Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for promotion denial tort claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a tort claim for wrongful promotion denial. The appellant argued that the five-year limitation period had not expired because he was unaware of the specific injury until 2001, while the respondent contended the claim was time-barred. The court ruled that the limitation period began when the appellant knew or should have known of the damage and the obligor, finding his 2001 lawsuit sufficient to interrupt the period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 914, 937 of the Civil Code; The five-year limitation period for tort claims begins when the victim knows or should know of the damage and the obligor, and a prior successful claim for promotion constitutes an interruption of this period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1025 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1025/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου-Πηλίχου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 462/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1853/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/1/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 3/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, επί παραλείψεως από της προαγωγής υπαλλήλου του ΟΤΕ, σύμφωνα με τον ΓΚΠ/ΟΤΕ, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρ. 7 εδ. στ΄ του Α.Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/Β?568/8-9-1969 και κυρώθηκε με το άρθρ. 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973), που καταφανώς υπερέχει, κατά την υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση και την εν γένει καταλληλότητα έναντι άλλων συναδέλφων του, που προήχθησαν αντί εκείνου, υπάρχει ευθεία παράβαση του άρθρ. 281 Α.Κ., που συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ. (Ολ.
Α.Π. 897/1985, 293/1981). Κατά τη Διάταξη δε του άρθρoυ 937 εδ. α' Α.Κ., η πενταετής παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία αρχίζει από τη στιγμή που ο ζημειωθείς έλαβε γνώση τόσο της ζημίας όσο και του υπόχρεου για αποζημίωση. Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστήριο, Εξάλλου, από το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980 προκύπτει ότι η τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματος του υπαλλήλου να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, η προαγωγή του λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε γίνει, με περαιτέρω συνέπεια να έχει ο υπάλληλος όλα τα δικαιώματα που θα είχε αν είχε προαχθεί κανονικά στο βαθμό αυτό, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα προαγωγής στον επόμενο τούτου βαθμό, μετά την συμπλήρωση του τυχόν απαιτούμενου χρόνου παραμονής του στο βαθμό που προήχθη δικαστικώς.
Το γεγονός ότι κατά τις σχετικές προαγωγικές κρίσεις δεν είχε εκδοθεί η απόφαση που αναγνώρισε το δικαίωμα προαγωγής του άνω υπαλλήλου στον προηγούμενο βαθμό και δεν περιλαμβανόταν έτσι μεταξύ των κρινόμενων από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη για προαγωγή στον επόμενο βαθμό, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού με τη δικαστική απόφαση δεν δημιουργείται, αλλά αναγνωρίζεται το ήδη υπάρχον δικαίωμα προαγωγής και μπορεί γι' αυτό να αναγνωριστεί από το δικαστήριο ότι ο πιο πάνω υπάλληλος είχε δικαίωμα προαγωγής και στον επόμενο βαθμό, από τότε που συνέτρεξαν οι απαιτούμενες γιαυτό τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, αφού και η προαγωγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, εξ αιτίας της καταχρηστικής παραλείψεως των οργάνων του εργοδότη να τον προαγάγουν στον προηγούμενο βαθμό.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι οι δια της ενδίκου αγωγής ασκούμενες αξιώσεις του αναιρεσείοντα – ενάγοντα προερχόμενες και απορρέουσες από την ιστορούμενη σ΄ αυτή συμπεριφορά, που συνιστά αδικοπραξία, των αρμόδιων οργάνων του αναιρεσίβλητου – εναγομένου ΟΤΕ, υπέκυψαν, πράγματι, στην εκ του άρθρου 937 Α.Κ.
προβλεπόμενη παραγραφή, αφού ο αναιρεσείων – ενάγων που είχε λάβει γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση στις 28/3/1995, ημερομηνία κατά την οποία συνεδρίασε το, προς διεξαγωγή των προαγωγών στο βαθμό του Δ/ντού από 1/1/1995, αρμόδιο όργανο του ΟΤΕ και τον παρέλειψε, εκείνος άσκησε την ένδικη αγωγή μόλις στις 29 Μαρτίου 2001 και όχι μέχρι τις 31/12/2000, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η (αρχομένη από 1/1/1996), ως άνω παραγραφή (βλ.
σημείωση της αρμοδίας δικ. επιμελητρίας ..., παρά πόδας της αγωγής, περί επιδόσεώς της, στις 29/3/2001). Πράγματι, οι προαγωγές των υπαλλήλων της εκκαλούσης διενεργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Γ.Κ.Π./ΟΤΕ, μέχρι 31 Μαϊου του έτους των προαγωγών, και κοινοποιούνται στους προαχθέντες.
Συνεπώς, εφόσον μετά τις 28/3/1995, δηλαδή μετά την συνεδρίαση του αρμοδίου οργάνου για τις προαγωγές εκείνου του έτους, δεν κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η προαγωγή του, σαφώς αντελήφθη και ως εκ τούτου περιήλθε εις γνώση του ότι δεν προήχθη, εν πάσει δε περιπτώσει, αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, να υποστηρίζει ο οποιοσδήποτε παραληφθείς ότι, μέχρι του τέλους του έτους 1995, δηλαδή μετά οκτώ μήνες και πλέον από την ανωτέρω ημερομηνία, και ενώ δεν έλαβε κοινοποίηση περί της (τυχόν) προαγωγής του, δεν επληροφορήθη ότι παρελείφθη καθώς και τους προαχθέντες συναδέλφους του.
Αλλ' όμως ο αναιρεσείων – ενάγων εγνώριζε οπωσδήποτε και μετά βεβαιότητος ότι δεν προήχθη σε Διευθυντή κατά τις επίμαχες προαγωγικές κρίσεις του έτους 1995, που διεξήχθησαν στις 28 Μαρτίου, αφού, όπως και ο ίδιος συνομολογεί με την αγωγή και τις προτάσεις του, τότε αυτός έφερνε τον βαθμό του Τομεάρχη (υποδιευθυντής έγινε πολύ μεταγενέστερα, στις 30/1/2001 που εκδόθηκε η 619/2001 απόφαση του Εφετείου που επικύρωσε, ως προς το κεφάλαιο τούτο, την πρωτόδικη – υπ' αριθμ. 2977/1999 – απόφαση, και έτσι προήχθη σε Υποδ/ντή αναδρομικά από 1/1/1993) και, ως εκ τούτου, δεν διέθετε τα τυπικά προσόντα και ούτε περιελαμβάνετο στους πίνακες των προς προαγωγή υπαλλήλων του ΟΤΕ – εκείνης της περιόδου (διετής παραμονής στο βαθμό του υποδ/ντού), για να κριθεί να προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή.
΄Ετσι ο αναιρεσείων – ενάγων αναμφιβόλως ετέλει εν γνώσει ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις έτους 1995, που διεξήχθησαν στις 28/3/1995 δεν προήχθη στον ανωτέρω βαθμό, ενώ δεν είναι ελλόγως δυνατό και νοητό να υποστηρίζεται ότι εντός του έτους 1995 δεν επληροφορήθη τους κατά τις εν λόγω κρίσεις προαχθέντες συναδέλφους του καθώς και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους, λαμβανομένου υπόψη και του εντόνου ενδιαφέροντος αυτού (ενάγοντος) για την βαθμολογική του εξέλιξη.
Ακολούθως, αλυσιτελώς ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ανέμενε την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων επί της, από 8/12/1998 αγωγής του με την οποία ζητούσε (και πέτυχε τελικά) την προαγωγή του στο βαθμό του υποδ/ντή από 1/1/1993, και, ότι, επομένως, η αδικοπραξία των οργάνων του αντιδίκου του, που όπως σημειώθηκε, έλαβε χώρα κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 28/3/1995, ήταν μέχρι τότε άγνωστη σ' αυτόν, και εν πάσει περιπτώσει η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεώς του εκ ζημίας που υπέστη από την αδικοπραξία εκείνη, δεν μπορούσε να γίνει (ήταν αδύνατη) προ της 30/1/2001, όταν τελεσιδίκησε ο δικαστικός αγώνας που άνοιξε με την παραπάνω, από 8/12/1998 αγωγή του, περί της προαγωγής του στο βαθμό του υποδ/ντή, διότι τίποτα δεν εμπόδιζε τον αναιρεσείοντα – ενάγοντα ή να επιδιώξει με εκείνη την αγωγή και την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό του Δ/ντή, πράγμα που είναι όχι μόνο εφικτό αλλά ενδεδειγμένο και σύνηθες, στις σχετικές αγωγές, ή να ασκήσει άλλη αγωγή περί της προαγωγής του σε διευθυντή εντός της πενταετίας (έως της 31/12/2000), και εκκρεμούσης, ακόμη, της προηγουμένης αγωγής του, και το μεταγενέστερα επιλαμβανόμενο δικαστήριο, να κρίνει και να δώσει την προσήκουσα δικονομική ή άλλη λύση, εν πάσει όμως περιπτώσει να έχει διακόψει την παραγραφή που διέδραμε».
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσείοντα – ενάγοντα ως αδικοπρακτική υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή το άρθρ. 937 ΑΚ, αφού αυτός έλαβε γνώση της ζημιογόνου παραλείψεως προαγωγής του και των επιβλαβών και προβλεπτών για τον ίδιο συνεπειών της μέχρι του τέλους του έτους 1995 (στις 28/3/1995 συνεδρίασε το όρος προαγωγή του στο βαθμό του Διευθυντού αρμόδιο όργανο του αναιρεσίβλητου – εναγομένου ΟΤΕ) ενώ η ένδικη αγωγή του ασκήθηκε στις 29/3/2001, δηλαδή αφότου είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής και την έφεση του αναιρεσίβλητου – εναγομένου ΟΤΕ κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντα – ενάγοντα, με αίτημα ν΄ αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος ΟΤΕ έπρεπε να τον προαγάγει στο βαθμό του Διευθυντή από 1/1/1995 και ότι οφείλει να του καταβάλει τ΄ αναφερόμενα ποσά για χρηματική ικανοποίησή του λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του και για αποζημίωσή του λόγω απώλειας του επιδόματος ευθύνης της περιόδου 1/1/1995 μέχρι 31/5/1995 και των εξόδων κίνησης και παράστασης Προϊσταμένου για το μεταγενέστερο διάστημα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 937 Α.Κ., ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και με χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της άνω διατάξεως.
Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την περί του αντιθέτου αιτίασή τους πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/1/2005 αίτηση του ... για αναίρεση της 1853/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ