Legislator Case Law & Legislation
1025/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting interest claim due to non-compliance with specific statutory conditions for application.

Case Number 1025/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of a supplementary claim for default interest. The appellant argued that the claim should be calculated using private sector interest rates, but the court found the appeal inadmissible because the original petition failed to cite the specific legal conditions required for applying those rates. Consequently, the court ruled that the Second Instance Court correctly applied the law and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(2) of Law 2842/2000 and 5(10) of Law 1418/1984; The supplementary claim for default interest is admissible only if the petition explicitly cites the conditions for applying the relevant statutory provisions, otherwise the court must apply the prevailing decree rates.

Keywords

AI generated
default interest rates supplementary claim admissibility petition citation requirements statutory interest calculation Second Instance Court error legal costs award non-compliance with conditions

Cited Legislation

AI generated
Article 3(2) of Law 2842/2000
Article 5(10) of Law 1418/1984
Article 4(4) of Presidential Decree 166/2003
Article 13 of Law 1418/1984
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 53(9) of Law 3669/2008
Articles 106, 176, 183(1), 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 10/2013 of the Ordinary Plenary Session of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1025 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1025/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και ήδη στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και των απαρτιζόντων αυτήν μελών, ήτοι α) της Εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στο ... και ήδη στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, β) της Εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, γ) της Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Λιαροστάθη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και Χαρίκλεια Τζέλλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2007 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 5505/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 4/5/2009 αίτησής της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1258/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειάς του.

Εκδόθηκε η 10/2013 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5505/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η 807/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/5/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία του άρθρου 13 του Ν 1418/1984, υπ' αρθμ. 807/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την προσφυγή της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-2-2007 προσφυγή της η αναιρεσείουσα κοινοπραξία ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 483.758,49 ευρώ ως υπόλοιπο κεφαλαίου μετά την αφαίρεση ισόποσου τόκου υπερημερίας για την καθυστέρηση πληρωμής πέντε λογαριασμών και επικουρικά να της καταβάλει τους τόκους υπερημερίας των λογαριασμών, σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες ποσοστό τόκων υπερημερίας, άλλως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.10 Ν1418/1984.

Επ' αυτής της προσφυγής εκδόθηκε η υπ'αρθμ.5505/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία την δέχθηκε εν μέρει και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσείουσα για τους αναφερόμενους σ' αυτή λογαριασμούς νόμιμους τόκους υπερημερίας, ίσους με το 85% του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου κατά το χρόνο της υπερημερίας.

Η ανωτέρω απόφαση αναιρέθηκε και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών με την υπ'αρθμ.10/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, σε Τακτική Ολομέλεια, η οποία έκρινε ότι η ένδικη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της αναιρεσίβλητης, ως δημόσιου φορέα, και της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας, δηλαδή όχι μεταξύ ιδιωτών, διέπεται ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα του ποσοστού τόκου υπερημερίας από τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/35/ΕΚ, στις οποίες υπάγεται και των οποίων συνέτρεχαν, υπό τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, οι προϋποθέσεις εφαρμογής, κατ' αποκλεισμό των διατάξεων του άρθρου 5 παρ.10 Ν1418/1984.

Κατά το άρθρο 53 παρ.1,2, 9, 12 του Ν 3669/2008 : Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά, με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών.... Η πραγματοποίηση τόσο των τμηματικών πληρωμών όσο και της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, καθώς και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εργολαβική σύμβαση, γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις.... Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού καθυστερήσει χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέραν του διμήνου από την υποβολή του, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την ημερομηνία υποβολής της, τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003 και ο ανάδοχος μπορεί να διακόψει τις εργασίες, αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση.... Όλες οι πληρωμές που γίνονται στον ανάδοχο κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου με βάση τις πιστοποιήσεις αποτελούν πάντοτε καταβολές έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος που εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή (ΣτΕ 1625/2018, ΣτΕ 3526/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 423 του ΑΚ "Αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσπίστηκαν κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι:

α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση, μόνον αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει, χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζομένη στην παρ. 1, θα ισχύσει η τελευταία. Από αυτά ακολουθεί, ότι στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυρισθεί ότι συμφώνησε με τον δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζομένη στην παρ.1, ώστε να μην ισχύσει η τελευταία (ΑΠ 1962/2017, ΑΠ 1039/2013, ΑΠ 214/2012, ΑΠ1653/2011).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017,ΑΠ 683/2015,ΑΠ 1819/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 53 παρ.12 Ν 3669/2008, 423 ΑΚ, 5 παρ.13 Ν 1418/1984 και 4 παρ.4 ΠΔ 166/2003, με την ψευδή ερμηνεία της διατάξεως του πρώτου άρθρου και τη μη εφαρμογή των διατάξεων των λοιπών άρθρων, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως μη νόμιμο το κύριο αίτημα της προσφυγής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 483.758,49 ευρώ ως υπόλοιπο κεφαλαίου των 5 λογαριασμών της, μετά από ισόποση αφαίρεση των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας της αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 423 ΑΚ, εντόκως από 31-5-2005 μέχρι την εξόφληση.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης προσφυγής προκύπτει ότι η προσφεύγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ' αυτό τα εξής: < Ότι μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής ως αναδόχου κοινοπραξίας και της καθ' ης ως κυρίας του έργου η από 27-7-2003 σύμβαση "Κατασκευή επιδομής, σηματοδότησης, τηλεδιοίκησης, τηλεπικοινωνιών γραμμής ΣΚΑ -ΚΙΑΤΟΥ".

Ότι για τις πραγματοποιηθείσες εργασίες εκτέλεσης του έργου υπέβαλε στην διευθύνουσα υπηρεσία της καθ' ης τους 2ο,3ο,4ο,5ο και 6ο λογαριασμούς, οι οποίοι εγκρίθηκαν και πληρώθηκαν καθυστερημένα, με αποτέλεσμα η καθ 'ης να καταστεί υπερήμερη οφειλέτρια του εργολαβικού ανταλλάγματος. Ότι ζήτησε από την καθ' ης την καταβολή των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας έως τις 31-5-2005, ποσού 483.758,49 ευρώ, κατ' άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003, ως υπόλοιπου κεφαλαίου των ως άνω 5 λογαριασμών, κατά το άρθρο 423 του ΑΚ, μετά από ισόποση αφαίρεση του ποσού των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας της καθ' ης.

Ότι η τελευταία, η οποία κατά το διάστημα της υπερημερίας της εξόφλησε το ποσό του κεφαλαίου των 5 λογαριασμών, αρνήθηκε την καταβολή των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας της>. Με βάση αυτό το ιστορικό η προσφεύγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η καθ' ης να της καταβάλει το ποσό των 483.758,49 ευρώ, ως υπόλοιπο του κεφαλαίου των 5 λογαριασμών, μετά από ισόποση αφαίρεση των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας της καθ' ης, κατ' άρθρο 423 ΑΚ, νομιμοτόκως από 31-5-2005 και επικουρικά να υποχρεωθεί η καθ' ης να της καταβάλει ως τόκους υπερημερίας των 5 λογαριασμών το ως άνω ποσό, σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες ποσοστό τόκων υπερημερίας, άλλως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.10δ Ν1418/1984, εντόκως από της υποβολής των οχλήσεών της, άλλως από την υποβολή της ενστάσεώς της, άλλως από την άσκηση της αιτήσεως θεραπείας, άλλως από την άσκηση της προσφυγής, με τα οποία ζήτησε να της καταβάλει η καθ' ής το ποσό των 483.758,49 ευρώ ως υπόλοιπο του κεφαλαίου των ως άνω λογαριασμών, μετά από ισόποση αφαίρεση των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας της καθ' ης, κατ' άρθρο 423 ΑΚ.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο το κύριο αίτημα της ένδικης προσφυγής είναι μη νόμιμο, διότι η προσφεύγουσα δεν επικαλείται ότι ορίσθηκε ρητά στην καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της καθ' ης σύμβαση ότι οι εκ μέρους της τελευταίας καταβολές θα καταλογίζονται πρώτα στους τόκους και μετά στο κεφάλαιο των λογαριασμών, κατά το άρθρο 423 ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στην προκείμενη περίπτωση έχει εφαρμογή η ειδική διάταξη του άρθρου 53 παρ.12 του Ν 3669/2008 που ορίζει ότι οι πληρωμές που γίνονται στον ανάδοχο κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου καταλογίζονται πάντοτε στο εργολαβικό αντάλλαγμα, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της γενικής και ενδοτικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 423 ΑΚ.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το κύριο αίτημα της προσφυγής, να υποχρεωθεί η καθ' ης να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 483.758,49 ευρώ, ως υπόλοιπο του κεφαλαίου των 5 λογαριασμών, μετά από ισόποση αφαίρεση των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας της καθ' ης , κατ' άρθρο 423 ΑΚ, εντόκως από 31-5-2005, ως μη νόμιμο, καθόσον στερούνται στην προκείμενη περίπτωση πεδίου εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 423 ΑΚ και 5 παρ.13 του Ν 1418/1984, οι οποίες αποκλείονται από την εφαρμοζόμενη, ως έχουσα εν προκειμένω πεδίο εφαρμογής, ειδική διάταξη της παρ.12 του άρθρου 53 του Ν 3669/2008, που αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμογή της γενικής και ενδοτικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 423 ΑΚ, που ως εκ τούτου μπορεί να έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση όπου ρητώς κατά τη διακήρυξη και τους όρους της συναφθείσας διοικητικής σύμβασης ορίσθηκε, κατά τον τρόπο που αναφέρεται στη διάταξη του 423 ΑΚ, η εξόφληση των ενοχών από τη διοικητική αυτή σύμβαση, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού στην ένδικη προσφυγή δεν αναφέρεται ότι ρητώς κατά τη διακήρυξη και τους όρους της επίδικης σύμβασης, ορίσθηκε, κατά τον τρόπο που ορίζεται στην ΑΚ 423 η εξόφληση των ενοχών αυτής της σύμβασης, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 53 παρ.12 του Ν 3669/2008 που είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση και δεν παραβίασε αυτές ευθέως.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή νόμω αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 13/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον επικουρικό λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ότι η ιστορική βάση του κυρίου αιτήματος της προσφυγής στηριζόταν στην υποχρέωση καταβολής του υπολοίπου κεφαλαίου - εργολαβικής αμοιβής, που προέκυψε μετά τον, κατά το άρθρο 423 ΑΚ, καταλογισμό των καταβληθέντων πρώτα στους τόκους υπερημερίας και κατόπιν σε μέρος του κεφαλαίου, ύψους 483.758,49 ευρώ, αντί να λάβει υπόψη ότι η ιστορική βάση του εν λόγω αιτήματος στηριζόταν στη υποχρέωση καταβολής των ισόποσων τόκων υπερημερίας, που γεννήθηκαν εξαιτίας της καθυστερήσεως της αναιρεσίβλητης ως προς την καταβολή των πιστοποιημένων 5 λογαριασμών.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης προσφυγής προκύπτει σαφώς ότι το κύριο αίτημα αυτής στηρίζεται στην υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 483.758,49 ευρώ, ως υπόλοιπο του κεφαλαίου των 5 λογαριασμών, μετά από ισόποση αφαίρεση, κατ' άρθρο 423 ΑΚ, των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας.

Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ.10 του Ν 1418/1984, όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 το Ν 2229/1994, ορίζεται ότι: "Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες. Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους.

Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί. Αν η πληρωμή τους καθυστερήσει πέρα από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή του μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας ίσος με το ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου και ο ανάδοχος μπορεί να διακόψει τις εργασίες αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση...".

Περαιτέρω στο άρθρο 53 παρ. 9 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν 3669/2008, Κώδικα της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων, ορίζεται ότι: "Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού καθυστερήσει χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέραν του διμήνου από την υποβολή του, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την ημερομηνία υποβολής της, τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003 και ο ανάδοχος μπορεί να διακόψει τις εργασίες, αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση".

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.4 του ΠΔ 166/2003 το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ["επιτόκιο αναφοράς"] προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ["περιθώριο"], εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση.

Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες. Οι διατάξεις του ΠΔ 166/2003, οι οποίες αποτελούν μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων της Οδηγίας 2000/35/ΕΚ, κατισχύουν, από την έναρξη της ισχύος τους, των διατάξεων της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 και του άρθρου 53 παρ. 9 του ν.3669/2008, κώδικα της νομοθεσίας περί κατασκευής δημοσίων έργων, τόσο όσον αφορά την πρόβλεψη για προηγούμενη έγγραφη όχληση, επί καθυστέρησης πληρωμής εγκριθέντος λογαριασμού, (πιστοποίησης), η οποία (έγγραφη όχληση) δεν απαιτείται πλέον, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του ΠΔ 166/2003, για την έναρξη της τοκοφορίας του λογαριασμού, όσο και ως προς το εφαρμοστέο επιτόκιο, με την επιφύλαξη της ρύθμισης του άρθρου 8 του ανωτέρω π.

διατάγματος κατά την οποία στις περιπτώσεις που οι κοινές διατάξεις, ήτοι, εν προκειμένω, οι ανωτέρω διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων, είναι, σε σύγκριση με τις διατάξεις του διατάγματος αυτού, ευνοϊκότερες για το δανειστή, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις. Εξάλλου, η διάταξη της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003, που προβλέπει ότι η υποχρέωση καταβολής τόκων στις δημόσιες συμβάσεις αρχίζει μετά από εξήντα ημέρες, σε κάθε περίπτωση, ήτοι και στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 2 περ.

β' του ως άνω π. διατάγματος, (κατά την οποία η τοκοφορία αρχίζει από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής και ελέγχου), δεν υπερισχύει των ανωτέρω διατάξεων της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 και του άρθρου 53 παρ. 9 του Κώδικα της νομοθεσίας περί κατασκευής δημοσίων έργων, διότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις είναι ευνοϊκότερες για το δανειστή, αφού, σύμφωνα με αυτές, η υποχρέωση καταβολής τόκων, για καθυστέρηση πληρωμής λογαριασμού, αρχίζει ένα μήνα από τη λήξη της μηνιαίας προθεσμίας ελέγχου και διόρθωσης του λογαριασμού από τη διευθύνουσα υπηρεσία, σύμφωνα δε με το άρθρο 8 του ανωτέρω ΠΔ 166/2003, στις περιπτώσεις που οι κοινές διατάξεις είναι, σε σύγκριση με τις διατάξεις του εν λόγω π.

διατάγματος, ευνοϊκότερες για το δανειστή, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις (ΣτΕ 1625/2018, ΣτΕ 1553/2017, ΣτΕ 3526/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 53 παρ. 9 Ν 3669/2008, 5 παρ. 10 και 13 Ν 1418/1984, 4 παρ. 4 ΠΔ 166/2003, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως μη νόμιμο το επικουρικό αίτημα της προσφυγής της να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει τόκους υπερημερίας για την καθυστερημένη πληρωμή των 5 λογαριασμών, με επιτόκιο βάσει του ισχύοντος ποσοστού τόκων υπερημερίας των ιδιωτών, κατ' άρθρο 3 παρ. 2 Ν2842/2000 και επικουρικά με το προβλεπόμενο στο άρθρο 5 παρ. 10 Ν 1418/1984 επιτόκιο.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ.4 του ΠΔ 166/2003, ως προς τον υπολογισμό του ύψους του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης, κατισχύουν των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2 Ν 2842/2000 και 5 παρ.10 Ν 1418/1984, οι οποίες δεν εφαρμόζονται στην ένδικη σύμβαση, καθόσον η μεταξύ της αναιρεσίβλητης, ως δημόσιου φορέα, και της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας, δηλ.

όχι μεταξύ ιδιωτών, καταρτισθείσα ένδικη σύμβαση στις 21-5-2003, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας ενσωματώσεως της Οδηγίας 2000/35 στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά πριν από την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό δίκαιο (5-6-2003, έναρξη ισχύος του ΠΔ 166/2003), διέπεται ως προς το ποσοστό του τόκου υπερημερίας από τις διατάξεις της ανωτέρω Οδηγίας, στις οποίες υπάγεται, αποκλειομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2 Ν 2842/2000 και 5 παρ.10 Ν. 1418/1984, όπως κρίθηκε και με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ.10/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου σε Τακτική Ολομέλεια.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το ως άνω επικουρικό αίτημα της προσφυγής, κρίνοντας ότι οι τόκοι υπερημερίας υπολογίζονται με το επιτόκιο που προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ.4 του ΠΔ 166/2003 και όχι με το επιτόκιο των ιδιωτών του άρθρου 3 παρ.2 Ν 2842/2000 ή το επιτόκιο του άρθρου 5 παρ.10 Ν 1418/1984 που ζητείται με την προσφυγή, αφού ως προς το επικουρικό αυτό αίτημα της επιδικάσεως τόκων υπερημερίας, στο δικόγραφο της προσφυγής ουδεμία γίνεται επίκληση των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 53 παρ.9 Ν 3669/2008 ή του άρθρου 4 παρ.4 ΠΔ 166/2003, ορθά ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε αυτές ευθέως.

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρθμ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 807/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ