1025/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και τις από 27-2-2002 και 27-2-2002 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 347/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6590/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 12 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1025/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης ο ίδιος παρέδωσε στην "Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ" και τρία ακόμη τιμολόγια του εμπόρου ..... , ήτοι το ......, ποσού, με το ΦΠΑ, 7.118.350 δρχ., το ....., ποσού, με το ΦΠΑ, 3.079.800 δρχ. και το ....., ποσού, με το ΦΠΑ, 6.554.310 δρχ., με τα αντίστοιχα 6,9 και 16/1996 δελτία αποστολής. Όμως, μετά από γενόμενο κατά το έτος 1996 τακτικό φορολογικό έλεγχο από την αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1025 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1025/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων: 2) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "TOP ELEMENT Τ.Τ.Κ.Σ. Α.Ε", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στον Δήμο Αγίου Δημητρίου Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σούρλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και τις από 27-2-2002 και 27-2-2002 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 347/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6590/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 12 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι, α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Στην έννοια της κατά το άνω άρθρο υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του πράξαντος ή παραλείψαντος. Γενεσιουργό δε λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του από πλάνη, που προκλήθηκε με δόλο του δράστη.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:
Με σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων των αντίδικων ανώνυμων εταιριών, δυνάμει του από 26.1.1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, η εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" (ήδη αναιρεσίβλητη) ανέθεσε στην εφεσίβλητη - εκκαλούσα τεχνική εταιρία με την επωνυμία "TOP ELEMENT AE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΤΙΡΙΑΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΩΝ" (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), την ανέγερση επί οικοπέδου της, ευρισκόμενου στο 27ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Κορωπίου - Βάρης, ενός κτιρίου έκθεσης αυτοκινήτων με συνεργείο και γραφεία, αντί του ποσού, κατ' αποκοπή, 33.300.000 δρχ.
πλέον ΦΠΑ, που θα κάλυπτε όλες τις αναγκαίες, μέχρι την αποπεράτωση του έργου, δαπάνες, ήτοι το κόστος αυτού (στατική και αρχιτεκτονική μελέτη, έκδοση οικοδομικής άδειας, υλικά, αμοιβή εργατών και τεχνιτών), όπως και την αμοιβή της εργολάβου. Περί τα μέσα του έτους 1996 ο εκκαλών - εφεσίβλητος Χ2 (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργολάβου εταιρίας, πρότεινε, με την ιδιότητά του αυτή, στο νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας εταιρίας και εκείνος δέχθηκε, όπως για λόγους φορολογικής εξυπηρέτησης της εταιρίας του ("TOP ELEMENT AE"), μέρος του αναγκαίου σιδήρου για την ανέγερση του ακινήτου αγορασθεί από τους προμηθευτές της, τιμολογηθεί δε απευθείας στο όνομα της "Α.
ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ". Έτσι, κατά την άφιξη του σιδήρου στο εργοτάξιο, ο Χ2 παρέδωσε σ' αυτήν και τα κάτωθι τέσσερα τιμολόγια, αφορώντα αγορές επ' ονόματί της διάφορων ποσοτήτων σιδήρου και δη το 34/6.6.1996 τιμολόγιο της εταιρίας "ΙΜΠΟΡΤ - ΕΞΠΟΡΤ ΜΕΤΑΛ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", ποσού με ΦΠΑ, 11.726.073 δρχ., με τα συναφή 44,47 και 49/6.6.1996 δελτία αποστολής, επί του σώματος μάλιστα των οποίων και στη θέση του παραλαβόντος υπάρχει η σφραγίδα "TOP ELEMENT S.A." και η υπογραφή του πιο πάνω νόμιμου εκπροσώπου της.
Επίσης ο ίδιος παρέδωσε στην "Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ" και τρία ακόμη τιμολόγια του εμπόρου ..... , ήτοι το ......, ποσού, με το ΦΠΑ, 7.118.350 δρχ., το ....., ποσού, με το ΦΠΑ, 3.079.800 δρχ. και το ....., ποσού, με το ΦΠΑ, 6.554.310 δρχ., με τα αντίστοιχα 6,9 και 16/1996 δελτία αποστολής. Όμως, μετά από γενόμενο κατά το έτος 1996 τακτικό φορολογικό έλεγχο από την αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ.
Πειραιά, διαπιστώθηκε ότι τα πιο πάνω παραστατικά (τιμολόγια και δελτία αποστολής) ήταν εικονικά και δεν αντιπροσώπευαν καμμία αγορά σιδήρου, καταχώρισε δε τα τιμολόγια στα οικεία βιβλία της η φερόμενη ως αγοράστρια "Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ", τελούσα εν αγνοία τής εικονικότητας - πλαστότητάς τους. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξηγεί τους λόγους για τους οποίους τα πιο πάνω παραστατικά είναι εικονικά, δέχτηκε και τα ακόλουθα:
Μετά τη διαπίστωση της εικονικότητας των παραστατικών αυτών, εκδόθηκαν από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά σε βάρος της φερόμενης ως αγοράστριας "Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ" τα οικεία φύλλα ελέγχου και οι οικείες πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ και επιβολής προστίμου, με τις ανάλογες προσαυξήσεις, το τελικό ύψος των οποίων, μετά τον επιτευχθέντα συμβιβασμό, ανήλθε στο ποσό των 50.000.000 δρχ., το οποίο και κατέβαλε η εταιρία αυτή (η αναιρεσίβλητη) στο Δημόσιο Ταμείο.
Έτσι, συνεχίζει το Εφετείο, ο προμνημονευόμενος Χ2, ενεργώντας με την προαναφερόμενη ιδιότητά του και παρά το ότι η συμφωνία του με την εργοδότρια "Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ" ήταν να εμφανιστεί απλώς η τελευταία ως αγοράστρια μέρους τού αναγκαίου για την εκτέλεση του έργου σιδήρου, προέβη με πρόθεση σε επιπλέον ενέργειες, από τις οποίες ζημιώθηκε αυτή κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και ειδικότερα της παρέδωσε τα τέσσερα επίμαχα τιμολόγια, απέκρυψε δε από αυτήν την εικονικότητα - πλαστότητά τους, γνωρίζοντας ότι η εν λόγω εταιρία θα ζημιωθεί, όπως και πράγματι συνέβη.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, που έχει ως βάση αδικοπρακτική ευθύνη των ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων και τους υποχρέωσε να καταβάλουν σ' αυτήν, ως αποζημίωσή της και καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 146.735,14 ευρώ (ισάξιο με το ποσό των 50.000.000 δρχ.).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή τής προδιαλαμβανόμενης ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, προς επιστήριξη του ίδιου αυτού λόγου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν και τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν εξηγεί, α) ποία ήταν η φορολογική σκοπιμότητα, για την οποία ζητήθηκε η απευθείας αγορά από την εργοδότρια εταιρία των υλικών και η έκδοση τιμολογίων στο όνομά της, ενόψει του ότι η προμήθεια των υλικών αυτών θα καταχωρίζονταν στις δαπάνες της εργολάβου εταιρίας με συνέπεια τη μείωση της φορολογικής της επιβάρυνσης, αφού μάλιστα το εργολαβικό αντάλλαγμα και εντεύθεν η επίδρασή του στον εν λόγω κύκλο εργασιών της εργοληπτρίας ήταν δεδομένο και δεν θα προσαυξανόταν με την αξία των υλικών, β) αν καταρτίστηκε και μεταξύ ποίων η σύμβαση με την προμηθεύτρια εταιρία, πώς περιήλθαν στα χέρια του δεύτερου εναγομένου Χ2 και για ποιό λόγο τα φερόμενα ως πλαστά και εικονικά τιμολόγια και υπό ποίαν ιδιότητα τα παρέδωσε αυτός στην αναιρεσίβλητη, δηλαδή απλά ως διακομιστής αυτών ή ως ενεργών για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρίας ή αν τα κατήρτισε ο ίδιος ή τα προμηθεύτηκε από άλλον και τα παρέδωσε με δική του πρωτοβουλία και με σκοπό να ζημιώσει την αντίδικό του ή να ωφεληθεί αυτός και εντεύθεν αν γνώριζε ή υπαιτίως αγνοούσε την πλαστότητα και εικονικότητα των τιμολογίων, γ) πώς είναι δυνατόν επί εργολαβικής συμβάσεως συνολικής αξίας 33.000.000 δρχ.
να ενσωματωθεί επιπλέον σίδηρος αξίας 28.000.000 δρχ., με δεδομένο ότι στα 33.000.000 δρχ. συμπεριελαμβάνετο συμβατικά και η αξία του σιδήρου και επιπλέον κατά ποίο τρόπο έχουν εξοφληθεί τα τέσσερα εικονικά τιμολόγια (τραπεζικά εμβάσματα, επιταγές κλπ) ενός τόσου μεγάλου ποσού, ώστε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα και δ) γιατί η φορολογούσα αρχή κατέγνωσε φορολογικές παραβάσεις μόνο στην έχουσα την ωφέλεια από τα εικονικά πλαστά τιμολόγια αναιρεσίβλητο και όχι σε αυτούς, πράγμα που θα έπραττε εάν καταγίγνωσκε οιαδήποτε δική τους ευθύνη, συμμετοχή ή ανάμειξη.
Όμως οι προβαλλόμενες πιο πάνω με τα στοιχεία α' και β' ελλείψεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλ' αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα και στο αναιρετήριο, εκτίθεται σαφώς.
Οι λοιπές με τα στοιχεία γ' και δ' ελλείψεις αναφέρονται στην επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που στην προκείμενη περίπτωση ήταν εφαρμοστέος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, υπό τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο, αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, χωρίς να απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του σχετική ειδική αιτιολογία, τα λαμβάνει υποχρεωτικά υπόψη, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι πρόκειται όχι για ανεπίτρεπτα αλλά για επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 "σχέσεις κράτους - πολίτη κλπ", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, που ορίζει ποιά είναι τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι η πρώτη από τις διατάξεις αυτές δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ και συνεπώς η κατά τη διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δύναται δε να χρησιμεύσει μόνο ως μαρτυρία τρίτου, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (Ολ.
ΑΠ 8/87). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο ρητώς δεν έλαβε υπόψη την από 15.6.2004 κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 υπεύθυνη δήλωση του ..... , την οποία για πρώτη φορά κατά την ενώπιον αυτού δευτεροβάθμια διαδικασία είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες, κρίνοντας ανελέγκτως ότι η δήλωση αυτή είχε δοθεί προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και έτσι ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το επίσης δεύτερο τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος,
ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.
ΑΠ 3/97). Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη υπεύθυνη δήλωση, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του και ισχυρισμό τους που πρότειναν ενώπιόν του και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι τα επίμαχα παραστατικά (τιμολόγια - δελτία αποστολής) έχουν εκδοθεί ύστερα από συμφωνίες τής αναιρεσίβλητης και εκείνων που τα εξέδωσαν, χωρίς οι ίδιοι (οι αναιρεσείοντες) να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την έκδοση αυτών.
Όμως ο ισχυρισμός αυτός, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο δεν τον αγνόησε, αφού δέχτηκε ότι τα πιο πάνω παραστατικά είναι εικονικά και ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, τα παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη, αποκρύπτοντας από αυτήν την εικονικότητα - πλαστότητά τους, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλ' άρνηση της βάσης της αγωγής και επομένως ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 340 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 409 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμησή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει, πως στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι τα επίμαχα παραστατικά είναι εικονικά και ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, τα παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη, αποκρύπτοντας από αυτήν την εικονικότητα - πλαστότητά τους, κατέληξε, αφού έλαβε σκέψη του, μεταξύ άλλων, "τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου", καθώς και "τις 4274, 4275 και 4276/6.3.2003 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της "ΤΟP ELEMENT AE" (πρώτης αναιρεσείουσας).
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων, που περιέχονται στα προαναφερόμενα πρακτικά, καθώς και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.
Και δεν προκύπτει το αντίθετο, από το ότι το Εφετείο, όπως δέχτηκε, "βασιζόμενο στις κατηγορηματικές και με λόγο γνώσης σχετικές καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων της Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ" (αναιρεσίβλητης), απέδωσε ανελέγκτως στις καταθέσεις των μαρτύρων της τελευταίας μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων, αλλά και σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο τμήμα του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα προς τα προεκτιθέμενα, είναι αβάσιμος.
V. Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε είναι απαράδεκτος (Ολ.
ΑΠ 30/2002). Με τον ίδιο πιο πάνω τρίτο λόγο της αναίρεσης και κατά το δεύτερο τμήμα του, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δικάζοντας την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η δική της αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης, ως προς το αιτούμενο με αυτήν ποσό των 2.264.686 δρχ., το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή, είχε χορηγήσει στην αναιρεσίβλητη λόγω δανείου, δεν έλαβε υπόψη την από 23.5.1995 έγγραφη ιδιόχειρη απόδειξη τού προστηθέντος από την αναιρεσίβλητη υπαλλήλου της ....... , την οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον αυτού για την απόδειξη της αγωγής της, ως προς το πιο πάνω κονδύλιο.
Δεδομένου όμως ότι το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι το έγγραφο αυτό δεν είχε προσκομιστεί, ο παρών λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού ο στρεφόμενος κατά της μη υποκείμενης, όπως αναφέρθηκε, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως άνω βεβαίωσης του δικαστηρίου της ουσίας, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι προσκόμισε το έγγραφο, είναι απαράδεκτος.
VI. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν και τα ακόλουθα. Ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2 είχε ασκήσει και αυτός κατά της αναιρεσίβλητης την από 27.2.2002 αγωγή, που συνεκδικάστηκε με την αγωγή της τελευταίας καθώς και με την πιο πάνω αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας, με την οποία προέβαλλε ότι η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη με τη δική της αγωγή, καθώς και με την αναφερόμενη εξώδικη δήλωσή της, ότι αυτός της είχε χορηγήσει τα επίμαχα παραστατικά, που κατά τους ισχυρισμούς της είναι εικονικά, προκειμένου ο ίδιος να εισπράξει από αυτήν, όπως και εισέπραξε, τα ποσά των παραστατικών αυτών, ενώ στην πραγματικότητα τα παραστατικά είχε κατασκευάσει ή προμηθευτεί η ίδια η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να επαυξήσει πλασματικά το κόστος κατασκευής του έργου και αντιστοίχως να επιτύχει μεγαλύτερου ύψους δανειοδότηση από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τέλεσε εις βάρος του την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και προσέβαλε με πρόθεση παρανόμως την προσωπικότητά του.
Ζήτησε δε ο δεύτερος αναιρεσείων, με την αγωγή του αυτή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) να του καταβάλει το ποσό των 50.000.000 δρχ., ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το αδίκημα και την προσβολή της προσωπικότητάς του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την 347/2004 οριστική απόφασή του, κρίνοντας ότι οι αναφερόμενοι στην αγωγή και στην εξώδικη δήλωση τής αναιρεσίβλητης ισχυρισμοί της περί εικονικότητας των παραστατικών είναι αληθινοί, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, την οποία το Εφετείο, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ο δεύτερος αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 περ. γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη τη δική του αγωγή, διότι τίποτα δεν διαλαμβάνει γι' αυτήν, σε κάθε δε περίπτωση χωρίς αιτιολογία, αλλιώς με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 επ., 57 και 59 του ΑΚ.
Όμως το Εφετείο, κατά τα εκτιθέμενα και σε προηγούμενη σκέψη, δέχτηκε ανελέγκτως ότι τα επίμαχα παραστατικά είναι εικονικά και δεν αντιπροσώπευαν καμμία αγορά σιδήρου και ότι ο αναιρεσείων Χ2, "ενεργώντας με την αναφερθείσα ιδιότητά του και παρά το ότι η συμφωνία του με την εργοδότρια "Α. ΙΣΜΑΗΛΟΣ ΑΕ" ήταν να εμφανιστεί απλώς η τελευταία ως αγοράστρια μέρους του αναγκαίου για την εκτέλεση του έργου σιδήρου, προέβη με πρόθεση σε επιπλέον ενέργειες, από τις οποίες ζημιώθηκε αυτή κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και ειδικότερα της παρέδωσε τα τέσσερα επίμαχα τιμολόγια, απέκρυψε δε από αυτήν την εικονικότητα - πλαστότητά τους, γνωρίζοντας ότι η εν λόγω θα ζημιωθεί, όπως και πράγματι συνέβη".
Έτσι το Εφετείο, που δέχτηκε τα ανωτέρω και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, εκ του πράγματος εξέτασε και την αγωγή του, που είχε ως βάση τα αντίθετα από εκείνα που αυτό δέχτηκε, κρίνοντας, συνακόλουθα, επίσης εκ του πράγματος, ότι αυτή είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως το Εφετείο, ούτε άφησε αδίκαστη την αγωγή, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, κατά τα εκτιθέμενα και σε προηγούμενη σκέψη, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που κατά τον αναιρεσείοντα αυτό παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνεπώς και ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά τα δύο τμήματά του είναι αβάσιμος.
VII. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2005 αίτηση α) της εταιρίας με την επωνυμία "TOP ELEMENT Τ.Τ.Κ.Σ. ΑΕ" και β) του Χ2, για αναίρεση της 6590/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ