1024/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1024/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β. για να παρασταθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11ης.01.2022, οπότε, παρισταμένου αυτού δια πληρεξουσίου δικηγόρου, η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε εκ του πινακίου για εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο του άνω αναιρεσιβλήτου Χ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1024 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ειδικού σωματείου φιλανθρωπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΑΤΟΜΩΝ-ΠΑΙΔΙΩΝ ΝΟΗΤΙΚΑ ΥΣΤΕΡΟΥΝΤΩΝ (ΠΕΓΚΑΠ-ΝΥ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Ειρήνης Γιαννούζη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Γ. Π. του Μ.-Κ., κατοίκου ..., 4) Ο. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 6) Β. Α. του Θ., κατοίκου ... και 7) Ι. Β. του Ε., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 1η,5ος και 6ος παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Πικραμένου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ο με α/α 7ος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε και οι με α/α 2η, 3ος,4η παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χ. Μ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2022/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 830/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 818/2020).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ....2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Γ. - Γ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος (μεταξύ των άλλων και) προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο Ι.
Β. για να παρασταθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11ης.01.2022, οπότε, παρισταμένου αυτού δια πληρεξουσίου δικηγόρου, η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε εκ του πινακίου για εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο του άνω αναιρεσιβλήτου Χ.
Μ. κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός (7ος), δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ούτε παραστάθηκε κατ' άλλον νόμιμο τρόπο (όπως με κατάθεση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως) σ' αυτή.
Επομένως, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, η, μετ' αναβολή, αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς του για τη νέα (μετ' αναβολή) δικάσιμο και συνεπώς δεν χρειάζεται (νέα) κλήση αυτού (ΑΠ 371/2023, 1466/2021, 46/2021), παρά την απουσία του, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η κρινόμενη, από 07.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 7640/912/08.10.2020, αίτηση αναίρεσης κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 830/04.02.2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την, από 23.05.2018 και με αριθμό κατάθεσης 50916/3427/2018, έφεση και τους, από 19.02.2019 και με αριθμό κατάθεσης 1800/198/2019, πρόσθετους αυτής λόγους, του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Σωματείου κατά της 2022/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την, από 09.05.2016 και με αριθμό κατάθεσης 18113/614/2016, αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης σύμβασης εργασίας, όταν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.
Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει επομένως προς ευθεία ικανοποίηση της απαίτησης εκείνου που το ασκεί (εργαζομένου), αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή (εργοδότη) προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για τον δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.
Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής, πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1123/2022, 828/2022, 467/2021, 836/2019, 145/2019, 1096/2018).
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζομένου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους (ΑΠ 1123/2022, 828/2022, 461/2022).
Εξάλλου, υπό την επίκληση της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, δεν μπορεί να αξιωθεί από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του επί σειρά μηνών, χωρίς να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, που συνήθως αποτελούν τον μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζόμενου (ΑΠ 467/2021, 145/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 732/2023, 517/2021, 556/2020, 836/2019, 130/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 517/2021, 1259/2019, 1033/2019, 1265/2017).
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, 1265/2017, 74/2016). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 517/2021, 38/2020, 1373/2019, 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, σε σχέση με, το κρίσιμο, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους των αναιρεσίβλητων-εναγόντων (και της εντεύθεν υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας), τα εξής: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Γονέων και Κηδεμόνων Ατόμων Παιδιών Νοητικά Υστερούντων" (ΠΕΓΚΑΠ - ΝΥ), δυνάμει έγκυρων συμβάσεων εργασίας, προκειμένου να παρέχουν την εργασία τους σε αυτό και συγκεκριμένα στο Κέντρο Εκπαίδευσης και Εργασίας Αναπήρων (Κ.Ε.Ε.Α.), που διατηρεί το εναγόμενο στην ...
και επί της λεωφόρου ..., αριθμός ..., ο καθένας από αυτούς με την ειδικότητα για την οποία είχε προσληφθεί. ... Έναντι της παρεχόμενης από μέρους τους εργασίας, συμφώνησαν με το εναγόμενο ότι θα αμείβονται με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό, ο οποίος θα τους καταβάλλεται σταθερά και απαρέγκλιτα την τελευταία ημέρα κάθε μήνα στον οποίο αφορά, ενώ βεβαίως συμφώνησαν και την καταβολή των αναλογούντων δώρων, επιδομάτων κ.λπ.
έναντι της παρεχόμενης από μέρους τους εργασίας, καθώς και την ασφάλιση τους στο Ι.Κ.Α. για όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους στο εναγόμενο. Ειδικότερα και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός της 1ης ανέρχεται στο ποσό των 1.135,00 € μικτά, της 2ης στο ποσό των 1.008,50 € μικτά, του 3ου στο ποσό των 1.391,00 € μικτά, της 4ης στο ποσό των 1.026,50 € μικτά, του 5ου στο ποσό των 1.290,00 € μικτά, του 6ου στο ποσό των 1.085,00 € μικτά και του 7ου στο ποσό των 1.408,00 € μικτά. ...
Μολονότι, από την πλευρά τους, υπήρξαν πάντοτε απόλυτα συνεπείς κι εκτελούσαν στο ακέραιο τα ανατεθειμένα σ' αυτούς καθήκοντα, το εναγόμενο, υπήρξε και εξακολουθεί να είναι, απόλυτα ασυνεπές ως προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις απέναντι τους. Συγκεκριμένα, το εναγόμενο κατ' επανάληψη καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, παρά δε, τις συνεχείς και επανειλημμένες -προφορικές και έγγραφες- οχλήσεις τους προς το εναγόμενο για την προσήκουσα καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και την προσφυγή τους και στο αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργήσει σε αυτούς αλλά και στις οικογένειές τους οικονομικά προβλήματα οδηγώντας τους σε οικονομικό αδιέξοδο, αφού αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν ακόμη και στις στοιχειώδεις ανάγκες διατροφής και διαβίωσης, τις δικές τους και των οικογενειών τους.
Εξαιτίας της συνεχιζόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου απέναντι τους και της συνεχιζόμενης άρνησής του στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, όλοι τους -σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα ο καθένας από τους ενάγοντες- με εξώδικες διαμαρτυρίες - δηλώσεις τους για επίσχεση εργασίας που κοινοποίησαν νόμιμα στο εναγόμενο, απείχαν από την εργασία τους, ασκώντας νομίμως το δικαίωμά τους για επίσχεση εργασίας έως τη συμμόρφωση του εναγομένου προς τις υποχρεώσεις του για την προσήκουσα καταβολή των οφειλόμενων από μέρους του δεδουλευμένων αποδοχών τους.
Βεβαίως, το εναγόμενο, παρά την άσκηση από μέρους τους και του δικαιώματος τους σε επίσχεση εργασίας, συνέχισε την ίδια αντισυμβατική συμπεριφορά απέναντι τους, δηλαδή συνέχισε να μην τους καταβάλει νομίμως και προσηκόντως τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους, αλλά να τους καταβάλει κάποιες -ελάχιστες- φορές, κάποια μικρά ποσά έναντι των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών τους, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται διαρκώς πολλές και μεγάλου ύψους οφειλές του προς τους ενάγοντες για την αιτία αυτή.
Από την πλευρά τους, οι ενάγοντες επιδεικνύοντας καλή πίστη και υπό το βάρος των συνεχών και επαναλαμβανόμενων κάθε φορά διαβεβαιώσεων και δεσμεύσεων του εναγομένου ότι θα τους καταβάλει νομίμως και προσηκόντως τις οφειλόμενες αποδοχές τους -διαβεβαιώσεις, που κάθε φορά αποδεικνύονταν, αναληθείς σε διαφορετικές ημεροχρονολογίες ο καθένας από αυτούς -κατά τα κατωτέρω-, διέκοπταν την επίσχεση κι επέστρεφαν στην εργασία τους, παρά το γεγονός άτι το εναγόμενο δεν τους είχε καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές τους.
Ειδικότερα: Την ημεροχρονολογία της 6/10/2014, οι 1η και 4η από τους ενάγοντες, κοινοποίησαν στο εναγόμενο την από 3/10/2014 Εξώδικη Διαμαρτυρία - Δήλωσή τους για επίσχεση εργασίας, δυνάμει της οποίας απείχαν από την εργασία τους, από την ημερομηνία της 7/10/2014. Εν τέλει, την ημεροχρονολογία της 16/2/2015, η 1η διέκοψε την επίσχεση και επέστρεψε στην εργασία της.
Την ημεροχρονολογία της 1/12/2014, οι 5ος, 6ος και 7ος από αυτούς, κοινοποίησαν στο εναγόμενο την από 1/12/2014 Εξώδικη Διαμαρτυρία - Δήλωσή τους για επίσχεση εργασίας, δυνάμει της οποίας απείχαν από την εργασία τους, από την ημερομηνία της 2/12/2014. Εν τέλει την ημεροχρονολογία της 21/10/2015, οι 5ος και 7ος από τους ενάγοντες, και την ημεροχρονολογία της 19/10/2015 ο 6ος διέκοψαν την επίσχεση και επέστρεψαν στην εργασία τους.
Την ημεροχρονολογία της 10/8/2014 η 4η κι ενώ βρισκόταν ακόμη σε επίσχεση εργασίας, καθώς το εναγόμενο συνέχιζε να μην της καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές της, κοινοποίησε στο εναγόμενο την από 7/8/2015 Εξώδικη Διαμαρτυρία-Δήλωσή της για επίσχεση εργασίας, δια της οποίας του δήλωνε -μεταξύ άλλων- ότι από την ημεροχρονολογία της 11/8/2015 και εφεξής θα συνεχίσει να απέχει από την εργασία της λόγω της κατ' εξακολούθηση και συστηματικής άρνησής του να της καταβάλει προσήκοντος τις οφειλόμενες αποδοχές του.
Εν τέλει την ημεροχρονολογία της 11/1/2016, η 4η διέκοψε την επίσχεση και επέστρεψε στην εργασία της. Την ημεροχρονολογία της 3/9/2015, οι 1η 2η και 3ος των εναγόντων κοινοποίησαν στο εναγόμενο την από 2/9/2015 Εξώδικη Διαμαρτυρία - Δήλωσή τους για επίσχεση εργασίας, δυνάμει της οποίας απείχαν από την εργασία τους από την ημερομηνία της 4/9/2015.
Εν τέλει, την ημεροχρονολογία της 14/9/2015 η 1η και την ημεροχρονολογία της 20/10/2015 οι 2η και 3ος διέκοψαν την επίσχεση και επέστρεψαν στην εργασία τους. Την ημεροχρονολογία της 8/4/2016, οι 2η, 3ος, 5ος, 6ος και 7ος από τους ενάγοντες κοινοποίησαν στο εναγόμενο την από 4/4/2016 Εξώδικη Διαμαρτυρία - Δήλωσή τους για επίσχεση εργασίας, δυνάμει της οποίας απέχουν από την εργασία τους, από την ημερομηνία της 11/4/2016 και μέχρι σήμερα.
Περαιτέρω και δεδομένου ότι η συνεχιζόμενη άρνηση του εναγομένου να τους καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές τους, τους οδήγησε σε οικονομικό αδιέξοδο, όλοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, την από 9/10/2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 776/2015 αίτηση προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων και συντηρητικής κατάσχεσης (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), η οποία και συζητήθηκε ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 18/11/2015.
Επί της ανωτέρω αίτησης τους, εξεδόθη η με αριθμό 157/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση τους, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει προσωρινά σε καθέναν από αυτούς το 1/2 των οφειλόμενων -κατά το χρόνο κατάθεσης της ανωτέρω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων- αποδοχών τους. ...
Έκτοτε και μέχρι και την κατάθεση της αγωγής, το εναγόμενο, παρά τις συνεχείς και επανειλημμένες οχλήσεις τους -προφορικές και έγγραφες-, παρά την προσφυγή τους στο αρμόδιο Τμήμα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, παρά την από μέρους τους άσκηση του δικαιώματος σε επίσχεση εργασίας και παρά την άσκηση από την πλευρά τους αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και την έκδοση επ' αυτής της παραπάνω απόφασης που κάνει δεκτή την αίτησή τους, εξακολουθεί να μην τους καταβάλει νομίμως και προσηκόντως τις αποδοχές τους και να μην συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις του απέναντι τους.
Συγκεκριμένα, μετά την άσκηση της από 9/10/2015 αίτησής τους (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κατά του εναγομένου, το εναγόμενο κατέβαλε σε καθέναν από αυτούς δια τμηματικών καταβολών, μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των ως άνω οφειλόμενων αποδοχών τους -που αποτελούσαν και το αίτημα της ασκηθείσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων-, ενώ επιπλέον οφείλει σε καθέναν από αυτούς και τις αποδοχές των επόμενων μηνών. ...
Έως και την κατάθεση της αγωγής, λαμβανομένων υπόψη των καταβολών που έχουν λάβει χώρα από την πλευρά του εναγομένου -το μέρος των οφειλόμενων αποδοχών καθενός, που καλύφθηκε δια των ανωτέρου τμηματικών καταβολών του εναγομένου, δεν συμπεριλαμβάνεται στην υπό κρίση αγωγή τους ... το εναγόμενο, κατά παράβαση του νόμου και των οικείων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, αλλά και κατά παράβαση των όρων των ατομικών συμβάσεων τους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν τους έχει καταβάλλει και εξακολουθεί να οφείλει σε καθέναν από αυτούς τα εξής ποσά και για τις παρακάτω αναφερόμενες αιτίες: ...".
Εν συνεχεία το Εφετείο, αναφέρει ξεχωριστά για κάθε ενάγοντα, τις καταβολές στις οποίες προέβη το εναγόμενο, το μέρος των οφειλόμενων αποδοχών που καλύφθηκε δυνάμει των τμηματικών αυτών καταβολών (που δεν αποτελούν αντικείμενο της ένδικης αγωγής), το οποίο χαρακτηρίζει ως "μικρό", και το οφειλόμενο ποσό, κεχωρισμένως για δεδουλευμένες αποδοχές και για αποδοχές υπερημερίας (του χρόνου της επίσχεσης εργασίας), αναφέροντας, για κάθε ενάγοντα, τις δηλώσεις επίσχεσης εργασίας δυνάμει των οποίων, όπως επί λέξει αναφέρει "βρίσκεται νομίμως σε επίσχεση εργασίας, λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης του εναγομένου να του καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του (συμπεριλαμβανομένων βεβαίως κι αυτών του χρόνου της επίσχεσης)".
Και συνεχίζει το Εφετείο "Το εκκαλούν με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσης του και τον πρώτο λόγο των πρόσθετων λόγων έφεσης επαναφέρει την παραδεκτά προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου καταχωρηθείσα στα πρακτικά η οποία περιέχεται και στις πρωτόδικες προτάσεις της, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), ισχυριζόμενο ότι το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας και η άσκηση της ένδικης αγωγή ασκήθηκε από τους ενάγοντες καταχρηστικά διότι α) η μη καταβολή των άνω δεδουλευμένων αποδοχών τους δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του, αλλά σε δικαιολογημένη οικονομική αδυναμία διότι ως μη κερδοσκοπικό σωματείο τα έσοδα προέρχονται κυρίως από τον Κρατικό προϋπολογισμό, αφενός μέσω επιχορηγήσεων της Περιφέρειας, αφετέρου των καταβαλλόμενων νοσηλίων του ΕΟΠΠΥ προς τους δικαιούχους-άτομα με νοητική υστέρηση καθώς και από την ένταξη του και εκτέλεση Κοινοτικών προγραμμάτων -έργων επιδοτούμενων από Κοινοτικά Κονδύλια (ΕΣΠΑ), πλην όμως εξαιτίας της εθνικής οικονομικής κρίσης και των υπογραφέντων μνημονίων, οι εισροές από χρηματοδοτήσεις και επιδοτήσεις εκ μέρους του Δημοσίου ήταν μειωμένες, β) ότι τα ποσά που κατέβαλε προς τους ενάγοντες ήταν ισάξια προς αυτά που κατέβαλε σε όλο το προσωπικό και τηρεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης του προσωπικού του γ) ότι ουδέποτε είχε υποσχεθεί προς τους ενάγοντες ότι θα καταβάλει "προσηκόντως" προς αυτούς τις αποδοχές τους αλλά η διαβεβαίωση που έδινε, ήταν ότι, από τα εισπραττόμενα κάθε φορά, καταβάλει έναντι των οφειλομένων με προτεραιότητα προς το προσωπικό και ότι προσπαθεί να διατηρεί τις ρυθμίσεις με το ΕΦΚΑ (ΙΚΑ), το Δημόσιο, τη ΔΕΗ και την ΕΥΔΑΠ, προκειμένου να διατηρηθεί η λειτουργία του ιδρύματος, δ) ότι κάλεσε επανειλημμένως τους ενάγοντες να επιστρέψουν στην εργασία τους, προκειμένου να υποστηρίζονται τα φιλοξενούμενα στις εγκαταστάσεις του παιδιά και άτομα με ειδικές ανάγκες, καθόσον ουδέποτε αρνήθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές στο προσωπικό του, εξηγούσε πάντοτε προς το προσωπικό την πορεία των χρηματοδοτήσεων και επιχορηγήσεων, το δε προσωπικό είχε πάντοτε τη δυνατότητα να ελέγχει την αλήθεια των δηλώσεων του, καθόσον το σύνολο των σχετικών διοικητικών πράξεων αναρτάται στον ιστότοπο ΔΙΑΥΓΕΙΑ και ε) ότι προς απάντηση των εκκλήσεων του, προφορικών και εγγράφων, οι ενάγοντες, εν αντιθέσει προς το υπόλοιπο προσωπικό, ενέμεναν στην εφάπαξ εξόφληση των αποδοχών τους, σύμφωνα και με τις προφορικές, αλλά και με τις εξώδικες δηλώσεις τους, γεγονός το οποίο οδηγούσε κάθε φορά σε αδιέξοδο, καθόσον ήταν αδύνατη η ολοσχερής εξόφληση δεδομένης της χειρίστης οικονομικής κατάστασης.
Ο ως άνω όμως ισχυρισμός του εναγόμενου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος αφού όπως αποδείχθηκε η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εκ μέρους των εναγόντων έγινε για την εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπρόθεσμων αξιώσεών τους κατά του εναγομένου, το ύψος των οποίων αποδοχών ήταν σημαντικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποδοχές τους από την εργασία τους αποτελούσε και το μόνο μέσο βιοπορισμού τους, ενώ η χρονική καθυστέρηση καταβολής τους, ήταν σημαντική και επαναλαμβανόμενη.
Εξάλλου οικονομική δυσπραγία του εναγόμενου δεν αποδείχθηκε αφού το εναγόμενο λαμβάνει αξιόλογα χρηματικά ποσά από κρατική επιχορήγηση και ευρωπαϊκά κονδύλια όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες έγγραφα ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έχει σημαντικές οφειλές προς τρίτους ή σε άλλους εργαζόμενους.
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και ενεργώντας κακόπιστα και καταχρηστικά όποτε προβαίνει σε τμηματικές καταβολές έναντι των αποδοχών που οφείλει στους εργαζόμενους του, εξαιρεί από αυτές όσους από τους εργαζόμενους βρίσκονται σε επίσχεση εργασίας, υποκινούμενο από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας (...).
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, εφόσον μέχρι την άσκηση του άνω δικαιώματος (ενν. της επίσχεσης) από τους ενάγοντες υπήρξε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, η καθυστέρηση δε αυτή δεν οφειλόταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες, πρόσκαιρη δυσπραγία του εναγομένου και σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις, ενώ η επίσχεση εργασίας από τους ενάγοντες δεν αποδείχθηκε ότι προξένησε στο εναγόμενο δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από τους ενάγοντες, των οποίων η διαβίωση κινδύνευε λόγω μη καταβολής των ληξιπρόθεσμων μισθών τους, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, αφού δεν επιβεβαιώνονται οι αναγκαίες, κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως η εκκαλούμενη, που απέρριψε σιγή την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει, αφού συμπληρωθούν κατά τούτο οι αιτιολογίες της δια της παρούσης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους ανωτέρω λόγους της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης, να απορριφθούν ως αβάσιμα. ....".
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία, τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρων 325 ΑΚ, και ορθώς δεν εφάρμοσε αυτές. Τούτο διότι, από τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δεν επιβεβαιώνονται οι αναγκαίες, για την εφαρμογή των άνω διατάξεων, προϋποθέσεις και συγκεκριμένα ότι: 1) δεν υπήρξε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, 2) η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες, πρόσκαιρη δυσπραγία του και σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτό περιστάσεις και 3) η επίσχεση εργασίας προξένησε στο αναιρεσείον δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία.
Αντιθέτως, δέχτηκε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) το Εφετείο ότι, "η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εκ μέρους των εναγόντων έγινε για την εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπρόθεσμων αξιώσεών τους κατά του εναγομένου, το ύψος των οποίων αποδοχών ήταν σημαντικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποδοχές τους από την εργασία τους αποτελούσε και το μόνο μέσο βιοπορισμού τους, ενώ η χρονική καθυστέρηση καταβολής τους, ήταν σημαντική και επαναλαμβανόμενη", ότι "οικονομική δυσπραγία του εναγόμενου δεν αποδείχθηκε αφού το εναγόμενο λαμβάνει αξιόλογα χρηματικά ποσά από κρατική επιχορήγηση και ευρωπαϊκά κονδύλια", δηλαδή ότι "μέχρι την άσκηση του άνω δικαιώματος (εννοεί της επίσχεσης) από τους ενάγοντες υπήρξε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, η καθυστέρηση δε αυτή δεν οφειλόταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες, πρόσκαιρη δυσπραγία του εναγομένου και σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις" και ότι "η επίσχεση εργασίας από τους ενάγοντες δεν αποδείχθηκε ότι προξένησε στο εναγόμενο δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία", ενώ η "διαβίωση (των εναγόντων) κινδύνευε λόγω μη καταβολής των ληξιπρόθεσμων μισθών τους".
Εξάλλου τα διαλαμβανόμενα στην περικοπή της απόφασης ότι ο κάθε ενάγων " ... βρίσκεται νομίμως σε επίσχεση εργασίας, λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης του εναγομένου να του καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του (συμπεριλαμβανομένων βεβαίως κι αυτών του χρόνου της επίσχεσης εργασίας)", κατ' ορθή νοηματική τους απόδοση, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών αναφερόμενων στην απόφαση, σαφώς αναφέρονται, πέραν των δεδουλευμένων αποδοχών καθαυτών, στις αποδοχές υπερημερίας του προηγούμενου, για τον κάθε ενάγοντα, χρόνου επίσχεσης, ενόψει των επαναλαμβανόμενων καθυστερήσεων καταβολής των αποδοχών τους και συνεπώς των ασκούμενων επισχέσεων και οι οποίες αποδοχές, αναφέρονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ως οφειλόμενες ή έστω εκ των υστέρων καταβληθείσες.
Επομένως το δικαστήριο της ουσίας ορθώς δέχθηκε ότι νομίμως ασκείτο το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας των εναγόντων και ότι το ύψος των επανειλημμένα οφειλομένων αποδοχών, το οποίο καθιστά νόμιμη την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, ήταν υψηλό και επομένως είναι αβάσιμα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον.
Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, δεν στέρησε, την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση, περί μη συνδρομής των όρων της διάταξης, του άρθρου 281 του ΑΚ (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 325 ΑΚ), που δεν εφαρμόσθηκε, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση έχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των εναγόντων ήταν νόμιμη και όχι καταχρηστική. Τα περιστατικά δε αυτά ήταν επαρκή και δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται καμιά οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, τη μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.
Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας κρίνοντας ότι το εναγόμενο λαμβάνει αξιόλογα χρηματικά ποσά από κρατική επιχορήγηση και ευρωπαϊκά κονδύλια, δεν περιέλαβε ελλιπή και αόριστη αιτιολογία, αφού η χρήση στην περικοπή του όρου "αξιόλογα", κατ' ορθή νοηματική της απόδοση, λαμβανομένου υπόψη ότι τα ποσά αυτά τα έκρινε σε σχέση με τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων και την απόρριψη της προβαλλόμενης από το εναγόμενο έλλειψης υπαιτιότητας του και ύπαρξης δικαιολογημένης οικονομικής αδυναμίας του, που ήταν και το κρίσιμο ζήτημα, έχει την έννοια ότι αυτά ήταν επαρκή για την ανωτέρω αιτία, με συνέπεια το Εφετείο να μην αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της εν λόγω διάταξης.
Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, συνεκτίμησε ότι η χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των κρίσιμων αποδοχών των εναγόντων μέχρι την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους τους, δεν οφειλόταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες, πρόσκαιρη δυσπραγία του εναγομένου και σε εξαιρετικά δυσμενείς για αυτό περιστάσεις, ούτε σε οικονομική δυσπραγία του (εναγόμενου), αφού αυτό λαμβάνει αξιόλογα χρηματικά ποσά από κρατική επιχορήγηση και ευρωπαϊκά κονδύλια, με συνέπεια, η επίσχεση εργασίας των εναγόντων να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τούτο, να εκτίθεται περαιτέρω στοιχεία.
Ούτε περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, τα δε διαλαμβανόμενα σε περικοπή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "... όποτε προβαίνει σε τμηματικές καταβολές έναντι των αποδοχών που οφείλει στους εργαζομένους του, εξαιρεί από αυτές όσους από τους εργαζόμενους βρίσκονται σε επίσχεση εργασίας, υποκινούμενο από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας" αποτελούν επιχείρημα του δικαστηρίου, που σχετίζεται με την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και δεν συνιστά παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού του πορίσματος, ώστε να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογίας σε σχέση με το αναφερόμενο ότι "...δεν αποδείχθηκε ότι έχει σημαντικές οφειλές προς τρίτους ή σε άλλους εργαζόμενους", ούτε με την αναφορά ότι έκαστος των εναγόντων έλαβε από το εναγόμενο Σωματείο "έναντι των οφειλών" χρηματικά ποσά, καθ' ο χρονικό διάστημα ο ενάγων αυτός ασκούσε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, αφού η καταβολή αυτή συναρτάται με την έκδοση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής επιδίκασης των σχετικών απαιτήσεων.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν περιέλαβε παραδοχή ότι η λειτουργία του Σωματείου στηριζόταν αποκλειστικά στις επιδοτήσεις - επιχορηγήσεις του Κρατικού προϋπολογισμού και των Κοινοτικών Προγραμμάτων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, επιχειρώντας να θεμελιώσει αντιφάσεις στην αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι, λόγω της εθνικής οικονομικής κρίσης, το Δημόσιο είχε μειώσει σημαντικά αλλά και καθυστερούσε την καταβολή των επιδοτήσεων και επιχορηγήσεων προς τους εποπτευόμενους από αυτό φορείς, όπως το ίδιο.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1366/2023, ΑΠ 1081/2018).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι περί απαλλαγής του αναιρεσείοντος ως οφειλέτη από την ενοχή, λόγω συνδρομής γεγονότος ανωτέρας βίας, ισχυρισμό τον οποίο δεν πρότεινε το αναιρεσείον Σωματείο ούτε άλλος εκ των διαδίκων και τον απέρριψε, ως δήθεν προταθέντα, καταλήγοντας στην κρίση ότι το Σωματείο δεν απηλλάγη από την υποχρέωσή του να καταβάλλει αποδοχές προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, επειδή δεν συνέτρεχε γεγονός ανωτέρας βίας. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι βασίζεται επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι το αναιρεσείον Σωματείο δεν απηλλάγη από την υποχρέωσή του να καταβάλλει αποδοχές προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, επειδή δεν συνέτρεχε γεγονός ανωτέρας βίας, ενώ αντιθέτως αυτό στήριξε την κρίση του αυτή στη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας από τους ενάγοντες, η οποία άσκησή του δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, αφού δεν επιβεβαιώνονταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατά την περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012, (όπως η περίπτωση αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 01.01.2016 δυνάμει των άρθρων 34 και 35 ν. 4354/2015) "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, ...", κατά δε το άρθρο 7 παρ. 1 του κεφαλαίου Β του ν. 4354/2015 "1.
Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου: [α... - ε...] στ) των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.- κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους- ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, συμπεριλαμβανομένων των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας [ζ... - ιθ...]".
Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, εν σχέσει με το ύψος των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, τα εξής: "Τέλος το εναγόμενο με τον τέταρτο λόγο της έφεσης και το δεύτερο λόγο των πρόσθετων λόγων έφεσης ισχυρίζεται ότι ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς επιχορηγείται σε ποσοστό άνω του 50% από τον κρατικό προϋπολογισμό και ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου (Ν. 4093/2012 και 4354/2015) και επομένως οι αποδοχές των εναγόντων ανέρχονται σε μικρότερα των επιδικασθέντων ποσά.
Ο λόγος αυτός όμως έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού δεν προέκυψε ότι το εναγόμενο επιχορηγείται σε ποσοστό άνω του 50% από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, που αποτελεί προϋπόθεση για την υπαγωγή Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου στις διατάξεις του Ν. 4354/2015 (ισχύς από 1/1/2016), (χωρίς βεβαίως να συμπεριλαμβάνονται σε αυτές τις επιχορηγήσεις τα χρήματα που λαμβάνει από κοινοτικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, ΕΣΠΑ, δωρεές, χορηγίες, μηνιαία συνδρομή γονέων κ.ο.κ.) ενώ, από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο ...
προκύπτει ότι το εναγόμενο δεν ανήκει στους φορείς της γενικής κυβέρνησης. Άλλωστε το εναγόμενο συνομολογούσε το ύψος των μηνιαίων καταβαλλόμενων αποδοχών με τις μηνιαίες βεβαιώσεις αποδοχών που χορηγούσε στους ενάγοντες, και την καταβολή των αναλογούντων σ' αυτές ασφαλιστικών τους εισφορών προς τα ασφαλιστικά ταμεία." Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, τις διατάξεις της παρ. 12 του ν. 4093/2012 (από 01.01.2013) και ν. 4354/2015 (από 01.01.2016), που εφαρμόζονται ως προς το ύψος των τακτικών αποδοχών του προσωπικού του και τις οποίες δεν εφήρμοσε, κρίνοντας ότι προϋπόθεση εφαρμογής τους είναι η υπαγωγή του νομικού προσώπου στον "ευρύτερο δημόσιο τομέα".
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι βασίζεται επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του στο ότι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων είναι η υπαγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ. στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ αντιθέτως αυτό (Εφετείο) στήριξε την κρίση του αυτή στο ότι το εναγόμενο, ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, δεν προέκυψε ότι επιχορηγείται σε ποσοστό άνω του 50% από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, το οποίο ήταν και το κρίσιμο ζήτημα και η προϋπόθεση για την υπαγωγή των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, όπως το αναιρεσείον, στις ανωτέρω διατάξεις.
Εξάλλου η πρόσθετη αναφορά του Εφετείου ότι το εναγόμενο δεν ανήκει στους φορείς γενικής κυβέρνησης γίνεται διηγηματικά και μόνο για να αποκλειστεί η υπαγωγή του εναγομένου - αναιρεσείοντος, ν.π.ι.δ., στις διατάξεις των άνω νόμων, καθ' ο μέρος οι νόμοι αυτοί αναφέρονται σε άλλους φορείς όχι όμως και στα ν.π.ι.δ.
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1366/2023, 1964/2022, 176/2019, 1081/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Για τη θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 360/2023, 1521/2021, 516/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2103/2022, 993/2022, 979/2017). Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν, από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα, κατ' είδος, έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 868/2020, 1719/2017).
Εν προκειμένω ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι αναιτιολογήτως έκρινε το Εφετείο ότι "δεν προέκυψε ότι το εναγόμενο επιχορηγείται σε ποσοστό άνω του 50% από τον Κρατικό Προϋπολογισμό", καθόσον από τους, νομίμως προσαχθέντες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ετήσιους προϋπολογισμούς του ετών 2013 έως και 2018, αποδεικνύεται ότι αυτό επιδοτείται σε ποσοστό άνω του 50% των ετήσιων προϋπολογισμών του από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, είναι, ως προς μεν το μέρος που αναφέρεται στην αναιτιολόγητη ως άνω κρίση περί μη επιχορηγήσεως του αναιρεσείοντος σε ποσοστό άνω του 50% από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, αβάσιμος, ενόψει του ότι το αποδεικτικό αυτό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς και δεν χρήζει περαιτέρω αιτιολόγησης, αφού, όπως εκτίθεται στην ανωτέρω νομική σκέψη ως προς τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, αφού πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, ως προς την παραδοχή της περί μη επιχορηγήσεως του εναγομένου σε ποσοστό άνω του 50% από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, η επίκληση της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προϋπολογισμών των ετών 2013 - 2018 του (αναιρεσείοντος), ως αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη ως αναπόδεικτη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, διότι δεν προσκομίζονται προς απόδειξη της βασιμότητας αυτού του ισχυρισμού τα έγγραφα αυτά (άνω προϋπολογισμοί).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, πλην άλλων (καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη) και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια".
Από τη βεβαίωση, αυτή σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με το ύψος των αποδοχών των εναγόντων (αν και διαφορετικού σε σχέση με εκείνο που θεωρεί ως ορθό το αναιρεσείον) και τους αναφερόμενους στον έκτο λόγο αναίρεσης προϋπολογισμούς των ετών 2013 - 2018 του αναιρεσείοντος (που προσκόμισε και επικαλέσθηκε το ήδη αναιρεσείον στην, κατ' έφεση, δίκη), χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί σε ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγησή τους.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ανωτέρω έκτος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των έξι πρώτων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ ως προς τον απολειπόμενο έβδομο αναιρεσίβλητο Ι. Β. δεν θα τεθεί διάταξη περί δικαστικών εξόδων, ελλείψει σχετικού αιτήματός του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 7640/912/08.10.2020, αίτηση περί αναίρεσης της υπ' αριθμόν 830/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ