Legislator Case Law & Legislation
1025/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify document distortion and lack of legal basis regarding evidence evaluation.

Case Number 1025/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Patras judgment. The appellant argued that the lower court distorted mortgage registration records to incorrectly establish his debt status, but the court rejected this claim. The appeal was deemed inadmissible because the appellant failed to specify the true content of the documents and the specific distortion alleged in the appeal petition, rendering the grounds for review indefinite and unsubstantiated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(12) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal for review based on distortion of evidence is inadmissible if the appellant fails to specify the true content of the document, the distortion alleged, and the prejudicial finding, as required by established case law.

Keywords

AI generated
appeal for review distortion of evidence evaluation of evidence indefinite grounds Code of Civil Procedure prejudicial finding mortgage registration

Cited Legislation

AI generated
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183(2) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1025 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1025/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 798/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 1/2011, ΑΠ 212/2006).

Έτσι, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει, ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συντρέχει, όταν γίνεται παραδεκτό ένα αποδεικτικό μέσο χωρίς την ύπαρξη των όρων του παραδεκτού (ΑΠ 394/2011). Περαιτέρω, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 481/2013, 214/2012), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων, κατά το άρθρο 410 ΚΠολΔ και οι ένορκες βεβαιώσεις, κατ' άρθρα 270 παρ. 2, 339 ΚΠολΔ (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1725/2010, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 2178/2009).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια, για εκείνον που ομολογεί. Έτσι δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση αγωγής ή ενστάσεως (ΑΠ 634/2011, ΑΠ 582/2009, ΑΠ 325/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας Δ. Κ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Β.

Π., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τη με αρ. ….49/23-2-2012 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Α. Μ. και Α. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Φ. - Τ., που ελήφθησαν με επιμέλεια του εναγομένου μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδικότερη αναφορά παρακάτω, χωρίς ωστόσο να παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:

Ο εναγόμενος από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ήταν πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... ο οποίος συνεργαζόταν από πολλών ετών με τον Κ. Κ., σύζυγο της ενάγουσας, που ασκούσε το επάγγελμα του εκτελωνιστή, για τον εκτελωνισμό ποσότητας πατάτας σε διάφορες χώρες. Ο συνεταιρισμός περί τα μέσα της δεκαετίας του 1990 (και οπωσδήποτε κατά το έτος 1996) είχε σταματήσει στην πραγματικότητα την εισαγωγική και εξαγωγική δραστηριότητα λόγω σημαντικών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, πλην όμως είχε εξοφλήσει τον Κ.

Κ. για τις παρασχεθείσες στο παρελθόν υπηρεσίες του στον εκτελωνισμό των εξαχθεισών ποσοτήτων πατάτας. Τούτο συνάγεται μεταξύ άλλων και από το με αρ. πρωτ. ….061/14-6-2010 πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου ….. σύμφωνα με το οποίος ο συνεταιρισμός έχει ενημερότητα μέχρι το έτος 1994, ενώ στην από 30-12-2000 καρτέλα πελάτη, που προσκομίζει ο εναγόμενος και αφορά τον ως άνω Συνεταιρισμό, εμφανίζεται ο τελευταίος κατά το τέλος του 2000 να έχει ανεξόφλητο υπόλοιπο μόλις 43.000 δραχμές.

Μάλιστα στην προσκομιζόμενη καρτέλα πελάτη με ημερομηνία εκτύπωσης 31-12-1996 εμφανίζεται να εξοφλείται στις 16-1-1996 η μέχρι εκείνη τη στιγμή οφειλή προς τον Κ. Κ. ύψους 4.563.974 δραχμών. Το οφειλόμενο, ασήμαντο, υπόλοιπο μερικών χιλιάδων δραχμών (των 43.000 δραχμών ή 126,19 ευρώ), δεν σκόπευε να διεκδικήσει ο σύζυγος της ενάγουσας από τον Συνεταιρισμό, καθόσον γνώριζε την οικονομική δυσχέρεια στην οποία βρισκόταν.

Κατά το έτος 1998 όμως ο εναγόμενος αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και επειδή ενδιαφερόταν να θέσει υποψηφιότητα ως δήμαρχος στις τότε επικείμενες δημοτικές και κοινοτικές εκλογές απευθύνθηκε στον Κ. Κ., με τον οποίο διατηρούσε στενή προσωπική φιλία από τα μαθητικά του έτη και του ζήτησε να τον δανείσει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Επειδή ο Κ. Κ. δεν ήθελε, για προσωπικούς λόγους να εμφαίνεται ο ίδιος ως δανειστής του εναγομένου, συμφώνησαν να παρασχεθεί το δάνειο από την ενάγουσα σύζυγο του, η οποία ασκούσε τότε αυτοτελή επιχειρηματική δραστηριότητα, διατηρούσα επιχείρηση εισαγωγών - εξαγωγών, ενώ επιπλέον εκμεταλλευόταν ως μισθώτρια το ιχθυοτροφείο "…." …..

Οι επιχειρήσεις των δύο συζύγων είχαν κοινό λογιστήριο στην …., από το οποίο και έλαβε τμηματικά ο εναγόμενος το ανωτέρω ποσό του δανείου. Προς διασφάλισή της η ενάγουσα εξέδωσε είκοσι συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών εκάστη εις διαταγήν του εναγομένου, τις οποίες αποδέχτηκε αυτός θέτοντας την υπογραφή του στη θέση του αποδέκτη.

Ειδικότερα, η ενάγουσα εξέδωσε επτά (7) συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης την 30-6-1998, αξίας 500.000 δραχμών εκάστη και συνολικής αξίας 3.500.000 δραχμών, τρεις (3) συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης την 20-7- 1998, αξίας 500.000 δραχμών εκάστη και συνολικής αξίας 1.500.000 δραχμών, τέσσερεις (4) συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης 30-7-1998 αξίας 500.000 δραχμών εκάστη και συνολικής αξίας 2.000.000 δραχμών και έξι (6) συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης την 10-8-1998 αξίας 500.000 δραχμών εκάστη και συνολικής αξίας 3.000.000 δραχμών.

Το ανωτέρω δάνειο συμφωνήθηκε άτοκο και επιστρεπτέο τμηματικά κατά τα ποσά και τις ημερομηνίες λήξεως των παραπάνω συναλλαγματικών, ήτοι το ποσό των 3.500.000 δραχμών ή 10.272 ευρώ στις 30-6-1998, το ποσό των 1.500.000 δραχμών ή 4.402 ευρώ στις 20-7-1998, το ποσό των 2.000.000 δραχμών ή 5.869 ευρώ στις 30-7-1998 και το ποσό των 3.000.000 δραχμών ή 8.804 ευρώ στις 10-8-1998.

Εν συνεχεία η ενάγουσα, τον Απρίλιο του 1998, ενεχύρασε τις δέκα από τις συναλλαγματικές αυτές στην ……, πλην όμως δεν πληρώθηκαν από τον αποδέκτη κατά την εμφάνιση τους και επεστράφησαν απλήρωτες και δη οι μεν έξι από αυτές με ημερομηνία λήξης την 30-6-1998, στις 2-7-1998, οι τρεις από αυτές με ημερομηνία λήξης την 20-7-1998, στις 22-7-1998, και η μία με ημερομηνία λήξης την 30-7-1998, στις 3-8-1998.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μολονότι παρήλθαν οι ανωτέρω ημερομηνίες κατά τις οποίες είχε συμφωνηθεί να επιστραφούν τα προαναφερόμενα επιμέρους ποσά του δανείου, ο εναγόμενος λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε, ουδέν κατέβαλε στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συνήφθη σύμβαση δανείου με την ενάγουσα, ούτε είχε ποτέ οποιαδήποτε οφειλή προς αυτήν, αλλά αντίθετα ο Αγροτικός Συνεταιρισμός ...

είχε οφειλή προς τον σύζυγο της ενάγουσας για αμοιβή και έξοδα για τις εκτελωνιστικές υπηρεσίες που του παρείχε, ύψους 10.000.000 δραχμών, για την οποία (οφειλή) και αποδέχτηκε τις εν λόγω συναλλαγματικές ο ίδιος και μόνο, με την ιδιότητά του ως πρόεδρος του συνεταιρισμού. Ισχυρίζεται ακόμη, ότι ο Κ. Κ., αφού παρέλαβε, νόθευσε τις συναλλαγματικές τις οποίες ο ίδιος (ο εναγόμενος) είχε υπογράψει στη θέση του αποδέκτη και είχε παραδώσει λευκές ως προς τα στοιχεία του εκδότη και του λήπτη, συμπληρώνοντας το όνομα της ενάγουσας.

Οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγομένου, όμως δεν κρίνονται ως βάσιμοι κατ' ουσίαν για τους εξής λόγους: 1) Οι επίδικες συναλλαγματικές είχαν εκδοθεί από την ενάγουσα ήδη από το έτος 1998, γεγονός το οποίο γνώριζε ο εναγόμενος καθόσον οι δέκα πρώτες που επεστράφησαν απλήρωτες το έτος 1998 από την Εθνική Τράπεζα και είχε ενημερωθεί σχετικά από αυτήν, έφεραν ως εκδότρια την ενάγουσα, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος και δεν διαμαρτυρήθηκε στον σύζυγο της τότε, όπως έπρεπε λογικά να κάνει εάν δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την ενάγουσα. 2) Η οφειλή του Αγροτικού Συνεταιρισμού προς τον Κ.

Κ., όπως προαναφέρθηκε, δεν υπερέβαινε τις μερικές χιλιάδες δραχμές και σε καμία περίπτωση δεν ανερχόταν στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, ο δε εναγόμενος δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι υπήρξε τέτοια οφειλή του συνεταιρισμού, όταν μάλιστα η δραστηριότητά του έχει σταματήσει από το 1996 περίπου και είχε εξοφληθεί σχεδόν εξολοκλήρου κάθε οφειλή προς τον Κ.

Κ.. Ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εναγομένου ενώπιον της συμβολαιογράφου κρίνονται πειστικές καθόσον δεν επιβεβαιώνονται από έγγραφα για την οικονομική κατάσταση του συνεταιρισμού τον επίδικο χρόνο. 3) Το ιδιόχειρο με ημερομηνία 11-2-1998 σημείωμα που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, το οποίο φέρει την υπογραφή του Κ.

Κ. και στο οποίο αναφέρεται ότι έλαβε αυτός συναλλαγματικές για 14.515.000 δραχμές δεν περιγράφει ούτε την οφειλή για την οποία δόθηκαν οι συναλλαγματικές, αλλά γενικά αναφέρει "έναντι οφειλής", ούτε προσδιορίζεται εάν οι αναφερόμενες σε αυτό συναλλαγματικές οι οποίες σημειωτέον δεν εξειδικεύονται κατά τα στοιχεία τους (ημερομηνία λήξης ποσό, εις διαταγήν ποίου), παρά μόνο κατά το συνολικό ποσό τους ελήφθησαν για λογαριασμό του υπογράφοντος το σημείωμα ή άλλου. 4) Ο εναγόμενος και οι μάρτυρες στις ένορκες βεβαιώσεις τους στην συμβολαιογράφο ισχυρίζονται ότι ο πρώτος εξ αυτών δεν είχε κανένα λόγο να λάβει δάνειο, διότι ήταν φερέγγυος και είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία χωρίς βάρη και άρα θα μπορούσε να δανειστεί από οποιαδήποτε τράπεζα, γεγονός ωστόσο, που δεν αποδεικνύεται αληθές.

Αντίθετα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες περιλήψεις εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ο εναγόμενος είχε μεγάλο οικονομικό άνοιγμα προς τις τράπεζες και η περιουσία του ήταν βεβαρημένη, ενδεικτικά δε, και μόνο για την επίδικη περίοδο (κατά τα έτη 1997, 1998, 1999) υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος με την οποία είχε συνάψει σύμβαση πίστωσης αρχικά μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών αυξηθέν με πρόσθετες πράξεις μέχρι του ποσού των 150.000.000 δραχμών, υπήρχαν τρεις προσημειώσεις υποθήκης σε διάφορα ακίνητα της ιδιοκτησίας του.

Με βάση τις σκέψεις αυτές συνεπώς το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι συνήφθη πράγματι σύμβαση δανείου ανάμεσα στους διαδίκους με την παροχή από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο ποσού 10.000.000 δραχμών, ήτοι 29.347 ευρώ ως άτοκο δάνειο, το οποίο ωστόσο ο εναγόμενος δεν επέστρεψε κατά τα συμφωνηθέντα. Επομένως, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό του δανείου νομιμότοκα από την επομένη της δήλης ημέρας κατά την οποία ήταν επιστρεπτέο κάθε επιμέρους ποσό κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό".

ΙΙ. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, καταλογίζει στο Εφετείο τις από τους αριθμούς 10, 11 και 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, επικαλούμενος ότι, κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 447 ΚΠολΔ, προσέδωσε αυξημένη, έναντι των άλλων, αποδεικτικών μέσων, αποδεικτική δύναμη στην από 30-12-2000 "καρτέλα πελάτη" του, με εκδότη τον Κ. Κ. (σύζυγο της ήδη αναιρεσίβλητης), που αφορά τον Αγροτικό Συνεταιρισμό ..., του οποίου αυτός ήταν πρόεδρος, κατά τον επίμαχο χρόνο, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν προσκομίσθηκε από τον ίδιο, αλλά από την ήδη αναιρεσίβλητη, δεχθέν ότι η "καρτέλα" αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ της αναιρεσείουσας, για οφειλή του ως άνω συνεταιρισμού 43.000 δρχ. προς τον ανωτέρω (Κ. Κ.), με συνέπεια να απορρίψει τους ισχυρισμούς του ότι ουδέποτε συνήψε ο ίδιος δάνειο με την αναιρεσίβλητη και, εντεύθεν, να δεχθεί την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής της. Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως, μόνο, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το επίμαχο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ της ήδη αναιρεσίβλητης, ώστε με βάση αυτό να οδηγηθεί στην παραδοχή της βασιμότητας της ένδικης αγωγής, αλλά το συνεκτίμησε, ισοδυνάμως, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο (που δίκασε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση απαιτήσεώς της από δάνειο, που είχε χορηγήσει προς τον αναιρεσείοντα), δεν έλαβε υπόψη, τη νομίμως επικληθείσα, από αυτόν, ομολογία της αναιρεσίβλητης, περιεχομένη στην, ενώπιόν του, από 11-4-2017 προσθήκη αντίκρουση, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: "...Ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι ο σύζυγός μου παρέλαβε τις συναλλαγματικές για τον ίδιο και όχι εκ μέρους μου.

Πράγματι ο σύζυγός μου παρέλαβε τις συναλλαγματικές για άλλη - ετέρα οφειλή του αντιδίκου, προς το σύζυγό μου και όχι για τη συγκεκριμένη οφειλή του αντιδίκου προς εμένα. Εκείνη την ημέρα, ήτοι στις 11-02-1998, ο αντίδικος πήγε στο γραφείο του συζύγου μου για διάφορες δουλειές. Πήγε να ρυθμίσει μια επαγγελματική οφειλή με τον σύζυγό μου και ταυτόχρονα να του ζητήσει προσωπικό δάνειο ύψους 10.000.000 δρχ.

όπως ανέφερα στις προτάσεις μου και όπως κατέθεσαν οι μάρτυρές μου, ο σύζυγός μου δεν μπορούσε να δανείσει χρήματα στον αντίδικο λόγω της ιδιότητάς του ως εκτελωνιστή. Έτσι, ο σύζυγός μου του πρότεινε λόγω των φιλικών σχέσεων που είχε με τον αντίδικο και γνωρίζοντας ότι είχε άμεση ανάγκη των χρημάτων να του δανείσω εγώ τα χρήματα.

Στην πρόταση αυτή του συζύγου μου ο αντίδικος συμφώνησε. H επιχείρησή μου και η επιχείρηση του συζύγου μου διατηρούν κοινό λογιστήριο, με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται ο αντίδικος να πάει σε άλλο λογιστήριο προκειμένου να λάβει τα χρήματα του δανείου που συμφώνησε.". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, διότι οι επικαλούμενες, από τον αναιρεσείοντα, περιστάσεις, προς θεμελίωσή του, δεν αποτελούν δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, αλλά επιχειρήματα αυτής προς στήριξη της αγωγής της και προς αντίκρουση της αιτιολογημένης άρνησης αυτής (αγωγής), εκ μέρους του αναιρεσείοντος που υποστηρίζει ότι το δάνειο το είχε λάβει με την ιδιότητα του Προέδρου του Αγροτικού Συνεταιρισμού ...

…. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδεται στο Εφετείο πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει, καθ' εαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο. IV. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, επίσης, την από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παράλειψή του να λάβει υπόψη την 586/2013 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που αυτός νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιόν του, με τις από 6-4-2017 προτάσεις του, στην οποία διαλαμβάνονται οι μαρτυρικές καταθέσεις των Β. Ν. και Π. Γ., κατά τις οποίες η καταβολή του επίδικου δανείου έγινε σε δόσεις και μετά αυτός αποδέχθηκε και παρέδωσε τις επίδικες συναλλαγματικές στην αναιρεσίβλητη στις 11-2-1998.

Ο λόγος, όμως, αυτός, παρεκτός του ότι δεν ιδρύεται, αφού οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993), συνιστούν μεν έγγραφα, κατά την παραπάνω έννοια, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους (ΑΠ 339/1996), όχι όμως και ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων (ΑΠ 1440/2002), σε κάθε περίπτωση, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη γενική βεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες των διαδίκων, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της (προσβαλλόμενης), καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, μολονότι δεν μνημονεύει ειδικώς (δεν είχε, άλλωστε, τέτοια υποχρέωση) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τη, φερόμενη, από τον αναιρεσείοντα, ως αγνοηθείσα, πιο πάνω ποινική δικαστική απόφαση.

V. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δέχθηκε, ως περιεχόμενό του, κάτι διαφορετικό, από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά, προφανώς, διάφορα από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Για να θεμελιώνεται, δηλαδή ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 τoυ άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του. Δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε, απλώς, με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003 402/2004 832/2009 1627/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993 194/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 27-8-1999 και 29-12-1999 περιλήψεων εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, τις οποίες είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη, γιατί ενώ από αυτές προκύπτει ότι για την επίδικη χρονική περίοδο (έτη 1997, 1998 και 1999) τη σύμβαση πίστωσης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας δεν την είχε συνάψει ο ίδιος, αλλά ο γιος του Β.

Π. και ο ίδιος συμβλήθηκε ως εγγυητής, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι πιστούχος ήταν ο ίδιος (αναιρεσείων). Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό, κατά τον αναιρεσείοντα, περιεχόμενο των ως άνω, φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων, όπως απαιτείται, κατά την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, για να μπορεί να θεωρηθεί ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο υπόψη λόγος κρίνεται αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επίμαχα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει την αποδεικτική τους αξία, έναντι των άλλων.

VΙ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 8/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε η τελευταία, με τις, εμπρόθεσμες, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-03-2018 αίτηση αναίρεσης της 8/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ