Supreme Court dismisses appeal as inadmissible, ruling arguments were mere denial of facts rather than new legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request for cassation against the Third Instance Court's final judgment. The appellants argued that the driver's actions were negligent and that the truck lacked adequate security systems, but the court found these claims were merely denials of the lower court's factual findings. The court ruled that such arguments, lacking new legal grounds or evidence, do not constitute a valid ground for cassation under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the grounds consist solely of a denial of the lower court's factual findings or arguments derived from the evaluation of evidence, without presenting new legal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1025 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1025/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Α. Γ., το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., 2) Π. Γ. του Α., κατοίκου ... και 3) Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 23-1-2017 Α. Γ., η μεν πρώτη ως σύζυγος, οι δε λοιπές ως θυγατέρες του. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Τζαμακλή. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στην ..., όπως μετονομάστηκε η αρχική ενάγουσα "...", που έδρευε στο ... της ...ς, νομίμως εκπροσωπουμένης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Αστρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την από 21-2-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή, τις από 21-2-2002 και 11-5-2007 προσεπικλήσεις και παρεμπίπτουσες αγωγές αποζημιώσεως εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 4-6-2007 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 14-5-2007 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5001/2008 μη οριστική, 1402/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 640/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 640/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, εκδοθείσα κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-7-2012 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθ. 1402/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικο απόφαση εγένετο εν μέρει δεκτή η από 29-5-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "...", μετονομασθείσα ήδη σε "...". Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1424/2017, 120/2011, 1131/2007).
Εν προκειμένω, με το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στην καθοριστική για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος παραδοχή ότι η συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού , από το οποίο εκλάπη το φορτίο, συνιστά ηθελημένη κακή διαχείριση, δεχθέν ως αληθές άνευ αποδείξεως ότι υπήρχε εναλλακτική λύση για την στάθμευση του οδηγού, σε προσφορότερο και όχι απλώς ασφαλέστερο, αλλά ασφαλή σταθμό στο Κόμο, 180 χλμ πριν την περιοχή της Πάρμας στην ίδια διαδρομή που ακολούθησε ο οδηγός, στον οποίο σταθμό, αν είχε διανυκτερεύσει ο οδηγός με το έμφορτο φορτηγό του, το οποίο δεν διέθετε ούτε ασφαλές και αποτελεσματικό αντικλεπτικό σύστημα ούτε συνοδηγό, η απώλεια του επίδικου φορτίου θα είχε αποφευχθεί και ότι τα πράγματα αυτά δεν αποδεικνύονται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Λάζου Ν., ο οποίος δεν ανέφερε τίποτα σχετικό με τον σταθμό αυτό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω παραδοχή του, και συνακολούθως στο αποδεικτικό πόρισμα του περί της μερικής βασιμότητας της ένδικης αξιώσεως αποζημιώσεως, από την συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν, και δη των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των παρά των διαδίκων νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντων εγγράφων.
Περαιτέρω, ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, που αφορούν στην εκτίμηση του περιεχομένου και της αποδεικτικής ισχύος τής προαναφερομένης μαρτυρικής καταθέσεως, τυγχάνει απαράδεκτος , διότι η σχετική κρίση του Εφετείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 841/2017, 87/2013,), ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ717/2016, 1530/2008,).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν: - ότι, δηλαδή, στη διαδρομή που ακολούθησε ο οδηγός του φορτηγού, υπήρχε σταθμός ανάπαυσης για τον οδηγό, ασφαλέστερος σε σχέση μ' αυτόν που τελικά στάθμευσε στο μη φυλασσόμενο ΣΕΑ "San Martino Ovest", που βρίσκονταν στο Κόμο και ήταν επί πληρωμή φυλασσόμενος, με φράκτη, φωτισμό, φύλακες και έλεγχο εισόδου και εξόδου με πύλη/βραχίονα, ορατός από τον αυτοκινητόδρομο και εύκολα προσβάσιμος για τον οδηγό, 180 χλμ περίπου πριν την περιοχή της Πάρμας, που έπρεπε να αναπαυθεί ο οδηγός, στον οποίο, αν στάθμευε, θα αποτρέπονταν η κλοπή του φορτίου του - και δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν:
ότι, δηλαδή, ο ΣΕΑ "San Martino Ovest" όπου επέλεξε να σταθμεύσει ο οδηγός του φορτηγού ήταν η πλέον ασφαλής επιλογή, διότι κατά την κοινή αντίληψη του μέσου οδηγού ο συγκεκριμένος ΣΕΑ παρέχει ασφάλεια κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθ' όσον δεν υπήρχε ιστορικό κλοπών ή ληστειών σ' αυτόν, ότι ήταν η μοναδική επιλογή του διότι από άποψη ασφάλειας δεν υπήρχε πιο ασφαλές ΣΕΑ.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ' όσον όλες οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειουσών, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών.
Επειδή, κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης της 19-5-1956 "επί του συμβολαίου δια την διεθνή μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (CMR)", η οποία κυρώθηκε με το ν. 557/1997 και από της θέσεώς του σε ισχύ (12-3-1977) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), σε περίπτωση διεθνούς μεταφοράς ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια των εμπορευμάτων και για τη βλάβη τούτων που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου, κατά τον οποίο παραλαμβάνει τα εμπορεύματα, και του χρόνου της παραδόσεως, καθώς επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση παραδόσεως, απαλλάσσεται όμως από την ευθύνη, εκτός άλλων, και όταν η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση προκλήθηκε λόγω συνθηκών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει.
Το βάρος της αποδείξεως ότι η απώλεια, η βλάβη ή η καθυστέρηση οφειλόταν σε ένα από τα αίτια που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ. 2 εναπόκειται στο μεταφορέα (άρθρο 18 παρ. 1). Από τις διατάξεις αυτές, που ρυθμίζουν το θέμα κατά τρόπο αποκλειστικό, προκύπτει ότι ο μεταφορέας απαλλάσσεται εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση παραδόσεως των εμπορευμάτων έγινε υπό συνθήκες τις οποίες δεν θα μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσε να προλάβει και αν ακόμη επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας.
Έτσι, σε περίπτωση απώλειας των εμπορευμάτων λόγω κλοπής δύναται, κατ' αρχάς, ο μεταφορέας να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη μόνον αν αποδείξει ότι η κλοπή έγινε με τη χρήση βίας ή με τη χρήση άγνωστων τρόπων ή μέσων ή γενικώς υπό συνθήκες ασυνήθιστες, που ο μεταφορέας ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν δεν θα μπορούσε να αποφύγει.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 της ίδιας Συμβάσεως, στις περιπτώσεις όπου με βάση την κείμενη νομοθεσία η απώλεια ή η ζημία ή η καθυστέρηση που προκύπτει από μεταφορά διεπόμενη από τη Σύμβαση αυτή δημιουργεί θέμα εξωσυμβατικής απαιτήσεως, ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί των διατάξεων της Συμβάσεως, οι οποίες αποκλείουν την ευθύνη αυτού ή οι οποίες ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλόμενη αποζημίωση.
Κατά το άρθρο όμως 29 παρ. 1 της αυτής Συμβάσεως, ο μεταφορέας δεν θα δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων της Συμβάσεως, οι οποίες αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνη του ή οι οποίες μεταφέρουν το βάρος της αποδείξεως, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω ηθελημένης κακής διαχείρισης αυτού, ή λόγω τέτοιας παραλείψεως του η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υποθέσεως, θεωρείται ως ισοδυναμούσα με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς, εφ' όσον ανακύψει αξίωση προς αποζημίωση από εξωσυμβατική ευθύνη, εξ αιτίας απώλειας, βλάβης ή καταστροφής μεταφερόμενου εμπορεύματος, ο μεταφορέας δύναται να επικαλεσθεί την εφαρμογή των διατάξεων της Συμβάσεως που αποκλείουν την ευθύνη του ή ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλόμενη αποζημίωση.
Κατ' εξαίρεση, ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Συμβάσεως, αν ο δικαιούχος της αποζημιώσεως ενάγων ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ζημία επήλθε από ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα ή από πταίσμα το οποίο, σύμφωνα με τη νομοθεσία του δικαστηρίου της Χώρας, που επελήφθη της υποθέσεως, ισοδυναμεί με ηθελημένη κακή διαχείριση.
Ο όρος "ηθελημένη κακή διαχείριση" - ο οποίος αποτελεί απόδοση στην Ελληνική του όρου "wilful misconduct" από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, που υιοθέτησε η Ελλάδα - ως βαθμός πταίσματος, με τη συνδρομή του οποίου ο μεταφορέας ενέχεται κατά το κοινό δίκαιο προς πλήρη αποζημίωση του παθόντος, είναι άγνωστος στο ελληνικό δίκαιο και δεν ταυτίζεται ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα ή προβλέπει αυτό ως αναγκαίο και το αποδέχεται, ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται.
Αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή έμμεσου. Διαφοροποιείται όμως και από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει ούτε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, διότι από μεγάλη αδιαφορία ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του.
Τούτο δε διότι, ενώ στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμέλειας, που απαιτείται, κρίνεται αντικειμενικώς, στην ηθελημένη (willful) κακή διαχείριση απαιτείται αναγκαίως η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, ήτοι της ψυχικής εκείνης στάσεως του μεταφορέα που γνωρίζει ότι η ενέργειά του ή η παράλειψή του επαυξάνει τον κίνδυνο πραγματώσεως του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Συμφώνως προς τα ανωτέρω, λαμβανομένου υπ' όψη του αντικειμένου και του σκοπού της ως άνω Συμβάσεως, που απέβλεψε στην ομοιομορφία διεθνώς των όρων και της εκτάσεως της ευθύνης του μεταφορέα προς απεριόριστη αποζημίωση και για πταίσμα του ελαφρότερο του ενδεχόμενου δόλου, ο ανωτέρω όρος της "ηθελημένης κακής διαχείρισης", ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από το δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη ή η παράλειψή του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επελεύσεως του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ` ανάγκη και να το αποδέχεται (Ολ.
ΑΠ 18/98). Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Εξ άλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, διότι, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη( ΑΠ 1353/2017, 1000/2017, 684/2017).
Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως(ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 368/2016).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "...Δυνάμει της υπ' αρ. …..99 ασφαλιστικής συμβάσεως που καταρτίστηκε, στο ..., μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας "..." (μετονομασθείσας ήδη σε "..."), που εδρεύει στο ... και της εδρεύουσας στο ..., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, εταιρείας με την επωνυμία "...", η πρώτη ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη όλων των αποστολών εμπορευμάτων που η δεύτερη θα πραγματοποιούσε προς κάθε προορισμό και με κάθε μεταφορικό μέσο από την 1-5-1999 και εφεξής και για αόριστο χρόνο έως την αξία του κάθε μεταφερόμενου φορτίου.
Η ασφάλιση κάλυπτε όλους τους κινδύνους μεταφοράς από τον τόπο αποστολής στον τόπο παραλαβής, συμπεριλαμβανομένης και της κλοπής. Περαιτέρω, με σύμβαση διεθνούς πωλήσεως με τη ρήτρα CIP (Carriage and Insurance Paid, δηλ. Ναύλος και Ασφάλιση πληρωμένα), που καταρτίστηκε, περί τις αρχές Απριλίου 2000, μεταξύ της παραπάνω εταιρείας "..." και της επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη "...", που εδρεύει στο ..., η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στη δεύτερη τα εμπορεύματα που αναφέρονται αναλυτικά στα υπ' αριθ. ...5/7-4-2000, ...6/7-4-2000 και ...7/7-4-2000 τιμολόγια, το είδος και η ταυτότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκαν από τις εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες.
Ακολούθως, η ανωτέρω πωλήτρια εταιρεία ανέθεσε στην εδρεύουσα επίσης στο ..., εταιρεία με την επωνυμία "...." (πρώτη εναγόμενη), καθολική διάδοχος της οποίας, ήδη, έχει καταστεί η εκκαλούσα "F.C.B. N.V.", λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως και αυτή ανέλαβε, έναντι ναύλου 3.501,50 ευρώ, που καταβλήθηκε, τη χερσαία, με φορτηγό αυτοκίνητο, μεταφορά των ανωτέρω 16.980 τεμαχίων ρουχισμού, συνολικού μικτού βάρους 10.137 Kg, κυριότητάς της, από το κέντρο διανομής της, στο Schoten του Βελγίου, στις εγκαταστάσεις της παραλήπτριας εταιρίας στον Ασπρόπυργο Αττικής (Ελλάδα).
Από τα υπ' αριθ. ...7/10-4-2000 και ...8/10-4-2000 δελτία παραδόσεως CMR, που εξέδωσε η εκκαλούσα - πρώτη εναγόμενη, προκύπτει ότι η ίδια συμβλήθηκε με την πωλήτρια ως οδική μεταφορέας, χωρίς να γίνει σε αυτά κάποια σημείωση ότι η μεταφορά θα ανατεθεί σε τρίτο πρόσωπο ή ότι αυτή (πρώτη εναγόμενη) θα επιμελούνταν απλώς για την ανεύρεση του μεταφορέα.
Ακολούθως, η εν λόγω εναγόμενη, ως αρχική μεταφορέας, με αυτοτελή σύμβαση μεταφοράς, που καταρτίστηκε με την εταιρία "...", που εδρεύει στην ... και διατηρεί επιχείρηση διεθνών μεταφορών, ανέθεσε τη μεταφορά των παραπάνω εμπορευμάτων στην τελευταία, η οποία τα αποδέχθηκε. Στη συνέχεια, η "...", με άλλη συμφωνία, ανέθεσε στην ιδιότυπη εταιρία μεταφορών των Ν. 383/1976 και 3190/1955 "...", ως επόμενη μεταφορέα, τη μεταφορά των επίδικων εμπορευμάτων, τα οποία η τελευταία αποδέχθηκε ενώ στη συνέχεια με άλλη συμφωνία, ανέθεσε τη μεταφορά τους στον ..., ως επόμενο και τελικό μεταφορέα, που και αυτός τα αποδέχθηκε.
Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως μεταφοράς, στις 10-4-2000, η προαναφερόμενη πωλήτρια, αλλοδαπή εταιρία, παρέδωσε στο Schoten του Βελγίου, τα πιο πάνω είδη ενδύσεως, επιμελώς συσκευασμένα σε 879 κιβώτια, στην πρώτη εναγόμενη και εκείνη στους διαδοχικούς μεταφορείς. Ο τελικός μεταφορέας, ... φόρτωσε τα εν λόγω κιβώτια στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο θα οδηγούσε ο προστηθείς από αυτόν οδηγός και ήδη αποβιώσας στις 23-1-2007, Α. Γ. (τρίτος εναγόμενος). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, οδηγώντας το ως άνω όχημα, έφθασε κατά τις νυκτερινές ώρες της 10-4-2000 στην Φρανκφούρτη, όπου και στάθμευσε αυτό για να διανυκτερεύσει.
Την επομένη το πρωί (11-4-2000) ο Α. Γ. ξεκινώντας με έμφορτο το παραπάνω όχημα από Φρανκφούρτη και αφού οδήγησε συνεχώς τουλάχιστον επί 8-9 ώρες, έφθασε περί τις 21.30 το βράδυ και στάθμευσε προς διανυκτέρευση στο Σταθμό Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων (ΣΕΑ) "San Martino Ovest" (πενήντα περίπου μέτρα από το ευρισκόμενο εντός αυτού εστιατόριο), ο οποίος βρίσκεται κοντά στην περιοχή της Πάρμας και συγκεκριμένα, στο 114,1ο χιλιόμετρο του Αυτοκινητόδρομου Α1 Μιλάνο - Νάπολη (τμήμα Μιλάνο - Μπολόνια), στην κατεύθυνση προς νότο.
Εκεί, παραμένοντας μόνος του εντός του φορτηγού, αφού κλείδωσε τις πόρτες του οχήματος, το οποίο σημειωτέον δεν διέθετε σύστημα συναγερμού, κοιμήθηκε. Μετά από 4-5 ώρες τρία άτομα, εκ των οποίων το ένα έφερε όπλο, παραβίασαν τις πόρτες του φορτηγού, τον ακινητοποίησαν, έκλεισαν τα μάτια του με αυτοκόλλητη ταινία και, αφού μετέφεραν τον ίδιο και το έμφορτο όχημα σε μακρινή απόσταση από το χώρο σταθμεύσεως, αφαίρεσαν το εμπόρευμα, το οποίο απωλέσθηκε οριστικά.
Το άδειο πλέον φορτηγό και ο απαχθείς οδηγός του ανευρέθηκαν από την Ιταλική Αστυνομία στο Σταθμό Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων "Cologno Est" ... Ο Σταθμός Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων (ΣΕΑ) "San Martino Ovest", όπου επέλεξε να σταθμεύσει προς διανυκτέρευση ο Α. Γ., κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, ήταν περιφραγμένος σε όλη την εξωτερική του περίμετρο και κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου.
Σε πάνω από το μισό μήκος του από βορρά προς νότο προστατευόταν από ένα δεύτερο μεταλλικό φράχτη, που περιέβαλε το εργοστάσιο ζυμαρικών "Barilla", το οποίο εκτεινόταν κατά μήκος του σταθμού. Εντός του σταθμού αυτού στον παραπάνω χρόνο, παρέχονταν οι ακόλουθες υπηρεσίες : α) εστιατόριο - μπάρ εντός του μάρκετ "FINI GRILL" της εταιρείας "HRF Srl", το οποίο λειτουργούσε από τις 7πμ έως τις 11μμ, β) μπάρ - φούρνος και μικρό μάρκετ (της εταιρείας "AUTOGRILL SpA"), που ήταν ανοικτό επί είκοσι τέσσερις ώρες, γ) βενζινάδικο (πρώην AGIP) και μικρό μάρκετ (της εταιρείας "ANNA FERRUA Sas"), που επίσης ήταν ανοικτό επί είκοσι τέσσερις ώρες και δ) συνεργείο αυτοκινήτων :
μηχανικό, ηλεκτρολογικό και ελαστικών (της εταιρείας "L' AUTOASSISTENZΑ"), το οποίο, επισήμως, λειτουργούσε από 8.30 έως 12.30 και από 14.30 έως 18.30, αλλά, πάντως, ήταν ανοικτό από 8.00 έως 19.00. Υπήρχαν τέσσερις περιοχές εντός- του άνω ΣΕΑ, που προορίζονταν για στάθμευση βαρέων οχημάτων. Η πρώτη βρισκόταν λίγο μετά την είσοδο, δίπλα στο εστιατόριο μπάρ "FINI" και είχε χωρητικότητα 10 θέσεων.
Η δεύτερη βρισκόταν πίσω από το εστιατόριο μπάρ "FINI" και είχε χωρητικότητα 20/30 θέσεων. Η τρίτη βρισκόταν πίσω από το μπάρ "AUTOGRILL" και είχε χωρητικότητα 5/6 θέσεων. Τέλος, η τέταρτη βρισκόταν δίπλα στο βενζινάδικο και είχε χωρητικότητα 5/6 θέσεων. Οι τέσσερις αυτές περιοχές, που προορίζονταν για στάθμευση των βαρέων οχημάτων δεν ήταν περιφραγμένες.
Η τροχαία περνούσε από το σταθμό αυτό δύο ή τρεις φορές την ημέρα, συνήθως πραγματοποιώντας ένα γενικό και γρήγορο έλεγχο, ενώ μια περίπολος ήλεγχε την περίμετρο του εργοστασίου της "Barilla", για χρήση όμως της ίδιας της εταιρείας, σε ένα δρόμο δίπλα από το σταθμό και μέρος της περιοχής, που προοριζόταν για στάθμευση βαρέων οχημάτων.
Όμως για τον ίδιο τον σταθμό δεν είχε προβλεφθεί, κατά τον παραπάνω χρόνο, ειδική προστασία, γι' αυτό εξάλλου και οι εισερχόμενοι σε αυτόν δεν κατέβαλαν κάποιο αντίτιμο για τη φύλαξη των οχημάτων τους. Ειδικότερα, δεν υπήρχαν στην είσοδο και έξοδο αυτού μπάρες με φύλακες για να ελέγχουν τα διερχόμενα αυτοκίνητα, ούτε υπήρχε υπηρεσία περιφρουρήσεως του όλου χώρου με φρουρούς, αλλά ούτε και ασφάλεια με σύστημα τηλεοράσεως.
Το ευρισκόμενο εντός του σταθμού αυτού βενζινάδικο, ναι μεν ήταν εξοπλισμένο με κλειστό κύκλωμα τηλεοράσεως με καταγραφή σε συνεχόμενο κύκλο 24 ωρών, το οποίο είχε τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης του για δική του χρήση προ τριετίας μετά από μια σειρά ληστειών, πλην όμως όλες οι εγκαταστημένες σε αυτό κάμερες δεν είχαν οπτική επαφή, έστω και μερική, με τις περιοχές του σταθμού, που προορίζονταν για στάθμευση των βαρέων οχημάτων.
Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι, όπως αποδείχθηκε, πριν από τον παραπάνω σταθμό "San Martino Ovest" στη διαδρομή που ακολούθησε, εκείνη την ημέρα, εντός της Ιταλίας ο Α. Γ. και συγκεκριμένα, περί τα 180 χιλ. πριν την περιοχή της Πάρμας, υπήρχε στο Κόμο χώρος σταθμεύσεως οχημάτων, επί πληρωμή φυλασσόμενος ... ορατός από τον αυτοκινητόδρομο, εύκολα προσβάσιμος, με φράκτη, φωτισμό, φύλακες και έλεγχο εισόδου και εξόδου με πύλη/βραχίονα.
Παρά ταύτα, ο οδηγός του παραπάνω φορτηγού, αν και γνώριζε, λόγω και της πείρας του ως οδηγού διεθνών μεταφορών, ότι ήταν συχνά τα κρούσματα κλοπών εμφόρτων αυτοκινήτων στην Ιταλία και όφειλε και μπορούσε να προβλέψει, ως ενδεχόμενη, την κλοπή του επίδικου φορτίου, προσπέρασε τον προηγούμενο φυλασσόμενο χώρο στο Κόμο και επέλεξε να σταθμεύσει το φορτηγό του για να διανυκτερεύσει στον προαναφερόμενο μη φυλασσόμενο σταθμό "San Martino Ovest", που ήταν προσιτός σε οποιονδήποτε τρίτο και στη συνέχεια, κοιμήθηκε εντός τοο οχήματος, αν και :
α) το τελευταίο δεν ήταν εφοδιασμένο με αποτελεσματικό και ασφαλές αντικλεπτικό σύστημα ασφαλείας ή συναγερμού, με την έναρξη λειτουργίας του οποίου θα προκαλείτο η άμεση επέμβαση των αστυνομικών ή άλλων τοπικών αρχών ή έστω ο αιφνιδιασμός των δραστών και ?η άμεση τροπή τους σε φυγή από φόβο για την ενδεχόμενη σύλληψή τους και β) δεν υπήρχε κάποιο άλλο πρόσωπο (συνοδηγός), το οποίο μεριμνώντας για την ασφαλή φύλαξη του φορτίου, θα επόπτευε, καθ' ον χρόνο αυτός κοιμόταν, το χώρο γύρω από το όχημα, προκειμένου να απομακρύνει άμεσα αυτό πριν οι επίδοξοι ληστές το προσεγγίσουν.
Η συμπεριφορά αυτή του προστηθέντος, κατά τα άνω, οδηγού (Α. Γ.) συνιστά "ηθελημένη κακή διαχείριση", κατά την έννοια που αναφέρθηκε ανωτέρω του άρθρου 29 παρ. 2 της CMR, καθόσον αυτός ενήργησε εν γνώσει του ότι, οι προπεριγραφείσες πράξεις και παραλείψεις του οδηγούσαν σε σημαντική επαύξηση του κινδύνου επελεύσεως του ζημιογόνου αποτελέσματος, της απώλειας, δηλαδή, των ένδικων εμπορευμάτων, πράγμα για το οποίο επέδειξε αδιαφορία.
Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός των εκκαλουσών - εναγομένων ότι η απώλεια του ένδικου φορτίου οφείλεται σε συνθήκες, που ο οδηγός του οχήματος δεν μπορούσε να αποφύγει, βάσει του οποίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 18 παρ. 1 της άνω διεθνούς συμβάσεως, ζητούν την απαλλαγή τους, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφού αν ο παραπάνω οδηγός είχε τηρήσει τα μέτρα που προαναφέρθηκαν, τα οποία τηρεί κάθε μέσος συνετός μεταφορέας, η απώλεια του επίδικου φορτίου θα είχε αποφευχθεί.
Η κρίση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως πράγματι αποδείχθηκε, ο ένας από τους άγνωστους δράστες, που αφαίρεσαν αρχικά το φορτηγό και έπειτα τα επίδικα εμπορεύματα, έφερε όπλο με το οποίο απείλησε τον οδηγό, καθόσον η προεκτεθείσα συμπεριφορά του τελευταίου, που συνιστά την ηθελημένη εκ μέρους του κακή διαχείριση, προηγήθηκε της απειλής, που δέχθηκε αυτός και ήταν εκείνη που δημιούργησε τις συνθήκες αφαιρέσεως του φορτηγού και εντεύθεν του φορτίου, τις οποίες ο εν λόγω οδηγός όφειλε και μπορούσε να αποφύγει...
Συνεπώς, αβάσιμη είναι και η προβληθείσα ένσταση της εκκαλούσας- πρώτης εναγομένης περί περιορισμού της ευθύνης της, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 της άνω διεθνούς συμβάσεως, σύμφωνα με τα παραπάνω λεχθέντα...". Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά (και) την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως αυτής, με την οποία εγένετο εν μέρει δεκτή η από 29-5-2001 κυρία αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά (και) των ήδη αναιρεσειουσών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι η απώλεια των επιδίκων εμπορευμάτων προκλήθηκε λόγω της ηθελημένης κακής διαχειρίσεως εκ μέρους του προστηθέντος από την μεταφορική εταιρία οδηγού του αυτοκινήτου της, δεν παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 της ανωτέρω από 19-5-1956 Συμβάσεως, εφ' όσον τα προαναφερόμενα περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε ως βάσιμη την αξίωση προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, χωρίς τους περιορισμούς της Συμβάσεως, θεμελιώνουν την κατά τα ανωτέρω έννοια της ηθελημένης κακής διαχείρισης, σαφής δε είναι η παραδοχή του Εφετείου, όπως προκύπτει από το σύνολο των ως άνω παραδοχών του, ότι η γνώση του οδηγού αναφέρεται στον κίνδυνο αφαιρέσεως των εμπορευμάτων από το αυτοκίνητο, με άσκηση κατ' αυτού πράξεως βίας.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η συμπεριφορά του οδηγού ενέπιπτε στην έννοια της ηθελημένης κακής διαχείρισης, δεν παρεβίασε και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 της Σύμβασης, ως προς την οποία έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ούτε την επίσης ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, την οποία εφήρμοσε, με το να μη δεχθεί την ένσταση των αναιρεσειουσών-εναγομένων, ότι η απώλεια των εμπορευμάτων έγινε υπό συνθήκες, τις οποίες δεν ηδύνατο ο οδηγός να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν θα ηδύνατο να προλάβει και αν ακόμη επεδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται και η αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένως έκρινε ότι υπό τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά υπήρξε η απαραίτητη προς θεμελίωση της νομικής έννοιας της "ηθελημένης κακής διαχείρισης" συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, επειδή τα υπήγαγε στο δίδαγμα της κοινής πείρας - ότι αν και γνώριζε, λόγω και της πείρας του ως οδηγού διεθνών μεταφορών ότι ήταν συχνά τα κρούσματα κλοπών έμφορτων αυτοκινήτων στην Ιταλία και ηδύνατο να προβλέψει ως ενδεχόμενη την κλοπή του επιδίκου φορτίου, παρά ταύτα, αδιαφόρησε και προσπέρασε τον φυλασσόμενο σταθμό στο Κόμο και στάθμευσε στο μη φυλασσόμενο σταθμό ΣΕΑ San Martino Ovest - ενώ δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι είναι συχνό φαινόμενο οι ένοπλες ληστείες φορτηγών σε μεγάλους, οργανωμένους και πολυσύχναστους ΣΕΑ.
Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, διότι το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, σε κάθε δε περίπτωση διότι οι αναιρεσείουσες, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποιήσεως του ως άνω διδάγματος της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο: α) έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και δη ότι ο οδηγός του φορτηγού "γνώριζε, λόγω και της πείρας του ως οδηγού διεθνών μεταφορών, ότι ήταν συχνά τα κρούσματα κλοπών εμφόρτων αυτοκινήτων στην Ιταλία", ότι ο ίδιος, αν και γνώριζε, λόγω και της πείρας του ως οδηγού διεθνών μεταφορών, ότι ήταν συχνά τα κρούσματα κλοπών εμφόρτων αυτοκινήτων στην Ιταλία και όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ως ενδεχόμενη την κλοπή του επιδίκου φορτίου, παρά ταύτα, αφού στάθμευσε το όχημά του σε υπαίθριο και αφύλακτο χώρο, που ήταν προσιτός σε οποιονδήποτε τρίτο, αποκοιμήθηκε, ότι η ληστεία θα αποτρέπονταν "αν το αυτοκίνητο ήταν εφοδιασμένο με αποτελεσματικό και ασφαλές αντικλεπτικό σύστημα ασφαλείας ή συναγερμού, με την έναρξη λειτουργίας του οποίου θα προκαλείτο η άμεση επέμβαση των αστυνομικών ή άλλων τοπικών αρχών", ότι "...δεν υπήρχε κάποιο άλλο πρόσωπο (συνοδηγός), το οποίο μεριμνώντας για την ασφαλή φύλαξη του φορτίου, θα επόπτευε, καθ' ον χρόνο αυτός κοιμόταν, το χώρο γύρω από το όχημα, προκειμένου να απομακρύνει άμεσα αυτό πριν οι επίδοξοι ληστές το προσεγγίσου...", ότι η μη ύπαρξη δευτέρου προσώπου κατά την εκτέλεση της μεταφοράς αποτελεί στοιχείο που θεμελιώνει την "ηθελημένη κακή διαχείριση" της μεταφορέως και του προστηθέντος αυτής οδηγού και ότι "Αν τηρούνταν τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, τα οποία τηρεί κάθε μέσος συνετός μεταφορέας, η απώλεια του επίδικου φορτίου δα είχε αποφευχθεί", β) δεν έλαβε υπ' όψη τα κάτωθι πράγματα - ισχυρισμούς που προτάθηκαν από τις αναιρεσείουσες και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη ότι αυτό που γνώριζε σίγουρα ο οδηγός του φορτηγού είναι ότι στον συγκεκριμένο ΣΕΑ "San Martino Ovest" δεν υπήρχε ιστορικό κλοπών, ότι ουδόλως εξέθεσε το φορτίο του σε κίνδυνο κλοπής, ούτε προκάλεσε αιτιωδώς την απώλειά του, ότι ο ΣΕΑ San Martino Ovest είναι ο κεντρικός και πιο μεγάλος Σταθμός στην περιοχή της πόλης Πάρμα με συνεχείς αφίξεις και αναχωρήσεις αυτοκινήτων επί εικοσιτετραώρου βάσεως, ήταν οργανωμένος, περιφραγμένος, πολυσύχναστος, επαρκώς φωτισμένος, επιθεωρείτο 2-3 φορές την ημέρα από την τροχαία και ως εκ τούτου τον προτιμούσαν οι διερχόμενοι οδηγοί των φορτηγών αυτοκινήτων για τη διανυκτέρευσή τους, δηλαδή ήταν η πλέον ασφαλής επιλογή για στάθμευση τη νύχτα στην περιοχή, ότι στον συγκεκριμένο ΣΕΑ ο οδηγός είχε σταθμεύσει κατά το παρελθόν πολλές φορές και γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν ασφαλής και ότι δεν υπήρχε ιστορικό κλοπών ή ληστειών σ' αυτόν, ότι ο χώρος του ΣΕΑ είναι περιφραγμένος και άπλετα φωτισμένος, η κίνηση των οχημάτων είναι συνεχής, πλησίον των χώρων σταθμεύσεως των φορτηγών υπάρχουν βενζινάδικο, μίνι μάρκετ και εστιατόριο, ότι ήταν η πλέον ασφαλής επιλογή για στάθμευση τη νύχτα στην περιοχή και η μοναδική μ' αυτά τα αυξημένα χαρακτηριστικά ασφαλείας, ότι η τροχαία ελέγχει καθημερινά τον ΣΕΑ δύο με τρεις φορές την ημέρα, ότι αν και ο συγκεκριμένος ΣΕΑ δεν ήταν φυλασσόμενος με την έννοια της φύλαξης από ιδιωτικούς φρουρούς των φορτηγών αυτοκινήτων που στάθμευαν εκεί, ήταν εξαιρετικά οργανωμένος, πολυσύχναστος και ασφαλής, ότι ο συγκεκριμένος ΣΕΑ είναι η συνήθης επιλογή των οδηγών γιατί είναι η πιο ασφαλής επιλογή στην περιοχή της Πάρμας, ότι προκειμένου να λάβει όλα τα μέτρα που ήταν ενδεδειγμένα για την διασφάλιση του οχήματος και του μεταφερομένου φορτίου από τον κίνδυνο απώλειας λόγω κλοπής, αφού είχε κλειδώσει το όχημα, παρέμεινε και κοιμήθηκε εντός αυτού, αφού το είχε κλειδώσει εσωτερικά προκειμένου να το φυλάει προσωπικά, ότι δεν αποκοιμήθηκε επιδεικνύοντας αδιαφορία για το φορτίο, ότι το δρομολόγιο για τη μεταφορά των εμπορευμάτων είχε ορισθεί να γίνει μέσω Ιταλίας, όχι απλώς εν γνώσει, αλλά κατά παραγγελία της εντολέεω της μεταφοράς ...., η οποία ζητούσε οι μεταφορές των εμπορευμάτων της να γίνονται μέσω Ιταλίας και όχι μέσω της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ότι ουδέποτε πριν την επίδικη ληστεία σημειώθηκε κλοπή εμπορευμάτων της εντολέα κατά τη μεταφορά τους στην Ιταλία, ότι η ...., ότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι είναι συχνό φαινόμενο οι ένοπλες ληστείες φορτηγών σε μεγάλους, οργανωμένους και πολυσύχναστους ΣΕΑ, ότι, η ύπαρξη ενός αντικλεπτικού συστήματος ασφαλείας ή συναγερμού δεν θα απέτρεπε την κλοπή, ότι αν ένας άοπλος πέσει θύμα ενόπλων ληστών και αντισταθεί με όποιον τρόπο διακινδυνεύει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τη ζωή του, ότι το ένδικο φορτηγό διέθετε ηλεκτρομαγνητικές κλειδαριές τις οποίες ο οδηγός ασφάλισε από μέσα από την καμπίνα πριν κοιμηθεί, ότι η ληστεία θα μπορούσε ν' αποτραπεί αν το αυτοκίνητο ήταν εφοδιασμένο με αποτελεσματικό και ασφαλές αντικλεπτικό σύστημα ασφαλείας ή συναγερμού, θα ίσχυε και θα παρείχε προστασία μόνον στην περίπτωση που η κλοπή του φορτίου επιχειρούνταν ενώ απουσίαζε ο οδηγός του, ότι υπό την απειλή των ένοπλων ληστών κανένας δεν θα μπορούσε να πράξει οτιδήποτε διαφορετικό απ' ό,τι έπραξε ο οδηγός του φορτηγού για την προστασία του φορτίου και την αποτροπή της κλοπής του, χωρίς να θέσει σε διακινδύνευση τη ζωή του, ότι η συμφωνία με την φορτώτρια εταιρία ήταν η μεταφορά να εκτελεσθεί με έναν οδηγό, ότι η συμπεριφορά του οδηγού κατά την εκτέλεση της μεταφοράς ήταν η ενδεδειγμένη του μέσου συνετού οδηγού, ότι κατά πάγια τακτική, σε γνώση και αποδοχή της φορτώτριας εταιρίας, της ασφαλιστικής εταιρίας, των μεταφορέων και των παραληπτών των εμπορευμάτων, οι διεθνείς μεταφορές εκτελούνται με έναν οδηγό, ότι ο οδηγός αφού οδήγησε επί 8ωρο, έπρεπε να σταθμεύσει το φορτηγό για την επιβεβλημένη 8ωρη ανάπαυση στην περιοχή της Πάρμας, που βρίσκονταν ο συγκεκριμένος ΣΕΑ San Martino Ovest, ενώ ο επόμενος ΣΕΑ στην περιοχή απείχε 150 χλμ και βρίσκονταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και δεν είχε περισσότερα εχέγγυα ασφάλειας από αυτόν που επέλεξε ο οδηγός και ότι ο οδηγός δεν απομακρύνθηκε από το φορτηγό, αλλά κλείδωσε και την καρότσα όπου μετέφερε τα εμπορεύματα και την καμπίνα του.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ' όσον όλες οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια στην μείζονα πρόταση, κατά την έρευνα του δευτέρου τμήματος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτές, ως ηττηθείσες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-6-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 640/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ