληροφοριακό σύστημα της εταιρείας (gate in, gate out), και γι' αυτές πραγματοποιείτο ανά μία ώρα ενημέρωση της εκάστοτε ναυτιλιακής εταιρείας, μέσω e mail. Έτσι, για τη διεκπεραίωση της εργασίας του, ο θανών δεν ήταν αναγκαίο να μεταβαίνει στην πίστα διακίνησης των εμπορευματοκιβωτίων, αφενός διότι ήταν απαραίτητη η παρουσία του στον χώρο του γραφείου, ώστε να προβαίνει στις καταχωρίσεις που προαναφέρθηκαν και να δέχεται και αποστέλλει τα σχετικά e mail προς τις ναυτιλιακές εταιρείες, αφετέρου δε διότι, μέσω του συστήματος αυτού, είχε εικόνα των εξερχόμενων και εισερχόμενων και, επομένως, των διαθέσιμων κοντέινερ, ανά τύπο, κάθε στιγμή.

Για να διαπιστωθεί, όμως, ότι ο αριθμός των εμπορευματοκιβωτίων που υπήρχαν στον προαύλιο χώρο της εναγομένης εταιρείας, συμφωνεί με εκείνον που προέκυπτε από το μηχανογραφικό της σύστημα, κάθε Παρασκευή, γινόταν απογραφή τους, με φυσική παρουσία του αρμοδίου υπαλλήλου και εν προκειμένω του θανόντος, σε ώρες που δεν λειτουργούσαν τα μηχανήματα, ...

η μόνη λογική εκδοχή είναι οι ώρες αυτές, αν πράγματι προσδιορίζονταν, να συνέπιπταν με τη λήξη του ωραρίου των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων και των χειριστών, κατά την οποία δεν αναμένετο κίνηση οχημάτων και μηχανημάτων, οπότε η κυκλοφορία πεζού θα ήταν ασφαλής. ... Έτσι, σε απόλυτη συμμόρφωση προς τις συστάσεις της πρώτης εναγομένης, είτε απλώς προφορικές είτε και γραπτές, αλλά και προς τη συνήθη διαδικασία που ακολουθείτο για τον έλεγχο δια φυσικής παρουσίας, στις 11-1-2019, ημέρα Παρασκευή, και περί ώρα 16.15, δηλαδή σε χρόνο πλησιόχρονο προς τη λήξη της εργασίας του (16.00) ο Ν.

Τ., ο οποίος είχε ήδη συμπληρώσει απασχόληση 11 μηνών, και, επομένως, είχε εμπειρία της ακολουθούμενης διαδικασίας φορτοεκφόρτωσης εμπορευματοκιβωτίων, εξήλθε από τα γραφεία όπου εργαζόταν και μετέβη πεζός στον προαύλιο χώρο, όπου με φυσική παρουσία επιχείρησε να ελέγξει τον αριθμό και τύπο των εμπορευματοκιβωτίων που βρίσκονταν εκεί. ...

Κατά τον ίδιο χρόνο, ο τρίτος εναγόμενος, Μ. Μ. (μη διάδικος εν προκειμένω), ο οποίος είναι κάτοχος σχετικής αδείας χειριστή, εισήλθε στο υπ' αριθμ. πλαισίου ... ανυψωτικό μηχάνημα, το οποίο ήταν κενό φορτίου, και το έθεσε σε λειτουργία. Χωρίς να ενεργήσει οπισθοπορεία, κινήθηκε εντός του προαύλιου χώρου, αρχικά ευθύγραμμα με μέτωπο προς την έξοδο (...) ενώ στη συνέχεια πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά.

Η θέση του μηχανήματος σε λειτουργία και η μετακίνηση του εντός του προαύλιου χώρου έγινε για άγνωστο λόγο, καθώς δεν αποδεικνύεται ότι ήταν εκείνη την ώρα σε εξέλιξη φορτοεκφόρτωση και ο τρίτος εναγόμενος δεν δικαιολογεί την ενέργειά του αυτή. Επισημαίνεται ότι στο συγκεκριμένο τύπο ανυψωτικού μηχανήματος η καμπίνα με τη θέση του οδηγού και το χειριστήριο είναι υπερυψωμένη ο χειριστής ανεβαίνει 6-7 σκαλιά για να φτάσει εκεί-και βρίσκεται στο μέσον του και οι οπίσθιες ρόδες είναι μεγάλες, φθάνοντας το ύψος ενός ενήλικα, και προστατεύονται από προφυλακτήρα.

Λόγω του όγκου τους, συμπεριλαμβανομένων και των προφυλακτήρων τους αλλά και της βάσης του ανυψωτικού εξαρτήματος του, που βρίσκεται πίσω ακριβώς από την καμπίνα του χειριστή, δεν είναι πλήρης η ορατότητα στο οπίσθιο τμήμα του ("νεκρές" γωνίες), παρότι το μηχάνημα διαθέτει εξωτερικούς πλαϊνούς καθρέπτες.

Οι εμπρόσθιες ρόδες είναι μικρότερες και διαθέτουν και αυτές προφυλακτήρες, παρέχοντας ορατότητα στο εμπρόσθιο τμήμα του αλλά όχι πλήρως (...). Κατά τη διαδικασία του ελιγμού, οι οπίσθιες ρόδες, οι οποίες μετακινούνται προς τα δεξιά και αριστερά, ώστε να πραγματοποιήσει το μηχάνημα τον αντίστοιχο ελιγμό, μετακινήθηκαν προς τα δεξιά και ο θανών παρασύρθηκε από τον οπίσθιο αριστερό τροχό, ο οποίος διαπέρασε το κάτω μέρος του σώματός του.

Ο χειριστής ειδοποιήθηκε από οδηγό φορτηγού, που εκείνη την ώρα βρισκόταν στο ύψος των γραφείων, με το ηχητικό σύστημα προειδοποίησης του οχήματος του, οπότε αυτός ακινητοποιήθηκε, ... Ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά ο δεύτερος εναγόμενος και κλήθηκε σταθμός του ΕΚΑΒ για να παραλάβει τον τραυματία, ο οποίος μεταφέρθηκε στη Γ' Χειρουργική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ σε βαριά κωματώδη κατάσταση. ..., συνεπεία δε των τραυμάτων αυτών κατέληξε λίγο αργότερα, την ίδια ημέρα.

Επομένως, ο θάνατος αυτού ως υπαλλήλου, αποτελεί εργατικό ατύχημα ... Η ακριβής θέση του θανόντος, λίγο πριν την παράσυρσή του δεν διαπιστώθηκε, αφού δεν υπήρχαν άλλα άτομα εντός του προαύλιου χώρου εκείνη την ώρα. Από το σημείο της παράσυρσής του συνάγεται ότι βρισκόταν στα αριστερά του ανυψωτικού μηχανήματος αλλά δεν προέκυψε η προηγούμενη πορεία του.

Εκτιμάται, ωστόσο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ότι εάν ο θανών βρισκόταν στο σημείο της παράσυρσής του για ικανό χρόνο, και ο ίδιος θα είχε αντιληφθεί τη θέση σε λειτουργία και την κίνηση του ανυψωτικού μηχανήματος, λόγω του παραχθέντος από αυτήν θορύβου, ελλείψει μάλιστα άλλων λειτουργούντων μηχανημάτων ή οχημάτων στον ίδιο χώρο, αλλά και ο τρίτος εναγόμενος θα τον είχε αντιληφθεί πριν φθάσει στο ύψος του.

Η παραδοχή αυτή οδηγεί στο περαιτέρω συμπέρασμα ότι ο θανών, λίγο πριν το ατύχημα δεν βρισκόταν στο οπτικό πεδίο του τρίτου εναγομένου αλλά ανάμεσα σε εμπορευματοκιβώτια, η απόσταση των οποίων είναι μεν μικρή αλλά τέτοια ώστε να μπορέσει να διέλθει ανάμεσά τους ένας πεζός, ή σε δημιουργούμενη από τη διάταξή τους εσοχή, κατά τα προεκτεθέντα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην έχει ακούσει και να μην έχει αντιληφθεί την παρουσία του ανυψωτικού μηχανήματος, και εξήλθε στο ελεύθερο τμήμα του προαύλιου αυτού χώρου ακριβώς τη στιγμή που διερχόταν από το σημείο ο τρίτος εναγόμενος.

Η ακριβής τροχιά κίνησης του τελευταίου δεν προκύπτει από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποκλείεται όμως προκειμένου να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά, να μετακινήθηκε αμέσως πριν ελαφρώς προς τα αριστερά, ώστε να πραγματοποιήσει ευχερέστερα τον ελιγμό, όπως συνήθως συμβαίνει ακόμη και με τα οχήματα που κινούνται σε οδό, πλησιάζοντας έτσι πιο κοντά στις σειρές των εμπορευματοκιβωτίων που υπήρχαν στα αριστερά του.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι γενικά δεν επιτρεπόταν η είσοδος πεζών στον προαύλιο χώρο, καθώς δεν αποτελούσε θέση εργασίας παρά μόνον για τους χειριστές των ανυψωτικών μηχανημάτων και των οδηγών των φορτηγών που μετέβαιναν εκεί για φορτοεκφόρτωση, χωρίς όμως να εξέρχονται από τα οχήματά τους, αφού δεν ήταν αναγκαίο.

Οι δε χειριστές έφθαναν στον χώρο στάθμευσης των μηχανημάτων από τον διαγραμμισμένο διάδρομο. Με βάση όσα προεκτέθηκαν, συνάγεται ότι στον προαύλιο χώρο κίνησης των φορτηγών, που συνέβη το ατύχημα, δεν υπήρχαν ούτε θα μπορούσαν να υπάρχουν λωρίδες κυκλοφορίας των πεζών και των αυτοκινούμενων ανυψωτικών μηχανημάτων και των εισερχόμενων και εξερχόμενων φορτηγών, διότι τα ανυψωτικά μηχανήματα, ως εκ του προορισμού τους και της διάταξης των εμπορευματοκιβωτίων, που δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να κινούνται ελεύθερα καθ' όλο το μήκος και πλάτος του ...

Άλλωστε, ο χώρος αυτός δεν αποτελούσε χώρο εργασίας για τους λοιπούς εργαζομένους-υπαλλήλους της εταιρείας, που απασχολούνταν στο κτίριο των γραφείων και κατ' εξαίρεση στον χώρο αυτό, κατά την προκαθορισμένη ημέρα και χρονική στιγμή, προκειμένου να γίνει ο προαναφερθείς έλεγχος με φυσική παρουσία. Παράλληλα, οι χώροι που επιτρεπόταν η κυκλοφορία πεζών, ήταν σαφώς προσδιορισμένοι και η ευμεγέθης ένδειξη "STOP" επί του δαπέδου μπροστά από το κτίριο των γραφείων ήταν δηλωτική της απαγόρευσης κυκλοφορίας πέραν αυτού του σημείου.

Ακόμη, όμως, και για την κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη κυκλοφορία άλλων εργαζομένων σε αυτόν αλλά και σε κάθε περίπτωση, προς αποτροπή κυκλοφορίας πεζών σε αυτόν τον χώρο ανεπίτρεπτα, θα έπρεπε να υπάρχει σαφής εκτίμηση του σχετικού, ενδεχόμενου μεν αλλά όχι ανύπαρκτου κινδύνου για την ασφάλειά τους, από την κυκλοφορία οχημάτων και μηχανημάτων, στην οποία δεν προέβη ο δεύτερος εναγόμενος, ως τεχνικός ασφαλείας, αλλά και σχετική ενημέρωση τους, η οποία επίσης δεν αποδείχθηκε ότι είχε προηγηθεί του ατυχήματος, ...

Ο ίδιος, επίσης, ως εργοδότης δεν είχε επιστήσει επαρκώς την προσοχή των εργαζομένων για τους κινδύνους αναφορικά με τον συγκεκριμένο εξοπλισμό εργασίας, δηλαδή τα ανυψωτικά μηχανήματα, ως όφειλε, εξασφαλίζοντας την τήρησή τους δια της κατάλληλης επίβλεψης ... Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε δια της φυσικής παρουσίας του κατά την προκαθορισμένη ημέρα και χρόνο ελέγχου των εμπορευματοκιβωτίων είτε δια του καθορισμού πράγματι συγκεκριμένης ώρας, κατά την οποία με ρητή εντολή, οδηγία και ανακοίνωσή του, θα απαγορευόταν οποιοδήποτε κίνηση μηχανήματος ή φορτηγού ή θα επιτρεπόταν μετά από εξακρίβωση εκ μέρους των χειριστών, δια της επικοινωνίας τους με τα κτίρια των γραφείων, ότι κανείς πεζός εργαζόμενος δεν βρισκόταν στην πίστα κίνησης των εμπορευματοκιβωτίων.

Η αυτονόητη επικινδυνότητα από τη λειτουργία των μηχανημάτων αυτών, την οποία κάθε νοήμων άνθρωπος θα έπρεπε να αντιληφθεί, δεν αρκεί, καθώς, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, το ανυψωτικό μηχάνημα δεν έγινε αντιληπτό από τον θανόντα, και θα έπρεπε να εξαλειφθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και που αποδεδειγμένα δεν τηρήθηκε. ...

η αδικοπρακτική συμπεριφορά του (ενν. δευτέρου εναγομένου) θεμελιώνεται στην, από υπαιτιότητά του και δη αμέλεια, παράλειψή του να προβεί στις παραπάνω ενέργειες. Ανεξαρτήτως, όμως, της δικής του σχετικής παράλειψης, ο τρίτος εναγόμενος (ενν. τον Μ. Μ., μη διάδικο εν προκειμένω) όφειλε και αυτός, ως εκ της ιδιότητας του αλλά και της γνώσης του περί της διαδικασίας ελέγχου δια φυσικής παρουσίας του θανόντος κάθε Παρασκευή, στη λήξη του ωραρίου εργασίας του, να εξασφαλίσει με τον τρόπο που προαναφέρθηκε την απουσία του τελευταίου εντός του προαυλίου χώρου κίνησης των οχημάτων, ακόμα και αν δεν αντιλαμβανόταν κατ' αρχήν την παρουσία του ή, δια της χρήσης των ηχητικών σημάτων προειδοποίησης του μηχανήματος, να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του να κινηθεί στον χώρο αυτόν, ώστε να γίνει αντιληπτός, εφόσον ο θανών δεν είχε κατ' αρχήν οπτική επαφή του.

Επομένως, παραλείποντας να προβεί στις ενέργειες αυτές παρέβη το γενικό καθήκον επιμέλειας, ώστε να αποφύγει την προσβολή των αγαθών και των εννόμων συμφερόντων τρίτων προσώπων, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος (...). Η σχετική παράλειψή του υποδηλώνει και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας στο πρόσωπο του (...). ...

Επιπλέον, υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (αναγκαία αιτιότητα), μεταξύ των παραπάνω παραλείψεων του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, εφόσον ... ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφεραν πράγματι. ... Επομένως, καθιδρύεται εις ολόκληρον ευθύνη του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων ...

Παράλληλα, η υπαίτια παράβαση των παραπάνω νόμιμων υποχρεώσεων του δευτέρου εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης αλλά και ως τεχνικού ασφαλείας της, εξομοιώνεται με υπαίτια παράβαση ίδιας νομικής υποχρέωσής της (άρθρο 71 του ΑΚ) ενώ οι υπαίτιες παραλείψεις του τρίτου εναγομένου, ως προστηθέντος από αυτήν υπαλλήλου, ...

που παρείχε διαρκώς σε αυτήν υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεων της, ενεργώντας υπό τον έλεγχο ή έστω υπό την επίβλεψη των νομίμων εκπροσώπων της, βάσει οδηγιών, μη απαιτούμενης της διαρκούς επίβλεψης του (...), καθιδρύουν εις ολόκληρον αντικειμενική ευθύνη της, με αυτόν, ως προστήσασας, κατ' άρθρο 922 του ΑΚ.

Στην πρόκληση όμως του ατυχήματος και του συνεπεία αυτού θανάσιμου τραυματισμού του συνετέλεσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συντρέχον πταίσμα και του θανόντος, σε ποσοστό 30%, ο οποίος λόγω της απασχόλησής του επί ένα έτος στην πρώτη εναγομένη, γνώριζε ότι δεν υπάρχουν σημάνσεις και διάδρομος κυκλοφορίας των πεζών στον προαύλιο χώρο κίνησης των οχημάτων και παρ' όλ' αυτά μετέβη εκεί, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια και κάνοντας γνωστή την παρουσία του, και κινήθηκε πλησίον του διερχόμενου ανυψωτικού μηχανήματος, σε σημείο που ο χειριστής του δεν μπορούσε να έχει οπτική επαφή του." Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, αφού έκρινε ότι βαρύνει τον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας δεύτερο αναιρεσείοντα (και τον προστηθέντα από αυτή τρίτο ενάγοντα - μη διάδικο εν προκειμένω) πταίσμα (αμέλεια) για τον θάνατο του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και αφού περαιτέρω δέχθηκε ότι συνυπαίτιος για το ατύχημα κατά ποσοστό 30% ήταν και ο αποβιώσας, απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων που αναφέρονταν στην υπαιτιότητα, επικυρώνοντας ως προς το κεφάλαιο αυτό (αφού συμπλήρωσε και αντικατέστησε αντιστοίχως την, εν μέρει, ελλιπή και διαφορετική αιτιολογία του) την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια και εν τέλει επιδίκασε στις αναιρεσιβλήτους, μητέρα και αδελφή του θανόντος, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατο αυτού, το ποσό των 60.000 και 30.000 ευρώ αντιστοίχως, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους εφέσεως αμφοτέρων των διαδίκων μερών που αναφέρονταν στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, επικυρώνοντας και ως προς τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 περ. 2.3 του παραρτήματος Ι και του άρθρου 4 παράγραφος 4 περ. 2.2 και 2.3 του παραρτήματος ΙΙ του π.δ. 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ", τις οποίες δεν εφήρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες και τις διατάξεις των άρθρων 8 και 43 παρ.

ΙΑ του ν. 3850/2010 "κύρωση κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων" και του παραρτήματος I του άρθρου 10 του π.δ. 16/1996 "προδιαγραφές ασφάλειας των εργασιακών χώρων", τις οποίες εφήρμοσε αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και τούτο διότι έκρινε ότι το π.δ. 395/1994 δεν εφαρμόζεται ευθέως στην κρινόμενη περίπτωση ως πιο εξειδικευμένη νομοθεσία, αλλά επιπλέον των γενικών διατάξεων του ν. 3850/2010 και του π.δ. 16/1996 και δεν εξέθεσε στη μείζονα σκέψη τις ουσιώδεις αυτές διατάξεις του π.δ. 395/1994, και έτσι προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ήτοι ότι στους επαγγελματικούς κινδύνους, που ο δεύτερος εναγόμενος Π.

Τ. είχε μνημονεύσει στη συνταχθείσα από το ίδιο, υπό την ιδιότητά του ως τεχνικός ασφαλείας, μελέτη επαγγελματικού κινδύνου, "δεν έχει περιληφθεί και εκείνος από την κυκλοφορία πεζών εργαζομένων - χειριστών μηχανημάτων και μη - εντός του προαύλιου χώρου κίνησης φορτηγών, ενώ η τυχόν εκπαίδευση των εργαζομένων στο ειδικό θέμα της ασφαλούς συμπεριφοράς δεν αποδείχθηκε ότι αφορούσε και το συγκεκριμένο ζήτημα", καταλογίζοντας έτσι ευθύνη των αναιρεσειόντων για τον θάνατο του συγγενούς των αναρεσιβλήτων, ενώ, εάν είχε γίνει εκτενής αναφορά των παραπάνω διατάξεων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, θα είχε γίνει δεκτό ότι ο ανωτέρω Π.

Τ., ως εργοδότης και τεχνικός ασφαλείας, αφενός, έλαβε, όπως δέχθηκε το Εφετείο, κατάλληλα οργανωτικά μέτρα και δη την εγκατάσταση του πλέον άρτιου μηχανογραφικού συστήματος και έτσι απέτρεψε την παράλληλη κίνηση πεζών και οχημάτων στον ευρύτερο χώρο της πίστας διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων σύμφωνα με την παρ. 2.2 του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ ΙΙ του π.δ. 395/1994 και αφετέρου καθιέρωσε κανόνες ασφαλούς κυκλοφορίας, μέσω του ειδικά διαγραμμισμένου διαδρόμου, παράλληλα της λεωφόρου ...

και προσδιόρισε τον χώρο που δύνανται να κινηθούν οι υπάλληλοι γραφείου με τη δημιουργία ορίων και πλατφόρμας στην προέκταση των γραφείων και, επομένως, εύλογα δεν συμπεριέλαβε στους επαγγελματικούς κινδύνους, εκείνους που θα προέκυπταν από την κυκλοφορία πεζών εργαζομένων - χειριστών μηχανημάτων και μη - εντός του προαύλιου χώρου κίνησης φορτηγών, εφαρμόζοντας το μέγιστο προστατευτικό πλαίσιο, που θέτει η ευρωπαϊκή οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ σε συμμόρφωση της οποίας εκδόθηκε το άνω π.δ. 395/1994.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. ενόψει του ότι, όπως ρητώς αναφέρεται στο μεν άρθρο 1 του π.δ. 395/1994 που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ, με αυτό καθορίζονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους, στο δε άρθρο 2 αυτού οι διατάξεις του εφαρμόζονται "επιπλέον" των γενικών διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας που ισχύουν κάθε φορά, και τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες περί αποκλειστικής εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 395/1994 ως ειδικών έναντι των γενικών του ν. 3850/2010 περί των υποχρεώσεων του τεχνικού ασφαλείας είναι αβάσιμα.

Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν εκτίθενται αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης οι, κρίσιμες κατά τους αναιρεσείοντες, διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 περ. 2.3 του παραρτήματος Ι και του άρθρου 4 παράγραφος 4 περ. 2.2 και 2.3 του παραρτήματος ΙΙ του π.δ. 395/1994, προκειμένου να γίνει ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, δεν ασκεί καμία επιρροή, ενόψει του ότι η παραβίαση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αφού η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση, δεν ιδρύει αυτή και μόνον λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχεται με την ουσιαστική κρίση του, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση (ΑΠ 1291/2010).

Οι παραδοχές του Εφετείου ότι στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία ήταν εγκατεστημένο μηχανογραφικό σύστημα (λογισμικό της εταιρίας "ONLINE DATA ΑΕ") που επέτρεπε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή την αναλυτική παρακολούθηση της διακίνησης των εμπορευματοκιβωτίων, την έκδοση παραστατικών διακίνησης, την τήρηση λίστας και εύρεσης εμπορευματοκιβωτίων, την αναλυτική παρακολούθηση εργασιών εμπορευματοκιβωτίων κ.α.

και ότι υφίστατο διαγραμμισμένος διάδρομος κυκλοφορίας πεζών τόσο από το ύψος περίπου της εισόδου της επιχείρησης έως και το κτίσμα όσο παραπλεύρως της λεωφόρου ... και παράλληλα προς τον προαύλιο χώρο κίνησης φορτηγών, που εκτείνεται μέχρι το τέλος του προαύλιου χώρου κίνησης φορτηγών, όπου βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης των μηχανημάτων της πρώτης εναγομένης δεν αναιρεί την κρίση του ότι ο δεύτερος εναγόμενος Π.

Τ., στη, συνταχθείσα από το ίδιο υπό την ιδιότητά του ως τεχνικός ασφαλείας, μελέτη επαγγελματικού κινδύνου, θα έπρεπε να περιλάβει και τον επαγγελματικό κίνδυνο από την κυκλοφορία πεζών εργαζομένων - χειριστών μηχανημάτων και μη - εντός του προαύλιου χώρου κίνησης φορτηγών, και να προβεί σε σχετική εκπαίδευση των εργαζομένων σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, στα οποία δεν προέβη, αλλά ούτε προέβη και σε σχετική ενημέρωσή τους, ενόψει του ότι το δικαστήριο της ουσίας, δέχτηκε περαιτέρω ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι για να διαπιστωθεί, ότι ο αριθμός των εμπορευματοκιβωτίων που υπήρχαν στον προαύλιο χώρο της εναγομένης εταιρίας, συμφωνεί με εκείνον που προέκυπτε από το μηχανογραφικό της σύστημα, κάθε Παρασκευή, γινόταν απογραφή τους, με φυσική παρουσία του αρμοδίου υπαλλήλου και εν προκειμένω του θανόντος (ο οποίος σε απόλυτη συμμόρφωση προς τις συστάσεις της πρώτης εναγομένης, είτε απλώς προφορικές είτε και γραπτές, αλλά και προς τη συνήθη διαδικασία που ακολουθείτο για τον έλεγχο δια φυσικής παρουσίας, στις 11.01.2019, ημέρα Παρασκευή, και περί ώρα 16.15, μετέβη πεζός στον προαύλιο χώρο, όπου με φυσική παρουσία επιχείρησε να ελέγξει τον αριθμό και τύπο των εμπορευματοκιβωτίων που βρίσκονταν εκεί, όπου έλαβε χώρα και το εργατικό ατύχημα) και ότι στον άνω προαύλιο χώρο κίνησης των φορτηγών (όπου συνέβη το ατύχημα), ως εκ της φύσης και χρήσης του δεν υπήρχαν ούτε θα μπορούσαν να υπάρχουν λωρίδες κυκλοφορίας των πεζών και των αυτοκινούμενων ανυψωτικών μηχανημάτων και των εισερχόμενων και εξερχόμενων φορτηγών (οι δε ανωτέρω, αναφερόμενοι στην προσβαλλόμενη απόφαση, διάδρομοι κυκλοφορίας πεζών δεν αφορούν τον συγκεκριμένο χώρο καθεαυτό), και, επομένως, για την κατ' εξαίρεση αυτή επιτρεπόμενη κυκλοφορία πεζών στον χώρο αυτό, κατά την προκαθορισμένη ημέρα και χρονική στιγμή, προκειμένου να γίνει ο προαναφερθείς έλεγχος με φυσική παρουσία, θα έπρεπε να υπάρχει σαφής εκτίμηση του σχετικού κινδύνου για την ασφάλειά τους από την κυκλοφορία οχημάτων και μηχανημάτων, στην οποία δεν προέβη ο δεύτερος εναγόμενος, ως τεχνικός ασφαλείας, αλλά και σχετική ενημέρωση τους, η οποία επίσης δεν αποδείχθηκε ότι είχε προηγηθεί του ατυχήματος.

Επομένως το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και έτσι κατέληξε σε ορθό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείονες είναι αβάσιμα.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 και 300 εδ. α' ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση ένεκα ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται κατά πάσα περίπτωση επί εργατικού ατυχήματος, εφ' όσον συνετέλεσε στην επέλευση τούτου πταίσμα του εργοδότη, όμως, εάν στην γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος, το δικαστήριο δύναται να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσόν αυτής.

Οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 551/2020, 439/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 517/2021, 1259/2019, 1033/2019, 1265/2017).

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, 1265/2017, 74/2016). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 517/2021, 38/2020, 1373/2019, 1420/2013).

Εν προκειμένω, με τις αναφερόμενες ανωτέρω (κατά την αντιμετώπιση του πρώτου λόγου αναίρεσης) παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας των αναιρεσειόντων για το θάνατο του Ν. Τ., πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των, περί υπαιτιότητας (αμελείας), διατάξεων των άρθρων 932 και 300 ΑΚ και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα: α) δεν υπάρχει αντίφαση, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, μεταξύ της παραδοχής της απόφασης ότι ο θανών Ν. Τ. προσελήφθη από την πρώτη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου και ότι "τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν ήταν η καταμέτρηση και καταγραφή των εμπορευματοκιβωτίων που εισέρχονταν και εξέρχονταν από τις εγκαταστάσεις της, μέσω μηχανογραφικού συστήματος, δηλαδή κυρίως με σχετική καταχώρισή τους σε ηλεκτρονικό ή ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

Σε αυτούς είναι εγκατεστημένο λογισμικό της εταιρείας "ONLINE DATA ΑΕ", που επιτρέπει την αναλυτική παρακολούθηση της διακίνησης των εμπορευματοκιβωτίων, την έκδοση παραστατικών διακίνησης (δελτίων εισαγωγής/δελτίων αποστολής), την τήρηση λίστας και εύρεσης εμπορευματοκιβωτίων με πολλαπλά κριτήρια αναζήτησης, την αναλυτική παρακολούθηση εργασιών εμπορευματοκιβωτίων κ.α.", και ότι "για τη διεκπεραίωση της εργασίας του, ο θανών δεν ήταν αναγκαίο να μεταβαίνει στην πίστα διακίνησης των εμπορευματοκιβωτίων, αφενός διότι ήταν απαραίτητη η παρουσία του στον χώρο του γραφείου, ώστε να προβαίνει στις καταχωρίσεις που προαναφέρθηκαν και να δέχεται και αποστέλλει τα σχετικά e-mail προς τις ναυτιλιακές εταιρείες, αφετέρου δε διότι, μέσω του συστήματος αυτού, είχε εικόνα των εξερχόμενων και εισερχόμενων και, επομένως, των διαθέσιμων κοντέινερ, ανά τύπο, κάθε στιγμή", με την παραδοχή ότι "για να διαπιστωθεί, όμως, ότι ο αριθμός των εμπορευματοκιβωτίων που υπήρχαν στον προαύλιο χώρο της εναγομένης εταιρείας, συμφωνεί με εκείνον που προέκυπτε από το μηχανογραφικό της σύστημα, κάθε Παρασκευή, γινόταν απογραφή τους, με φυσική παρουσία του αρμοδίου υπαλλήλου και εν προκειμένω του θανόντος, σε ώρες που δεν λειτουργούσαν τα μηχανήματα", αφού η μία παραδοχή δεν αποκλείει την άλλη, δηλαδή και την ύπαρξη μηχανογραφικού συστήματος, που επιτρέπει την αναλυτική παρακολούθηση της διακίνησης των εμπορευματοκιβωτίων, που δεν καθιστά, κατ' αρχήν, αναγκαία τη μετάβαση του θανόντος στην πίστα διακίνησης των εμπορευματοκιβωτίων, και την απογραφή αυτών την προκαθορισμένη ημέρα (εν προκειμένω την Παρασκευή) δια φυσικής παρουσίας του αρμοδίου υπαλλήλου και εν προκειμένω του θανόντος, για να διαπιστωθεί ότι ο αριθμός των εμπορευματοκιβωτίων που υπήρχαν στον προαύλιο χώρο της εναγομένης εταιρίας, συμφωνεί με εκείνον που προέκυπτε από το μηχανογραφικό της αυτό σύστημα, που καθιστά, κατ' εξαίρεση, αναγκαία τη μετάβαση αυτού (θανόντος) στην πίστα διακίνησης των εμπορευματοκιβωτίων.

Για τον ίδιο δε λόγο, ούτε η τελευταία ως άνω παραδοχή αντιφάσκει με εκείνη ότι "δεν επιτρεπόταν η είσοδος πεζών στον προαύλιο χώρο, καθώς δεν αποτελούσε θέση εργασίας παρά μόνον για τους χειριστές των ανυψωτικών μηχανημάτων και των οδηγών των φορτηγών που μετέβαιναν εκεί για φορτοεκφόρτωση, χωρίς όμως να εξέρχονται από τα οχήματα· τους, αφού δεν ήταν αναγκαίο", όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αφού ακολούθως το Εφετείο επισημαίνει την, κατ' εξαίρεση στον χώρο αυτό, επιτρεπόμενη κυκλοφορία των λοιπών αρμοδίων υπαλλήλων γραφείου της εταιρίας (εν προκειμένω του θανόντος), κατά την προκαθορισμένη ημέρα και χρονική στιγμή, προκειμένου να γίνει ο προαναφερθείς έλεγχος με φυσική παρουσία.

β) Δεν υπάρχει ελλιπής αιτιολογία, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, σχετικά με την παραδοχή ότι ο θανών δεν βρισκόταν στο σημείο της παράσυρσής του για ικανό χρόνο, αφού αιτιολογείται επαρκώς ότι, άλλως, και ο ίδιος ο θανών θα είχε αντιληφθεί τη θέση σε λειτουργία και την κίνηση του ανυψωτικού μηχανήματος, λόγω του παραχθέντος από αυτήν θορύβου, ελλείψει μάλιστα άλλων λειτουργούντων μηχανημάτων ή οχημάτων στον ίδιο χώρο, αλλά και ο χειριστής αυτού θα τον είχε αντιληφθεί πριν φθάσει στο ύψος του.

Επομένως, ο δεύτερος (2ο) λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας, είναι αβάσιμος. Ο ίδιο λόγος αναίρεσης κατά τις λοιπές του αιτιάσεις εν σχέσει με τη συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας των ζημιωσάντων (αναιρεσειόντων) ή οικείου πταίσματος του θανόντος κατά την επέλευση του εργατικού ατυχήματος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση συνδρομής του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1366/2023, 1964/2022, 176/2019).

Περαιτέρω, ο ίδιος (2ος) λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια ως προς τον προσδιορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας του θανόντος εργαζόμενου σε 30%, ενώ, εάν δεν είχε προβεί σε αντιφατικά συμπεράσματα, θα του είχε καταλογίσει συνυπαιτιότητα κατά 99%, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, το οποίο λαμβάνεται υπ' όψιν προς προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια. Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.08.2022 και με αριθμό κατάθεσης 802/65/17.08.2022, αίτηση περί αναίρεσης της υπ' αριθμόν 448/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ