Appeal dismissed because constitutional proportionality argument is inadmissible under civil procedure law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the second-instance judgment regarding civil damages for moral harm. The appellants argued that the awarded sum violated the constitutional principle of proportionality due to their low financial status. The court ruled that this constitutional provision cannot be directly invoked in this context to challenge the trial court's discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The principle of proportionality cannot be directly invoked by a party to challenge the amount of civil compensation awarded by the court of first instance via an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1025 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 1025/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπόμπολα και 3. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γκέλη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5128/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5433/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους και τους από 16 Μαρτίου 2010 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 9 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο κατά το μέρος που εξεκλήθη παραδεκτά, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολομέλεια Α.Π. 16/1990).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι χωρεί αναίρεση κατά της πρωτόδικης απόφασης (υπό την προϋπόθεση πάντοτε της μη παρέλευσης της προθεσμίας άσκησής της κατά την ΚΠολΔ 564 παρ. 1) ως προς τα κεφάλαια που δεν προσβλήθηκαν με την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση, κατά τα οποία, αφότου παρήλθε η προθεσμία προς άσκηση των τακτικών ενδίκων μέσων, κατέστη τελεσίδικη (Α.Π. 162/1997).
Στην τελευταία περίπτωση για το παραδεκτό της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, ερευνώμενο και αυτεπαγγέλτως, θα πρέπει το πρωτότυπό της να κατατεθεί στην Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης (ΚΠολΔ 495, 566 παρ. 2). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμό 5128/2007 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) και υποχρέωσε τους τρεις εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλλουν ο καθένας τους στον πρώτο, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία, το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι εναγόμενοι μόνο για το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης ώστε να επιδικασθεί σε βάρος τους μικρότερο ποσό και κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένστασή τους περί άρσεως του αξιόποινου και εντεύθεν του άδικου χαρακτήρα της πράξεώς τους (άρθρο 367 Π.Κ.).
Η έφεση αυτή απορρίφθηκε λόγω ερημοδικίας των εκκαλούντων με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την ίδια απόφαση του Εφετείου (5433/2008) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αντίθετη έφεση του ενάγοντος με την οποία ζήτησε να του επιδικασθεί μεγαλύτερο ποσό του πρωτοδίκως επιδικασθέντος. Σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ με βάση την έφεση των εναγομένων - αναιρεσειόντων μεταβιβάστηκε στο Εφετείο η υπόθεση μόνο μέσα στα όρια που εξεκλήθη κατά τα ανωτέρω.
Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης δια των οποίων προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 19 της ΚΠολΔ 559, που ανάγονται στην απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των ενστάσεων των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (281 Α.Κ.) και συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος (ΑΚ300) είναι απαράδεκτοι διότι η πρωτόδικη απόφαση δεν ενσωματώθηκε στην εφετειακή ως προς την απόρριψη των ενστάσεων αυτών αφού δεν εξεκλήθη σχετικώς (ΚΠολΔ 562 παρ. 2), το δε αναιρετήριο δεν κατατέθηκε και στην γραμματεία του εκδόντος την πρωτόδικη απόφαση δικαστηρίου και έτσι οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να ερευνηθούν ως στρεφόμενοι κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο τέταρτος πρόσθετος κατά το οικείο μέρος του και ο πέμπτος πρόσθετος με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 8 και 19 της ΚΠολΔ 559 που ανάγονται στην απόρριψη της ένστασης περί άρσεως του αξιοποίνου και εντεύθεν του άδικου χαρακτήρα της πράξεώς τους (367 παρ. 1 Π.Κ.) είναι αλυσιτελείς διότι κατά τα δεκτά γενόμενα με την πρωτόδικη απόφαση, μέρος κατά το οποίο και δεν εξεκλήθη αυτή, ούτε και ασκήθηκε αυτοτελής αναίρεση σχετικώς κατά της πρωτόδικης απόφασης, η αδικοπραξία συνίσταται στη συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος από τους εναγομένους περίπτωση κατά την οποία δεν έχουν εφαρμογή οι εν λόγω διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ. (άρθρο 367 παρ.2 και 363 Π.Κ.). Εκ περισσού δε δέχθηκε το Πρωτοδικείο και ειδικό σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος από τους εναγομένους.
Επίσης απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στο μη εκκληθέν και μη μεταβιβασθέν στο Εφετείο κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που αφορά τη διαπραχθείσα εκ μέρους των εναγομένων αναιρεσειόντων σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση).
Περαιτέρω ενόψει του ότι όπως προεκτέθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξεκλήθη με την έφεση που άσκησαν οι εναγόμενοι ως προ το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και οι δεύτερος, τρίτος έκτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι με τους οποίου προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στο ότι για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος περί της διαπράξεως από τους εναγομένους της αποδιδομένης σ' αυτούς παράνομης πράξης σε βάρος του ενάγοντος (συκοφαντικής δυσφήμησης) λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος ή που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα ή δεν λήφθηκαν υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν ή παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 559 αριθμοί 11 και 12 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα τα αποδεικτικά μέσα και οι για το καθένα σχετικές αιτιάσεις προσδιορίζονται στους ανωτέρω λόγους είναι επίσης απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι (ΚΠολΔ 562 παρ. 2), σε συνδυασμό, βέβαια και με το ότι, όπως προλέχθηκε, το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε και στην γραμματεία του εκδόντος την απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (κατατέθηκε μόνο στην γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκε σχετικώς η 229/26-2-2009 έκθεση).
Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος τους που στρέφονται κατά της απόφασης του Εφετείου είναι αλυσιτελείς, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως ανυποστήρικτη και ερεύνησε μόνο την έφεση του αναιρεσιβλήτου, την οποία απέρριψε στην ουσία της, στα πλαίσια της οποίας (έρευνας τη έφεσης του ενάγοντος) επανέλαβε τις παραδοχές του Πρωτοδικείου περί τέλεσης από τους αναιρεσείοντες σε βάρος του αναιρεσιβλήτου του ποινικού (αλλά και αστικού) αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού κατά τούτο η πρωτόδικη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, ως μη προσβληθείσα σχετικώς με λόγο έφεσης από πλευράς εναγομένων, και δεν μπορούσε το Εφετείο χωρίς ερευνώμενο κατ' ουσίαν παραδεκτό λόγο έφεσης των εναγομένων, να καταστήσει χείρονα τη θέση του ενάγοντος-εκκαλούντος.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγονται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχή στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.
Α.Π. 6/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι το ποσό των 30.000 ευρώ, που επιδίκασε σε βάρος του καθενός ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπραξία ο ενάγων είναι, ενόψει της χαμηλής οικονομικής κατάστασης αυτών ως αγροτών, υπερμέτρως ασύνηθες.
Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίασή της. Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2007 αίτηση με τους από 16 Μαρτίου 2010 πρόσθετους αυτής λόγους της ... και ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 5433/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της 5128/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ΑΘηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ