1024/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1024/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Full text
Απόφαση 1024 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1024/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στέφανου Φουρτουνίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1962/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5805/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/1/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 5805/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, εξαφάνισε αυτήν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει το ποσό των 87.000,44ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577αρθμ.3ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).
Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019,ΑΠ1136/2020,ΑΠ 1228/2019). Εξάλλου, με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, που καταργήθηκε από 1-11-2007, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή, τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό, νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994.
Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.
Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.
Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη, επί της ουσίας, εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: <Ο προστηθείς υπάλληλος της εναγομένης Η.Χ., πιστοποιημένος για την παροχή επενδυτικών συμβουλών, πρότεινε στην ενάγουσα να τοποθετήσει τα χρήματά της σε επένδυση απόλυτα ασφαλή και δη στην αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία θα εκδίδονταν προσεχώς, θα ήταν δεκαετούς διάρκειας, με αφορολόγητη απόδοση, με ετήσιο σταθερό επιτόκιο 6% περίπου και με εγγυημένο το κεφάλαιο κατά τη λήξη των ομολόγων.
Ότι θα μπορούσε η εναγομένη να της χορηγήσει για την αγορά κατοικίας δάνειο με προνομιακό επιτόκιο, το οποίο θα μπορούσε να αποπληρώνει με τους τόκους που θα εισέπραττε από τα ομόλογα. Μετά από παρότρυνση και επαναλαμβανόμενες προφορικές διαβεβαιώσεις του ως άνω υπαλλήλου προς την ενάγουσα ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα είναι απολύτως ασφαλή, αυτή πείστηκε και διέθεσε το ποσό των 91.277,88 ευρώ για την αγορά 90 ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία η εναγομένη απέκτησε πρωτογενώς από το Δημόσιο κατά την έκδοσή τους την 11-3-2010, σε τιμή 98,942% και τα διέθεσε την 18-3-2010 στην ενάγουσα στην τιμή του 101,30% της ονομαστικής τους αξίας.
Η ενάγουσα υπέγραψε δύο έντυπα, το ένα με τον τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ ΣΕ ΟΜΟΛΟΓΟ" και το έτερο με τον τίτλο "Αποδεικτικό συναλλαγής επενδυτικών προϊόντων ΚΕΦΑΛΑΙΟ PLUS"..... Η πληροφόρηση που παρέσχε η εναγομένη στην ενάγουσα σχετικά με την επικείμενη επένδυση του κεφαλαίου της σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει των προφορικών διαβεβαιώσεων και του ως άνω εντύπου αποδεικτικού της επένδυσης, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του Ν 3606/2007, ώστε να είναι ακριβής, σαφής και μη παραπλανητική και να μην αποκρύπτει σημαντικά στοιχεία που αφορούν στην εν λόγω επένδυση.
Η ως άνω ανακριβής πληροφόρηση προς την ενάγουσα δεν αναιρείται από το ότι κατά την αγορά των ομολόγων η ίδια υπέγραψε την τυποποιημένη ρήτρα, σύμφωνα με την οποία η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσέφερε ή της υπηρεσίας που παρέσχε και ότι δεν καλύπτονταν από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς που προβλέπει ο ως άνω νόμος, ούτε αναιρείται από το ότι η ενάγουσα παρέλαβε ενυπόγραφα κατά την υπογραφή της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών το δελτίο προσυμβατικής πληροφόρησης με τον τίτλο <πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και επενδυτικές υπηρεσίες> και το έντυπο με τον τίτλο <πολιτική βέλτιστης εκτέλεσης εντολών επί χρηματοπιστωτικών μέσων>, διότι η ενημέρωση-πληροφόρηση της ενάγουσας ήταν γενική και όχι ειδική, συγκεκριμένη και αναλυτική για το εν λόγω επενδυτικό προϊόν....
Υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες που υλοποιήθηκε η επενδυτική συμβουλή, ήτοι της ανακριβούς και πλημμελούς ενημέρωσης από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης που ήταν προφορική μέχρι την αγορά, ενώ κατά την αγορά εγένετο χρήση του άνω εντύπου, η ενάγουσα είχε την πεπλανημένη πεποίθηση ότι το επενδυθέν κεφάλαιό της είναι πλήρως διασφαλισμένο από τον κίνδυνο απώλειας μέχρι τη λήξη των ομολόγων, όμοια όπως είναι και το κεφάλαιο προθεσμιακής κατάθεσης.
Είναι βέβαιο ότι η ενάγουσα δεν θα ακολουθούσε την άνω συμβουλή για την αγορά των ομολόγων και θα είχε απορρίψει αυτή την επένδυση αν η εναγομένη την είχε πληροφορήσει ορθά εξ αρχής ότι το επενδυθέν κεφάλαιό της υπόκειται σε κίνδυνο απώλειας και δεν είναι εγγυημένο. Επίσης η δια του ως άνω εντύπου πληροφόρηση ήταν παραπλανητική, καθόσον ήταν ικανή κατ' αντικειμενική κρίση να προκαλέσει πλάνη στον μέσο συνετό επενδυτή, ότι το κεφάλαιο είναι εγγυημένο και πράγματι παραπλάνησε την ενάγουσα, η οποία αποδέχθηκε την συμβουλή και προέβη στην ένδικη συναλλαγή, εμπιστευόμενη την εναγομένη ότι της παρέχει υπεύθυνη πληροφόρηση....
Η εναγομένη τράπεζα παραβίασε την υποχρέωσή της να ενημερώσει την ενάγουσα για τον κίνδυνο απωλείας του κεφαλαίου της, ενώ αντίθετα τη διαβεβαίωνε ότι το κεφάλαιο είναι πλήρως εξασφαλισμένο και εγγυημένο. Αν η εναγομένη είχε διαφωτίσει την ενάγουσα ορθά και με ακρίβεια, η τελευταία δεν θα προέβαινε στην υποδειχθείσα επένδυση , αλλά θα τοποθετούσε τα χρήματά της σε προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση, όπου το κεφάλαιο είναι απόλυτα εξασφαλισμένο....
Η εντύπωση της ενάγουσας ότι πρόκειται για απόλυτα ασφαλή επένδυση ενισχύθηκε και με τη χρήση του άνω εντύπου, όπου υπήρχε ρητή αναφορά για εγγυημένο κεφάλαιο.... Στη συνέχεια δημοσιεύθηκε ο Ν. 4050/2012 και βάσει αυτού εκδόθηκε η ΠΥΣ 5/2012, δυνάμει της οποίας τα ομόλογα εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου αντικαταστάθηκαν με άλλα μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας, τα δε ομόλογα που αντικαταστάθηκαν ακυρώθηκαν αυτοδικαίως....
Κατόπιν αυτής της νομοθετικής παρέμβασης, στις 12-3-2012, τα ομόλογα της ενάγουσας αντικαταστάθηκαν υποχρεωτικά με άλλους τίτλους, όπως αυτοί προτάθηκαν και ορίστηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, μικρότερης αξίας, για κάθε 1.000 ευρώ ονομαστικής αξίας επιλέξιμου τίτλου δόθηκαν σε ανταλλαγή νέοι τίτλοι ονομαστικής αξίας 315 ευρώ, και μεγαλύτερης διάρκειας, με αποτέλεσμα να μειωθεί κατά ένα μεγάλο ποσοστό η αξία τους.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ζημία της ενάγουσας συνδέεται αιτιωδώς με την απόφασή της να αγοράσει τα ομόλογα και να τα κρατήσει και με τη διαδικασία υποχρεωτικής ανταλλαγής των ομολόγων που εισήχθη νομοθετικά αιφνιδίως είναι αβάσιμος, διότι απεδείχθη ότι η ενάγουσα δεν θα αγόραζε τα ομόλογα αν δεν της τα είχε συστήσει η εναγομένη και αν της παρέσχε ορθή, ακριβή και σαφή πληροφόρηση γι' αυτά.
Συνεπώς συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης και της θετικής και αποθετικής ζημίας που προκλήθηκε στην ενάγουσα.... Η ως άνω παράνομη, υπαίτια και αντισυμβατική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους για διαφώτιση της ενάγουσας σχετικά με τον κίνδυνο απώλειας του αρχικού κεφαλαίου που ενείχαν τα συγκεκριμένα ομόλογα, η οποία απορρέει από τη συναλλακτική καλή πίστη αλλά και τη σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, για την οποία ευθύνεται και η εναγομένη, προξένησε αιτιωδώς τη ζημία της ενάγουσας, διότι αν της είχε παρασχεθεί ορθή και σαφής ενημέρωση, αυτή δεν θα αποδεχόταν την εν λόγω επενδυτική πρόταση, αλλά θα τοποθετούσε το κεφάλαιό της σε προθεσμιακή κατάθεση....
Η θετική ζημία της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 70.628,04 ευρώ (91.277,88 ευρώ που κατέβαλε για την αγορά των ομολόγων - μείον 7.165,80 ευρώ την απόδοση του επιτοκίου που έλαβε- μείον 6.750 ευρώ που έλαβε κατά την προεξόφληση του ομολόγου πληρωμής PSI - μείον 6.750 ευρώ που έλαβε κατά την προεξόφληση του ομολόγου πληρωμής PSI)....Περαιτέρω, το διαφυγόν κέρδος της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 13.372,40 ευρώ, το οποίο αποτελείται από τους τόκους που θα αποκόμιζε από την κατάθεση του ως άνω κεφαλαίου της σε προθεσμιακή κατάθεση για το χρονικό διάστημα από 18-3-2010 μέχρι 17-3-2015....
Συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό των 3.000 ευρώ...>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, δεχόμενο ότι η αναφερόμενη ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας (εναγομένης) τράπεζας συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, και υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και ως εκ τούτου δέχθηκε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της εναγούσης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην ανακριβή και πλημμελή ενημέρωση της ήδη αναιρεσίβλητης ως προς τον επενδυτικό κίνδυνο, τον οποίο αυτή αναλάμβανε, συνάπτοντας, κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2010, την ένδικη επενδυτική σύμβαση, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία της ήδη αναιρεσίβλητης, συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, στην υποχρεωτική αντικατάσταση των ομολόγων της με άλλους τίτλους, μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας, που έλαβε χώρα με τη διαδικασία την οριζόμενη στον Ν 4050/2012 και την βάσει αυτού εκδοθείσα ΠΥΣ 5/2012.
Τούτο δε διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία της ήδη αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια.
Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2010, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον μήνα Φεβρουάριο του 2012 της αναφερόμενης νομοθετικής παρεμβάσεως και της Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου.
Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην ελληνική έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της συνάψεως της ένδικης επενδυτικής συμβάσεως (έτος 2010), από το μέσο λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.
Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας.
Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ορθώς εκτιμώμενος από τον αριθμό 1 και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων αναιρέσεως από τους αριθ. 19 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (ολΑΠ 11/2007, 22/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ` αυτήν, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι με την αναιρούμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει η ένδικη αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για την παραπάνω αιτία το ποσό των 87.000,44 ευρώ, νομιμοτόκως, καθώς και ποσό των 4.500 ευρώ ως δικαστική της δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της αναιρουμένης αποφάσεως, κατέβαλε στις 15-6-2020 στην αναιρεσίβλητη 1) αποζημίωση για θετική ζημία 70.628,04 ευρώ, 2) αποζημίωση για αποθετική ζημία 11.366,54 ευρώ, 3) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 3.000 ευρώ, 4) τόκους επί των ως άνω κονδυλίων ποσού 41.554,83 ευρώ και 5) επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 4.500 ευρώ και συνολικά 131.049,41 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 15-6-2020 εξοφλητική απόδειξη, υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής και από την αναιρεσίβλητη, η οποία δηλώνει ότι εισέπραξε το ως άνω ποσό σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεώς της που απορρέει από την αναιρούμενη απόφαση.
Το ποσό αυτό των 131.049,41 ευρώ συνολικά και όχι τα επί πλέον αιτούμενα ποσά των 2.005,86 ευρώ και 7.333,21 ευρώ αντίστοιχα, που ως παρακρατηθέντες φόροι αποδόθηκαν από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο (Ολ ΑΠ 31/2009, 11/2007, ΑΠ 591/2015), πρέπει η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί να επιστρέψει, κατά παραδοχή της αιτήσεως αυτής της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμης, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της παρούσης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αρθμ.5805/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εκατόν τριάντα μιας χιλιάδων σαράντα εννέα ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (131.049,41), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής έως την εξόφληση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ