1025/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1025/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3977/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1025 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1025/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΟΣΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαζήση.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χας Β. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-2-2011 και 11-7-2011 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2600/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3977/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3977/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάγνωση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, εφόσον βεβαίως το από αυτές πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 168/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη λαβούσα χώρα διάπλαση ή διάγνωση.
Πρέπει δηλαδή, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, να προκαλείται αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο. Όχι συνεπώς όταν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή αν υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό. Για να είναι ορισμένος ο παρών λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 570/2010, ΑΠ 77/2009).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 332, 324 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Ειδικότερα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε στην έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή. Ειδικότερα, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική τους επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α’ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α’ ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 317/ 2013). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α’ ΑΚ, από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας, δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η μετά την τελεσιδικία ασκούμενη αξίωση με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον μετά την τελεσιδικία αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων (ΑΠ 1365/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθμ. 3977/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Στην υπό κρίση υπόθεση, με τις υπ’ αριθμ. 2326/1997 και 6135/1999 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκαν τελεσίδικα, η πρώτη για τις από 22-9-1995 και 15-1-1996 και η δεύτερη για τις από 8-7-1996, 20-1-1997 και 24-7-1997 αγωγές της ενάγουσας, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 12-1-1995 ο Ν.
Ζ., οδηγώντας, το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου - εφεσιβλήτου και προστηθείς από αυτόν κατά την οδήγηση, στην οδό ... παρέσυρε και τραυμάτισε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του, την πεζή ενάγουσα - εκκαλούσα, που διέσχιζε κάθετα την παραπάνω οδό από διάβαση πεζών. Ότι η ενάγουσα, ένεκα του επίδικου τραυματισμού της υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις, κάταγμα αριστερού μηριαίου, κάταγμα αριστερού βραχιονίου, κάταγμα αμφοτέρων ηβοϊσχιακών κλάδων, κακώσεις στην οδοντική κοιλότητα και πάσχει από σπαστική τετραπάρεση (τετραπληγία), μόνιμη τραχειοστομία, βραδυψυχισμό, οργανικό ψυχοσύνδρομο υπό αγωγή με κατασταλτικά φάρμακα, βράχυνση (ΑΡ) σκέλους 8 cm, σπαστική ιπποποδία (ΑΡ), δεν μπορεί να κινηθεί μόνη και χρειάζεται συνεχώς τη βοήθεια τρίτων, παίρνει συνεχώς οξυγόνο καθ’ όλο το 24ωρο και αεροζόλ με νεφελοποιητή ανά 6ωρο, έχει αδυναμία επικοινωνίας απότοκο της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, και η εγκεφαλική λειτουργία και επαφή με το περιβάλλον συνεχώς επιδεινώνεται, ενώ έχει ανάγκη συστηματικής φυσιοθεραπείας.
Από τη δημοσίευση των δύο ως άνω τελεσιδίκων αποφάσεων, που εκδόθηκαν πριν παρέλθει πενταετία από την ημέρα του ατυχήματος, άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή, κατά το άρθρο 268 εδ. α’ ΑΚ και για της ήδη επίδικες αξιώσεις, που ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση με τις πιο πάνω τελεσίδικες αποφάσεις.
Και τούτο γιατί, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης και για το μέρος των επιδίκων αξιώσεων που ασκούνται μεταγενέστερα, καίτοι δεν περιέχεται γι’ αυτό ειδική αναγνωριστική διάταξη στις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης της παθούσας, γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία, από εκείνη που ήταν επίδικη με τις πρώτες αγωγές (Ολ.ΑΠ 24/2003 ο.π.).
Άρα η ένσταση της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας (άρθρ. 937 παρ. 1 ΑΚ), που πρότεινε στον πρώτο βαθμό το εναγόμενο, είναι και ανεξάρτητα των ζημιών ως προβλεπτών ή απρόβλεπτων, νομικά αβάσιμη και απορριπτέα, αφού από της πιο πάνω τελεσιδικίας, την οποία αναφέρει στις ένδικες αγωγές της η ενάγουσα άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή (άρθρ. 268 εδ.
α’ ΑΚ), που δεν έχει παρέλθει μέχρι την άσκηση των αγωγών αυτών. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε την αντένσταση της ενάγουσας για επιμήκυνση της παραγραφής κατά το άρθρο 268 εδ. α’ ΑΚ, με την αιτιολογία ότι προτάθηκε απαράδεκτα με την προσθήκη των προτάσεών της και δέχθηκε την ένσταση παραγραφής του εναγομένου, απορρίπτοντας στην ουσία τους τις αγωγές, δηλαδή δέχθηκε μη νόμιμη ένσταση, αν και στα δικόγραφα των αγωγών εκτίθενται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει επομένως, κατά ουσιαστική παραδοχή των σχετικών τριών πρώτων λόγων της έφεσης να εξαφανισθεί, η υπόθεση να κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθούν οι αγωγές στην ουσία τους (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ)".
Το Εφετείο, με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις του τους αντίστοιχους λόγους εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει η τελευταία, κατά παραδοχή της ενστάσεως της πενταετούς παραγραφής εκ μέρους της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια (το Εφετείο), με το να απορρίψει την ίδια ένσταση, κατά παραδοχή της αντενστάσεως της αναιρεσίβλητης για επιμήκυνση σε εικοσαετή της παραγραφής της ένδικης αξίωσής της με τις προαναφερθείσες συνθήκες και να δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 268 εδ. 1 και 937 παρ. 1 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να καταλήξει χωρίς αμφιβολία στην ανωτέρω κρίση του.
Ειδικότερα δεν απαιτείτο να διαλαμβάνει η αγωγή ισχυρισμό περί απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας της ενάγουσας, αφού, όπως από την επισκόπηση (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) των δικογράφων (αγωγής και εφέσεως) προκύπτει, πρόκειται περί της ίδιας βλάβης της υγείας της (ενάγουσας) από το ένδικο ατύχημα, αιτείται δε ίδιες περαιτέρω δαπάνες για την αποκατάσταση και θεραπεία της, όπως και η ίδια άλλωστε η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο αναφέρει.
Επομένως, από τον χρόνο του ατυχήματος άρχισε η πενταετής παραγραφή για όλες τις ζημίες της (και μέλλουσες), η οποία, πριν παρέλθει η πενταετία επιμηκύνθηκε, με τη δημοσίευση των υπ’ αριθμ. 2326/1997 και 6135/1999 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, σε εικοσαετή. Με τις προαναφερόμενες παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της επιμηκύνσεως της παραγραφής, ενώ η αναφορά της, ότι η επιμήκυνση επήλθε με τη δημοσίευση των παραπάνω αποφάσεων, καλύπτει το πόρισμά της αυτό, καθόσον, ούτε μέχρι το τέλος του 1996, ούτε με το τέλος του 1999 είχε παρέλθει πενταετία από την πρόκληση του ατυχήματος.
Τις εν λόγω αποφάσεις ρητώς είχε επικαλεσθεί η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη στα δικόγραφα της αγωγής της και της εφέσεώς της (όπως από την επισκόπηση αυτών προκύπτει) και επομένως η αντένστασή της περί επιμηκύνσεως της παραγραφής των αξιώσεών της σε εικοσαετή, προτάθηκε παραδεκτά (άρθρα 527 παρ. 3 και 269 παρ. 2γ’ του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το νόμο 4335/2015) (ΑΠ 98/2015).
Επομένως, οι: πρώτος και δεύτερος, κατά τα δύο τμήματά του, λόγοι της αναιρέσεως εκ των άρθρων 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξ άλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία αντίφαση περιέχει στο διατακτικό της, σύμφωνα με το οποίο, κατόπιν των προαναφερθεισών παραδοχών της, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση της εκκαλούσης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και κατά το τρίτο τμήμα του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2015 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΟΣΕ", κατά της υπ’ αριθμ. 3977/2014 αποφάσεως του Εφετείου (Μονομελούς) Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ