Legislator Case Law & Legislation
1025/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employer liability, ruling no duty of care existed for unauthorized employee actions.

Case Number 1025/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's judgment regarding employer liability. The appellant argued the bank was liable for damages caused by an employee acting outside his official duties, while the bank contended the employee acted illegally and without authority. The court held that no legal duty of care existed because the employee's actions were entirely disconnected from his assigned tasks and performed without authorization.

Legislator headnote

AI generated

Article 922 of the Civil Code; The employer is not liable for damages caused by an employee when the employee acts illegally, outside the scope of assigned duties, and without any internal connection between official and unofficial activities.

Keywords

AI generated
employer liability duty of care unauthorized acts scope of employment civil code article 922 internal connection employee negligence

Cited Legislation

AI generated
Article 922 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1025 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1025/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βάθη.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Σπήλιος Μούζουλας, 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E.F.G Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε", την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Ορφανίδης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.02.1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 21/2000 μη οριστική, 80/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, και 239/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 26.09.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 28.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις από τον προστηθέντα και κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας προξενηθείσες παράνομα σε τρίτον ζημίες, όπως επίσης και όταν τις ζημίες τις προξένησε αυτός επ' ευκαιρία της εκτελέσεως της υπηρεσίας του αυτής ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής και κατά παράβαση των οδηγιών που του δόθηκαν, όπως και για κάθε πράξη αυτού, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον προστηθέντα λόγω ακριβώς της θέσεώς του αυτής, των ευκαιριών, τις οποίες αυτή του παρέσχε για χρησιμοποίηση για άλλο σκοπό, των τεθέντων στη διάθεσή του μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως εξαιτίας του, από τα στοιχεία αυτά προκύπτοντος στενού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως και της υπηρεσίας του προστηθέντος, με την έννοια ότι η ζημιογόνος ενέργεια του προστηθέντος δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση αυτού από την προστήσασα.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 19 παρ. 2, 20 παρ. 1, 21 και 30 εδ. α' του ν. 1969/1991, όπως ο νόμος αυτός συμπληρώθηκαν με το Π. Δ/γμα 433/1993, προκύπτει ότι για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, ύστερα από άδεια συστάσεως που χορηγείται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, από ανώνυμη εταιρία διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ), απαιτούνται α) γραπτή αίτηση προς την ΑΕΔΑΚ, β) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και γ) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα της τιμής διάθεσης των μεριδίων σε μετρητά ή κινητές αξίες, εφόσον η ΑΕΔΑΚ δεχθεί τις τελευταίες.

Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή του άρθρου 20 του ν. 1969/1991, ορίζονται τρία τα απαιτούμενα στοιχεία για την απόκτηση του μεριδιούχου αμοιβαίων κεφαλαίων και δεν περιορίζονται σε μόνη την καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των μεριδίων. Βασική προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του μεριδιούχου, κατά το άρθρο 20 ν. 1969/1997, είναι η υποβολή γραπτής αίτησης προς την εταιρία διαχείρισης, που έχει την έννοια της πρότασης προς κατάρτιση της σύμβασης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή από την εταιρία διαχείρισης.

Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 21 ιδίου ως άνω νόμου, για να αποκτήσει ο αιτών την ιδιότητα του μεριδιούχου, απαιτείται να αποφασίσει η ΑΕΔΑΚ την αποδοχή της αιτήσεως συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο, σύμφωνα με τους όρους κανονισμού αυτού του τελευταίου, που πρέπει να συνοδεύεται από την αποδοχή του κανονισμού και την καταβολή του χρηματικού ποσού στο θεματοφύλακα, που ενεργεί και ως ταμίας του Κεφαλαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη τυγχάνει εταιρία διαχειρίσεως του αμοιβαίου κεφαλαίου διαθεσίμων εσωτερικού με την επωνυμία GRETA FUND και η δεύτερη εναγομένη τυγχάνει θεματοφύλακας του ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου, η οποία κατόπιν συμφωνίας με την διαχειρίστρια, ανέλαβε, ως αντιπρόσωπος, την υποχρέωση να διαθέτει μερίδια του ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου σε ενδιαφερόμενους επενδυτές, μέσων των κατά τόπους υποκαταστημάτων της, στα πλαίσια βέβαια των ρυθμιστικών διατάξεων των άρθρων 17-49 του Ν. 1969/91.

Ο ενάγων Χ1 που ήτο γνωστός και αποβλέποντας στο πρόσωπο του Διευθυντή του καταστήματος της Τράπεζας Κρήτης Κορίνθου Γ1, που κατάγονται και οι δυο από το ...., προέβη σε έναρξη αμοιβαίων κεφαλαίων στις 31-10-1994 για ποσό 27.000.000 δρχ, από αγορά της μετρητοίς μιας επιταγής της ΕΜΤΕ και κατάθεση του ισόποσου στο λογαριασμό ......

της Τράπεζας ΚΡΗΤΗΣ GRETA FUND Διαχ. Διαθεσίμων επί του οποίου εγγράφου καταθέσεως υπάρχει υπογραφή του Χ1. Το αμοιβαίο αυτό κεφάλαιο ίσχυσε έως τις 6-2-1998 ότε και εξοφλήθηκε, αφού όμως ενδιάμεσα διενεργήθηκαν πρόωρα μερικές εξαγορές μεριδίων και συμμετοχή σε νέα αμοιβαία κεφάλαια με το εναπομένον κάθε φορά ποσό.

Όλα τα ως άνω κεφάλαια ήταν διάρκειας κάτω των 45 ημερών, με την εξαγορά δε των αμοιβαίων στις 6-2-1998 έγινε ισόποση προθεσμιακή κατάθεση στο λογαριασμό .....επ' ονόματι Χ1 και ...... με επιτόκιο 13% και λήξη την 6-3-1998. Με τη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης την 6-3-1998 γίνεται ανάληψη μετρητών ποσού 250.000.000 δρχ, κατάθεση ποσού 240.000 δρχ.

στο λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό 42.849.375, με δικαιούχο τον Χ1, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 23.490.126 δρχ., έγινε αμοιβαίο κεφάλαιο που είχε διάρκεια έως 26-6-1998. Σημειωτέον ότι τα σχετικά παραστατικά είναι ανυπόγραφα από τον Χ1, έχουν όμως θεώρηση του Γ1, ενώ στην αίτηση συμμετοχής στα αμοιβαία κεφάλαια υπάρχει και η υπογραφή του ......

υπαλλήλου της τράπεζας με δικαίωμα υπογραφής. Με την εξαγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων στις 26-6-1998 γίνεται κατάθεση του ισόποσου σε λογαριασμό ταμιευτηρίου Νο ...., ενώ στην ίδια ημέρα ο Χ1 αναλαμβάνει το ποσό των 30.000 δρχ., από τον αναφερόμενο λογαριασμό ταμιευτηρίου. Την 30-6-1998 γίνεται ανάληψη ποσού 20.614.535 δρχ.

από το λογαριασμό ταμιευτηρίου Νο .... του Χ1 με σχετικά παραστατικά που φέρουν την υπογραφή του Χ1 και θεώρηση του Γ1. Εκ του ως άνω αναληφθέντος ποσού, που έγινε σε μετρητά από τον ταμία ....... και δόθηκαν στα χέρια του Χ1, ο τελευταίος πήγε με τα χρήματα στο γραφείο του Διευθυντή και είχε προσωπικές επαφές και συμφωνία μεταξύ των για οικονομικότερη και επωφελέστερη επένδυση των χρημάτων του, όπως ο ανωτέρω υπάλληλος υποσχόταν σε γνωστούς του πελάτες.

Πράγματι την 30-6-1998 ο Γ1 έλαβε το ποσό των 20.000.000 δρχ. και παρέδωσε στον Χ1 το υπ' αριθμ. ..... έντυπο εξέλιξης επένδυσης των αμοιβαίων κεφαλαίων Greta Fund με ημερομηνία καταβολής της αξίας εξαγοράς την 30-9-1998 και εκτιμώμενη αξία εξαγοράς 21.479.452 δρχ. ήτοι ποσοστό 30% όπως ανέγραψε σε ένα αντίτυπο, το οποίο διορθώθηκε σε 16% και έφερε μόνο την υπογραφή του Γ1 καθώς και υπογραφή στην αίτηση εξαγοράς.

Για την συναλλαγή αυτή δεν υπάρχει ούτε υπογράφηκε αίτηση συμμετοχής αλλά και δεν έγινε κατάθεση των χρημάτων που αντιστοιχούσαν στα μερίδια εξαγοράς στο λογαριασμό των αμοιβαίων κεφαλαίων που τηρούνταν στη θεματοφύλακα και ταμία Τράπεζα. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 30-9-1998, ότε έληξε η ημερομηνία εξαγοράς μετέβη στο κατάστημα της Τράπεζας στην Κόρινθο και παρουσία του αδελφού του ......, συνταξιούχου Τραπεζικού της ΑΤΕ και του ......, συνάντησαν του Γ1 στο κατάστημα της Τράπεζας στο γραφείο του Διευθυντή και προέβη σε εξαγορά του αμοιβαίου κεφαλαίου, λαμβάνοντας σε μετρητά το ποσό των 2.700.000 δρχ.

και σε επένδυση σε Α/Κ του ποσού των 18.779.452 δρχ. με έναρξη την 30-9-1998 και λήξη την 31-12-1998 με εκτιμώμενη αξία εξαγοράς 19.484.009 δρχ. ήτοι απόδοση 15% που γράφτηκε κάτω από την προηγούμενη επένδυση στο ίδιο έντυπο με αριθμό 24.569 που αφορούσε την εξέλιξη επένδυσης. Για τις δυο ως άνω επικαλούμενες επενδύσεις της 30-6-1998 και 30-9-1998, δεν υπάρχουν παραστατικά έγγραφα στην Τράπεζα, ούτε έγινε κατά την ...

αίτηση εξαγοράς, απόδοση χρημάτων με παραστατικά της Τράπεζας για το ποσό των 2.700.000 δρχ., ούτε αίτηση συμμετοχής για νέο κεφάλαιο και επομένως ο ενάγων δεν κατέστη μεριδιούχος του Αμοιβαίου Κεφαλαίου και δεν υφίσταται ευθύνη της ΑΕΔΑΚ κατ' άρθρο 28 Ν. 1969/1991. Ο ενάγων Χ1 ήτο συνταξιούχος τραπεζικός υπάλληλος της ΕΤΕ και είχε ακριβή γνώση των διαδικασιών που απαιτούνται σε μια τράπεζα για την εξαγορά μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, διαδικασία που άλλωστε είχε ακολουθηθεί άλλες δυο φορές από τον ίδιο κατά το παρελθόν και γνώριζε ότι τα αμοιβαία κεφάλαια δεν ήτο 3μηνης διάρκειας ούτε έχουν σταθερή απόδοση.

Ο ανωτέρω ενάγων είχε προβεί σε προσωπικό επίπεδο σε συναλλαγές με τον Γ1 ο οποίος υποσχόταν απόδοση υψηλότερη από αυτήν των τραπεζών, ιδιοποιήθηκε δε μεγάλα ποσά τρίτων άνω των 480 εκ. δραχμών ύστερα από τις σε προσωπικό επίπεδο συναλλαγές που δεν επιβεβαιώνονται από τα λογιστικά στοιχεία της Τράπεζας δηλ.

ο ανωτέρω ενεργούσε εξωτραπεζικά υπό την μορφή παρατράπεζας. Πρέπει να σημειωθεί εξάλλου ότι ο ανωτέρω Διευθυντής Γ1. είχε τεθεί δυνάμει της υπ' αριθμ. .... εγκυκλίου της Διοίκησης της Τράπεζας Κρήτης στη διάθεση της Διοίκησης και από 24-9-1998 ήτο υποχρεωμένος να παρουσιάζεται στη Διοίκηση - Διεύθυνση προσωπικού της Τράπεζας στην Αθήνα και να μη προσέρχεται πλέον στο Κατάστημα Κορίνθου όπου εκτελούσε χρέη Διευθυντή ο υποδιευθυντής .....

που καθόταν στο γραφείο του Διευθυντή ενώ στο γραφείο του υποδιευθυντή καθόταν ο επιθεωρητής της Τράπεζας Ζ1. Ο Γ1 υπέβαλε την από... αίτηση προς τον διευθυντή προσωπικού για χορήγηση αδείας, επικαλούμενος ότι δεν δύναται να διαμένει στην Αθήνα και να πηγαινοέρχεται, που όμως δεν του χορηγήθηκε άδεια αλλά του παραχωρήθηκε δωμάτιο στο ξενοδοχείο "....." για να διαμένει.

Το ότι δεν προσήλθε στο γραφείο του στην Κόρινθο κατατίθεται με σαφήνεια από τον μάρτυρα Ζ1, επιθεωρητή της Τράπεζας, ο οποίος αναφέρει ότι δεν προσήλθε καθόλου ο Γ1. στο γραφείο και συγκεκριμένα την 30-9-1998 που επιβεβαιώνεται τούτο και από την κατάθεση του μάρτυρα ........ Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η συναλλαγή που φέρεται ότι έλαβε χώρα στις 30-9-1998 έγινε εκτός Τραπέζης, σε ιδιωτικό επίπεδο, μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσείοντα) και του Γ1, ο οποίος δεν ενεργούσε ως προστηθείς της Τράπεζας (δεύτερης αναιρεσίβλητης),ούτε και ως αντιπρόσωπος (του υποκαταστήματος) της ΑΕΔΑΚ (πρώτης αναιρεσίβλητης), αφού αυτός ενεργούσε παρανόμως και σε εργασία που δεν του είχε ανατεθεί από την υπηρεσία του και επομένως δεν υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί και αυτών που αυτός έπραττε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, αναφερθείσες διατάξεις και επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στο εφετείο πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ευθύνη των αναιρεσίβλητων κατ' άρθρο 922 ΑΚ, λόγω μη υπάρξεως εσωτερικής συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του παραπάνω Γ1 και της υπηρεσίες που του ανατέθηκε, αφού, κατά τις παραδοχές του εφετείου, ο τελευταίος δεν ενεργούσε ως προστηθείς της αναιρεσίβλητης τράπεζας, ούτε ως εκπρόσωπος της ΑΕΔΑΚ, αφού αυτός ενεργούσε παράνομα και σε εργασία που δεν του είχε ανατεθεί και συνεπώς δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί και όσων αυτός, κατά τα ανωτέρω, έπραττε.

Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί σύμφωνα με τις παραδοχές της, το λόγο για τον οποίο ο αναιρεσείων αποφάσισε να συναλλαγεί ιδιωτικώς με τον διευθυντή της Τράπεζας Κρήτης (Γ1) και να του εμπιστευθεί ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, που αποτελούσε για τον αναιρεσείοντα τις οικονομίες μιας ζωής, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση αυτή δεν αποτελεί "ζήτημα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλ' απλό επιχείρημα το οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων προς υποστήριξη των απόψεών του.

Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προστηθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό ότι εχώρησε αγορά από τον Γ1 αμοιβαίων κεφαλαίων της 30.6.1998, στο όνομα και για λογαριασμό των αναιρεσίβλητων, πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντα.

Ακολούθως τούτων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη καθενός αυτοτελώς παραστάντος αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 180 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 26-9-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 239/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκάστου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ