Supreme Court dismisses appeal on property transfer dispute, upholding lower court's rejection of fraud claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property transfer dispute. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim of fraud and failed to order evidence for a specific document, but the court found these grounds inadmissible under new procedural laws. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 559(11)(a), (c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals based on the failure to order evidence for alleged falsity are inadmissible under current law, and that a lower court's assessment of evidence falsity is reviewable only if the decision leaves a doubt contrary to the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1025 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1025/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσάτσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:7038/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1367/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 563/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Μαΐου 2006 αίτησή του ως και τους με ιδιαίτερο από 19 Οκτωβρίου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 134/5-5-2006 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 272/19.10.2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 563/15-3-2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 134/5-5-2006 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 272/19-10-2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 563/15-3-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 5083/23-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου εδιώκετο η καταδίκη του δι' αυτής εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σε δήλωση βουλήσεως για μεταβίβαση κατά κυριότητα κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου, το οποίο αγόρασε ο τελευταίος κατά το εν λόγω ιδανικό μερίδιο κατόπιν εντολής του αναιρεσιβλήτου κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέως.
Η εν λόγω αγωγή απευθυνόταν αρχικά στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 7038/2002 απόφασή του κηρύχθηκε καθ' ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 1367/2004 απόφασή του. Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλε ο εναγόμενος με την 944/16-3-2004 έφεση και τους με ιδιαίτερο 5273/20-12-2005, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, επί της οποίας, εκδόθηκε η 563/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες παραδοχές της: " Ο εναγόμενος, που είναι σύζυγος της αδελφής του ενάγοντος, συμφώνησε με τον ενάγοντα το έτος 1965 να αγοράσουν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα διαιρετό τμήμα αγρού, εμβαδού 1.250 τ.μ.
που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ... , αποτελεί διαιρετό τμήμα του υπ' αριθ. ... Γ' κατηγορίας αγρού και συνορεύει βόρεια με τα υπ' αριθ. ... και ...χέρσα επί πλευράς 24 μέτρων, νότια με το υπ' αριθμ. ... χέρσο επί πλευράς 24 μέτρων, ανατολικά με το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο επί πλευράς 57 μέτρων και δυτικά με υπόλοιπο τμήμα του υπ' αριθμ. ...
κληροτεμαχίου. Λόγω δε του παραπάνω συγγενικού δεσμού τους και της αμοιβαίας σχέσεως εμπιστοσύνης, με άτυπη σύμβαση εντολής οι διάδικοι συμφώνησαν να προβεί ο εναγόμενος, που τότε κατοικούσε και εργαζόταν στη Γερμανία, στην αγορά του παραπάνω αγρού , κατά μεν 1/2 εξ αδιαιρέτου για λογαριασμό του ενάγοντος - εντολέα και με χρήματα του αυτού (εντολέα) αλλά επ' ονόματι του εναγομένου - εντολοδόχου και κατά το υπόλοιπο ποσοστό για τον εαυτό του (εναγομένου) ατομικά και με δικά του χρήματα.
Στη συμφωνία αυτή προέβησαν τα μέρη για καθαρά φορολογικούς λόγους, ενόψει των ευεργετικών ρυθμίσεων που ίσχυαν σε σχέση με το φόρο μεταβιβάσεως ακινήτων στις περιπτώσεις εισαγωγής ξένου συναλλάγματος. Σε εκτέλεση της ως άνω εντολής ο εναγόμενος προχώρησε στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, κατά τα συμφωνηθέντα, ήτοι ως έμμεσος αντιπρόσωπος του ενάγοντος για το 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ως άνω ακινήτου και υπέγραψε το υπ' αριθμ. ...προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Μανίκα.
Ως τίμημα για την αγορά αυτή συμφωνήθηκε το ποσό των 140.000 δρχ., το οποίο οι διάδικοι κατέβαλαν από μισό (βλ. την από 1-9-1965 απόδειξη). Ενισχυτικό της παραπάνω άποψης του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος ενήργησε την αγορά αυτή μετά από εντολή του ενάγοντος και σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως είναι και το γεγονός ότι οι διάδικοι συνέταξαν την από 1-9-1965 απόδειξη, που φέρει τις υπογραφές τους ως και την υπογραφή του ..., ως μάρτυρα, στην οποία αναφέρονται τα εξής: "Απόδειξη δια 140.000 δρχ.
Οι υπογεγραμμένοι Ψ1 και Χ1 αγοράσαμε ένα οικόπεδο 1.100 μέτρα εξ αδιαιρέτου και στοίχισε αυτό 140.000 τα οποία έδωσε ο Χ1 τα εβδομήντα και τα υπόλοιπα ο Ψ1 Εν ..., 1-9-1965". Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι η απόδειξη αυτή υπεγράφη από τον ίδιο τρεις ημέρες πριν από τις 26-8-1965 που υπεγράφη το προσύμφωνο αγοράς, και όχι την 1-9-1965 και έφερε μόνο το ποσό (140.000 δρχ.), το οποίο θα έδιναν μαζί με τον ενάγοντα για την αγορά του ακινήτου, πλην όμως ο τελευταίος υπαναχώρησε πριν την υπογραφή του προσυμφώνου και έλαβε πίσω το ποσό που κατέβαλε (70.000 δρχ.) και συνεπώς η απόδειξη αυτή έχει πλαστογραφηθεί ως προς το περιεχόμενο της.
Όμως, από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού, αλλά ούτε και η ένσταση του περί πλαστογραφίας του περιεχομένου της εν λόγω αποδείξεως. Η κρίση αυτή ενισχύεται πρώτον, από το γεγονός ότι ουδέποτε συντάχθηκε έγγραφη απόδειξη για την, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, επιστροφή των χρημάτων και δεύτερο, από το ότι η παραπάνω απόδειξη παρέμεινε από τότε στα χέρια του ενάγοντος, πράγμα το οποίο δεν θα συνέβαινε εάν ήσαν βάσιμοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγομένου.
Περαιτέρω, η ως άνω απόδειξη συντάχθηκε υπό τη μορφή ιδιωτικού εγγράφου και δεν αφορά κάποια οικονομική συναλλαγή ώστε να χρήζει θεωρήσεως από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Σε κάθε περίπτωση η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 16 του ν. 1882/1990, που ορίζει ότι "συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για οποιαδήποτε συναλλαγή θεωρούνται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από της ημερομηνίας καταρτίσεως και υπογραφής από την αρμόδια ΔΥΟ άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα", η οποία δεν έχει αναδρομική ισχύ, ισχύει μόνο έναντι της φορολογικής αρχής, χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου, που προβάλλεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. V. Από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω. Στη συνέχεια, το έτος 1980 ο εναγόμενος, ενεργώντας στο όνομα του αλλά και για λογαριασμό του ενάγοντος, πέτυχε να εκδοθεί η υπ' αριθμ. 465/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία επικυρώθηκε η δια του ανωτέρω προσυμφώνου καταρτισθείσα (ανώμαλη) δικαιοπραξία και υποχρεώθηκαν οι πωλητές να προσέλθουν σε συμβολαιογράφο για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως.
Ακολούθως, μετά από νομότυπη διαδικασία ο εναγόμενος απέκτησε οριστικά την κυριότητα επί του ως άνω ακινήτου, με νόμιμη μεταγραφή στις 16-7-1980 της παραπάνω αποφάσεως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Περί το μήνα Αύγουστο του 2001, όταν ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να εκτελέσει τα συμφωνηθέντα και να του μεταβιβάσει το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου ο τελευταίος αρνήθηκε ρητά, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο απλώς ανέλαβε την τακτοποίηση της εκκρεμότητας αυτής.
Ο δε ενάγων, λόγω της συγγενικής τους σχέσεως, πίστευε αυτός θα τακτοποιούσε την υποχρέωσή του. Μετά τη σύμφωνα με τα παραπάνω ρητή άρνηση του εναγομένου ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη αγωγή του, με την οποία ζήτησε την καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως του ως άνω ποσοστού του επιδίκου ακινήτου.
Ο εναγόμενος, προς απόκρουση της αγωγής, προέβαλε, μεταξύ άλλων και την ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι από το έτος 1980 που εκδόθηκε και μεταγράφηκε (16-7-1980) η παραπάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επικυρώθηκε η ως άνω δικαιοπραξία, μέχρι το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής (26-4-2002) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Αποκρούοντας ο ενάγων τη νόμιμη αυτή ένσταση του εναγομένου προέβαλε τον ισχυρισμό (αντένσταση), περί διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνωρίσεως της αξιώσεως από τον εναγόμενο (άρθρο 260 ΑΚ). Πράγματι, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ο εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα του ενάγοντος επί του ως άνω ακινήτου, απλώς ανέβαλε την τακτοποίηση της εκκρεμότητας αυτής.
Το 1994 μάλιστα οι διάδικοι αποφάσισαν να οριοθετήσουν το εν λόγω ακίνητο και στη συνέχεια να προχωρήσουν στην κατάρτιση της σχετικής δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως του 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστού στον ενάγοντα. Έτσι, ο ενάγων ανέθεσε την ως άνω εργασία στο ..., αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό, ο οποίος συνέταξε το από ...τοπογραφικό διάγραμμα και έλαβε από τον ενάγοντα τη σχετική αμοιβή του.
Στη συνέχεια, όμως ο εναγόμενος και πάλι ανέβαλε την τακτοποίηση της υποχρεώσεως του.
Συνεπώς, από το 1994 τουλάχιστον, οπότε με κοινή απόφαση των διαδίκων ο ενάγων προχώρησε στην οριοθέτηση του ακινήτου προκειμένου να γίνει μεταβίβαση σ' αυτόν του ως άνω ποσοστού, συνάγεται ότι ο εναγόμενος με τη συμπεριφορά του (εντολή στον ενάγοντα για οριοθέτηση του ακινήτου προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση ) θεώρησε ότι η αξίωση του ενάγοντος είναι υπαρκτή και την αναγνώρισε.
Γι' αυτό, εφόσον από τότε μέχρι το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής (26-4-2002) δεν παρήλθε ο απαιτούμενος για την παραγραφή χρόνος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η σχετική ένσταση του εναγομένου κατ' αποδοχή της ως άνω αντενστάσεως του ενάγοντος. Τέλος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του εφεσίβλητου ενάγοντος, για το λόγο ότι αυτός αδράνησε για μεγάλο χρονικά διάστημα να ασκήσει το δικαίωμά του , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο γιατί, η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου προς άσκηση του δικαιώματος του, δεν αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά απαιτείται συνάμα και η συνδρομή και άλλων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι ο δικαιούχος δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα την πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, εις τρόπον ώστε, η με τη μεταγενέστερη άσκηση του επιδίωξη του δικαιούχου να μεταβάλει τη δημιουργηθείσα από την αδράνεια και διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατάσταση, αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Α: κύριο δικόγραφο.
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 550 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που παραδεκτά προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Έτσι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Β'ΟλΑΠ 14/2004).
Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Πράγμα αποτελούν οι λόγοι εφέσεως και πρόσθετοι αυτής λόγοι που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Σε αντιδιαστολή κατά την έννοια της αναιρετικής αιτιάσεως του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., ως αίτηση θεωρείται κάθε αυτοτελές αίτημα του διαδίκου, με το οποίο ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής της κύριας παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος του απονέμει, όπως εκείνη της πλήρως αποδείξεως, με ή χωρίς, δυνατότητα ανταποδείξεως.
Ακόμα κατά την πρώτη περίπτωση του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο, που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά όμως την δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί τούτου ισχυρισμός για να στοιχειοθετήσει λόγο εφέσεως, πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψει αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", προκύπτει ότι η εντολή είναι ενοχική σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή κατά δε την διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεση της, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως ή την φύση του αντικειμένου, επομένως και το πράγμα που αγόρασε σε εκτέλεση της εντολής.
Η σύμβαση αυτή, και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΚ 158). Η υποχρέωση του εντολοδόχου από την εν λόγω εντολή συνίσταται στην μεταβίβαση του ακινήτου ή κινητού, του οποίου απέκτησε την κυριότητα σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του εντολέα, σε περίπτωση δε αρνήσεώς του εξαναγκάζεται σε τούτο με την καταδίκη του σε δήλωση της σχετικής βουλήσεως κατόπιν αγωγής του εντολέα (Κ.Πολ.Δ.949).
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται κατ' επικουρική σειρά με αναφορά στην 465/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επικυρώθηκε η διατυπούμενη στο .... συμβόλαιο του συμ/φου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Μανίκα προσύμβαση πωλήσεως του διαιρετού τμήματος του κληροτεμαχίου και απέκτησε την κυριότητα αυτού με τη μεταγραφή της ο αναιρεσείων εντολοδόχος, οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 9, 19, 12, 16 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι (α) ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο διατυπωθείς με το δεύτερο λόγο εφέσεως του προσθέτου δικογράφου ισχυρισμός του ότι απέκτησε την κυριότητα του αγρού, με προσήκουσα στην περίπτωση αυτή αναιρετική αιτίαση εκείνη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., (β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο αντιφατικό δέχεται ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και παράλληλα ότι η κυριότητα αποκτήθηκε κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, (γ) ότι παρέλειψε να απονείμει στην 465/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου την αυξημένη κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., ως δημοσίου εγγράφου, αποδεικτική δύναμη της πλήρους αποδείξεως και (δ) κατά παράβαση του νόμου δε δέχθηκε την ύπαρξη του απορρέοντος από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένου, χωρίς παράλληλα, προεχόντως, να επικαλείται με το αναιρετήριο ότι ο περί τούτου ισχυρισμός του προκλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Σε συνέπεια με την νομική παραδοχή ότι ο εντολοδόχος αποκτά την κυριότητα του ακινήτου σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεση αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, με εντεύθεν υποχρέωσή του προς μεταβίβαση της στον τελευταίο, κατά τις όμοιες περί τούτου παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις, ερειδόμενες επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχονται ως αβάσιμες.
Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, ως αόριστοι, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση (1) με αναφορά στο άρθρο 560 αρ. 1 αντί του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, παραλείποντας παντελώς να διαλάβει στο αναιρετήριο τα θεμελιωτικά της περί τούτου ενστάσεως του πραγματικά περιστατικά, σε κάθε δε περίπτωση η επικληθείσα επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου αναιρεσιβλήτου δεν αρκεί για να προκαλέσει την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, κατ' ορθή εφαρμογή του οποίου απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας η περί τούτου ένσταση του αναιρεσείοντος και (ιι) ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα μέσα, με προσήκουσα την παραλειπόμενη να αναφερθεί αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αφορά τη πλημμέλεια αυτή.
Β. Πρόσθετο δικόγραφο Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφασή του και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για τη θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.
Εξάλλου, η πράξη που ανατίθεται στον εντολέα να ενεργήσει, πρέπει να μην αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή τα χρηστά ήθη, με ακυρότητα σε αντίθετη περίπτωση της εντολής. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ευθεία παραβίαση του άρθρου 713 ΑΚ, με την έννοια ότι η ανατεθείσα στον αναιρεσείοντα εντολή προσέκρουσε στην απαγορευμένη από το νόμο και μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968 κατάτμηση του γεωργικού κλήρου (άρθρο 1 παρ. 1 αυτού).
Δεν γίνεται όμως μνεία στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για ακυρότητα από τον λόγο αυτό της εντολής προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε τούτο προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και εκείνου των προσθέτων αυτής λόγων, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, χωρίς παράλληλα να συντρέχει ουδεμία από τις αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις και ιδία εκείνη του αφορώντας της δημόσια τάξη ισχυρισμού, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι επετράπη στη συνέχεια η επικύρωση της κατά παράβαση της εποικιστικής εν γένει νομοθεσίας καταρτισθείσης δικαιοπραξίας.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, η οποία στην ερευνώμενη υπόθεση αρχίζει από της μεταγραφής της επικυρωτικής της (ανώμαλης) δικαιοπραξίας 465/1980 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και της έκτοτε κτήσεως της κυριότητας του αγρού από τον αναιρεσείοντα, οπότε και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απορρέουσας από τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εντολής υποχρέωση του εντολοδόχου αναιρεσείοντος για μεταβίβαση της κυριότητας αυτού κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/2 στον εντολέα αναιρεσίβλητο, κατά την όμοια περί τούτου ορθή κατ' αποτέλεσμα κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των άρθρων 249, 251 ΑΚ και παράλληλα ανεπιτρεπτώς πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων - θετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τα θεμελιωτικά της αντενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί διακοπής της κατά τους ορισμούς του άρθρου 249 ΑΚ εικοσαετούς παραγραφής πραγματικά περιστατικά, με την μορφή της κατά την έννοια του άρθρου 260 ΑΚ αναγνωρίσεως της από τη σύμβαση εντολής αξιώσεως του τελευταίου κατά του αναιρεσείοντος, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να διατάξει αποδείξεις για την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση πλαστότητας της σημειουμένης στις αιτιολογίες της αποφάσεως από 1-9-1965 αποδείξεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο ήταν δυνατή η άσκηση αναιρετικού ελέγχου για τη συμμόρφωση των δικαστηρίων της ουσίας προς την υποχρέωσή τους να διατάσσουν τακτική απόδειξη για κάθε αμφισβητούμενο γεγονός ("ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά"), καταργήθηκε με το άρθρο 14Ι του ν.2915/2001 περί της προδικαστικής αποφάσεως και της εφαρμογής της διαδικασίας του νέου άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.
σε όλες τις υποθέσεις. Το δικονομικό καθεστώς τούτο, με χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), διέπει και την ένδικη υπόθεση, με κριτήριο τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (17-11-2003) (άρθρο 22 του ν. 2915/2001). Με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 α, γ Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την προσβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, ως πλαστή, από 1-9-1965 απόδειξη, κατά την έρευνά της περί τούτου ένστασης, η οποία αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με βάση το υπάρχον στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό και επιπρόσθετο ότι δεν λήφθηκε υπόψη η συνταχθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης 4907/14-11-2003 ένορκη βεβαίωση, από τη ρητή αναφορά της οποίας στις αιτιολογίες της αποφάσεως και το λοιπό περιεχόμενο αυτής, καθίσταται αδίστακτως βέβαιο, χωρίς να καταλείπεται περί αντιθέτου αμφιβολία, ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε.
Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο στην πραγματικότητα εμμέσως, πλην σαφώς, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της γνησιότητας της εν λόγω αποδείξεως, ελέγχεται ως αβάσιμος. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 134/5-5-2006 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 272/19-10-2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 563/15-3-2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ