Legislator Case Law & Legislation
1024/2019 AI generated

1024/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1024/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4663/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4839/2011 μη οριστική και 2734/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ανωτέρω Εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2015 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1024/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.

Keywords

AI generated
right to a decision new legal argument conscience clause asylum application of Ethiopian statement of defence standing of shareholder
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1024 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λύγουρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4663/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4839/2011 μη οριστική και 2734/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ανωτέρω Εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 17/1/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Aπό την υπ' αριθμ. …86γ/30-03-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ανατ. Κρήτης Ε. Δ., που προσκομίζει η, επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφό της, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της ιδίας, στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 554 ΚΠολΔ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Έτσι, αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (ΑΠ 126/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη, από 03/11/2015, αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 2670/2105 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της, συμπροσβαλλομένης με αυτήν, 2734/2014 απόφασης του ίδιου Εφετείου, με την οποία αυτή (αναιρεσείουσα) δικάσθηκε ερήμην (σαν να ήταν παρούσα), ως εφεσίβλητη.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.

Αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κ.λπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη περίπτωση, σ' έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους, που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση σ' ένα από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα πρόσωπα (στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σ' έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες), χωρίς να είναι απαραίτητο για το κύρος της επίδοσης να τηρηθεί καμιά σειρά τόσο ως προς τον τόπο επίδοσης, δηλαδή αναζήτηση του νόμιμου εκπροσώπου πρώτα στην κατοικία και μετά στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, όσο και ως προς τα πρόσωπα, που θα παραδοθεί το επιδιδόμενο έγγραφο, σε απουσία του.

Στην έκθεση επίδοσης, πρέπει να αναγραφεί από τον δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο. Σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί στο γραφείο του (άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η επίδοση γίνει με παράδοση του εγγράφου σε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται μεν η αναγραφή στην έκθεση του ονόματος του νόμιμου εκπροσώπου του, πρέπει, όμως, να αναφέρεται σ' αυτή το γεγονός της μη ανεύρεσης και το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο έγινε η παράδοση του εγγράφου, για να διαπιστωθεί, αν αυτό το φυσικό πρόσωπο είναι από τα αναφερόμενα στην διάταξη αυτή ως δεκτικά παράδοσης (ΑΠ 396/2006).

Περαιτέρω, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο, κ.λπ.) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 2137/2007) και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται μνεία του ονοματεπωνύμου αυτού, αρκούσης της μνείας του ονοματεπωνύμου του πληρεξουσίου, η οποία μπορεί να μη γίνεται στο κυρίως κείμενο της έκθεσης επίδοσης, αλλά να αναφέρεται αυτό και πριν από την υπογραφή του παραλαβόντος το δικόγραφο.

Εφόσον υπάρχει πληρεξουσιότητα, μπορεί η επίδοση να γίνει προς τον πληρεξούσιο του εκπροσώπου, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση ή διατύπωση (ΟλΑΠ 900/1985, ΑΠ 443/20015, 322/2015,1005/2005). Επίσης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ' αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν, από τη φύση τους, στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη, που στηρίζεται σε δήλωση του παραλαβόντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθειά τους.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παρά τον νόμο, και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση, με την οποία δικάσθηκε ερήμην ο διάδικος, όχι όμως και η απόφαση που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, όταν η άκυρη ερημοδικία έλαβε χώρα σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό.

Συνεπώς, η απόφαση, που κατ' αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας δεν προσβάλλεται με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, εάν προσάπτεται σ' αυτήν ότι παρά τον νόμο δεν δέχθηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, παρότι δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ο διάδικος, που ερημοδικάσθηκε, αλλά με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγο για μη κήρυξη ακυρότητας παρά το νόμο, για την απόρριψη, δηλαδή, της ανακοπής ερημοδικίας και τη μη κήρυξη άκυρης της ερημοδικίας, παρά το νόμο (ΑΠ 641/2017, ΑΠ 1689/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 2734/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα ερημοδικάσθηκε, ως εφεσίβλητη, λόγω μη νόμιμης παράστασής της και απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η υπ' αριθμ.

κατ. 2077/29-02-2008 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης. Στη συνέχεια η εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από 07/07/2014 ανακοπή ερημοδικίας, με το μοναδικό λόγο, της οποίας ισχυρίστηκε ότι η προς αυτήν επίδοση της από 31/05/2010 έφεσης, με κλήση προς συζήτησή της, κατά την ορισθείσα δικάσιμο, που έγινε στα γραφεία της έδρας της δεν ήταν νόμιμη, επειδή το σχετικό δικόγραφο, λόγω της απουσίας του νόμιμου εκπροσώπου της, κατά το χρόνο της επίδοσης, παραδόθηκε από την αρμόδια δικαστική επιμελήτρια σε μη εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή δικογράφων πρόσωπο, αφού η παραλαβούσα αυτό, Σ.

Κ., δεν ήταν υπάλληλός της. Επί της παραπάνω ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη 2670/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή, με τις ακόλουθες, ενδιαφέρουσες αναιρετικά, παραδοχές: "...Με την με αριθμό ….502/19.7.2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Κ. που προσκομίζεται με επίκληση, η ως άνω δικαστική επιμελήτρια βεβαιώνει ότι κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία (ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:40) πήγε στον …. για να επιδώσει προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" η οποία εδρεύει στον ... επί της οδού ... ακριβές αντίγραφο της από 31.5.2010 έφεσης της εταιρείας, με την επωνυμία "...", κατά της ως άνω εταιρείας και κατά της με αριθμό 4663/2009 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις κάτω από το δικόγραφο της εφέσεως πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου την 26.5.2011 και με κλήση για να παραστεί η εφεσίβλητη εταιρεία στη συζήτηση της εφέσεως κατά τη δικάσιμο αυτή και (ότι) επειδή δεν βρήκε το νόμιμο εκπρόσωπο της εφεσίβλητης εταιρείας (στα γραφεία της) επέδωσε το παραπάνω δικόγραφο στην υπάλληλο της Σ.

Κ.. Ενόψει αυτών η επίμαχη επίδοση του προαναφερομένου δικογράφου ήταν νόμιμη και έγκυρη, καθόσον έγινε στα γραφεία της εφεσίβλητης, αφού στα γραφεία αυτά στην προαναφερόμενη διεύθυνση βρέθηκε η υπάλληλός της Σ. Κ., η οποία παρέλαβε το ως άνω δικόγραφο και υπέγραψε την επίμαχη έκθεση επιδόσεως...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο μη κήρυξης δικονομικής ακυρότητας.

Τούτο δε διότι, το επίμαχο δικόγραφο επιδόθηκε στην αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη υπάλληλο της αναιρεσείουσας, η οποία (υπάλληλος) δήλωσε την ιδιότητά της αυτή, στη δικαστική επιμελήτρια, που της επέδωσε το εν λόγω δικόγραφο. Δεν ήταν δε απαραίτητο για την εγκυρότητα της επίμαχης επίδοσης, αυτή να γίνει προς άλλο, εξουσιοδοτημένο από την αναιρεσείουσα για την παραλαβή δικογράφων πρόσωπο, αφού δεν προκύπτει από την έκθεση επίδοσης, ούτε από κάποιο άλλο έγγραφο η ύπαρξη τέτοιου προσώπου, που να γνωστοποιήθηκε στον δικαστικό επιμελητή με οποιοδήποτε τρόπο και, έτσι, πληρούνταν, εν προκειμένω, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, οι προϋποθέσεις της έγκυρης επίδοσης στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος, κατά το χρόνο διενέργειας αυτής, απουσίαζε από το κατάστημά της και το εκεί γραφείο του.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙV. Με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έχει εφαρμογή και επί της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, ορίζεται, κατ' απόκλιση από το καθιερούμενο με το άρθρο 106 του ίδιου Κώδικα σύστημα της συζήτησης, ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση (ΑΠ 846/2017, ΑΠ 1314/2013).

Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται, κατ' άρθρο 254 εδ. β' ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια, που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο. Επομένως, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 254, 271 επ., 280 ΚΠολΔ, εάν κάποιος παρέστη κανονικά, κατά την προηγουμένη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, όπως και στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλ.

δεν παρέστη στην αρχική, αλλά μόνο στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δικάζεται αντιμωλία. Ισχυρισμοί μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς, για πρώτη φορά και, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, αφού έως τη δεύτερη εκφώνηση της υπόθεσης αυτή θεωρείται ότι διαρκεί και γι' αυτό δεν υποχρεούνται οι διάδικοι να καταθέσουν, κατ' αυτή την (επαναλαμβανόμενη) συζήτηση, νέες (ιδιαίτερες) προτάσεις, αλλ' αρκούν αυτές, που κατατέθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως στην αρχή της συζήτησης (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 27/2015, ΑΠ 1641/2012, ΑΠ 361/2012, ΑΠ 1589/2009).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση, αφού η πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσδιορίσθηκε για τις 28-01-2009, ήτοι μετά την 1-1-2002, οπότε το κεφάλαιο Α του Νόμου αυτού τέθηκε σε ουσιαστική ισχύ (άρθ. 22 παρ . 1 και 38 Ν. 2915/2001 σε συνδ.

προς άρθρο 15 Ν. 2943/2001), ορίζεται ότι ενώπιον του Εφετείου η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528, στην οποία και εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου 270. Σ' εκείνες τις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 528, η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζητήσεως και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως την δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά την συζήτηση.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τους Ν. 2915/2001 και 3043/2002 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ, και στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ορίζεται ότι οι προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, πρέπει να κατατίθενται το αργότερο είκοσι ημέρες, πριν τη δικάσιμο και ότι εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον Ν. 2915/2001, η οποία εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, ορίζεται ότι εάν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο, που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σαφώς, προκύπτει ότι στην περίπτωση που ασκηθεί έφεση από διάδικο, που δικάσθηκε πρωτοδίκως, από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σαν να ήταν παρών, η συζήτηση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο γίνεται προφορικώς, κατά τους ορισμούς του άρθρου 270 ΚΠολΔ και, συνεπώς, αμφότεροι οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι αφ' ενός μεν να καταθέσουν τις έγγραφες προτάσεις τους είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση, αφ' ετέρου δε να παραστούν κατ' αυτήν με ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, μη επιτρεπομένης της υποβολής δηλώσεως, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Σε περίπτωση δε εφέσεως, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, κατ' αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εάν ο εφεσίβλητος καταθέσει εκπροθέσμως τις προτάσεις του ή δεν παραστεί κατά την εκφώνηση της εφέσεως, έχοντας υποβάλλει σχετική δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αυτός δεν λαμβάνει μέρος κανονικά στη συζήτηση της εφέσεως και, συνεπώς, δικάζεται ερήμην, πλην όμως η διαδικασία χωρεί σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, εφ' όσον βεβαίως έχει προηγηθεί έρευνα της νομότυπης κλητεύσεώς του, κατ' άρθ. 271 παρ.1 σε συνδ.

προς 524 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της, συμπροσβαλλόμενης με την προαναφερθείσα, υπ' αριθμόν 2734/2014 απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, τα ακόλουθα: "...Με την από 30/1/2012 κλήση της εφεσίβλητης, νόμιμα επαναφέρεται η συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της με αριθμό 4839/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας ερήμην της εφεσίβλητης, δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή στην ουσία της, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής απόφασης και διέταξε αυτοπρόσωπη εμφάνιση των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων, προκειμένου να παράσχουν εξηγήσεις.

Ήδη, μετά την διενέργεια των όσων διέταξε η ανωτέρω απόφαση, η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, από το παρόν δικαστήριο δικάζοντος με διαφορετική σύνθεση λόγω του ότι η συγκρότησή του με την αρχική σύνθεση είναι αδύνατη για νομικούς λόγους (προαγωγή, παραίτηση δικαστών).

Η συζήτηση θα διεξαχθεί ερήμην της εφεσίβλητης, η οποία εμφανίστηκε μεν κατά τη συζήτηση πλην όμως δεν έλαβε μέρος σ' αυτήν κανονικά. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε διεξαχθεί ερήμην της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, η διαδικασία, όμως, προχώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Εφόσον, λοιπόν, η έφεση ασκήθηκε από την, ερήμην δικασθείσα στον πρώτο βαθμό, εναγομένη, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις των άρθρων 528 και 524 , παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Συνέπεια τούτου είναι ότι, αμφότεροι οι διάδικοι, όφειλαν να καταθέσουν προτάσεις είκοσι ημέρες πριν την δικάσιμο και να παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Η υποχρέωση δε αυτή, κατάθεσης προτάσεων προ είκοσι ημερών, έπρεπε να εκπληρωθεί κατά την πρώτη (αρχική) δικάσιμο και όχι κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Τούτο διότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται, κατά τα προαναφερθέντα, ενιαίο και αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο με την προηγούμενη, αποτελεί δε απλώς το δεύτερο από τα δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση.

Επισημαίνεται ότι η ιδιαιτερότητα αυτή ισχύει μόνο στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 ΚΠολΔ, καθώς σε κάθε άλλη περίπτωση που οι προτάσεις επιτρέπεται να κατατεθούν και στο ακροατήριο, ο απών κατά την αρχική δικάσιμο διάδικος, μπορεί να εμφανιστεί κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση και, παρά την αρχική ερημοδικία του, να καταθέσει προτάσεις και να δικαστεί κατ' αντιμωλία.

Στην κρινόμενη υπόθεση, η εφεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την προηγούμενη της παρούσας συζήτηση ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς, δεν κατέθεσε προτάσεις. Επομένως οι προτάσεις που κατέθεσε, κατά την παρούσα, επαναλαμβανόμενη, συζήτηση της υπόθεσης, μια ημέρα πριν τη συζήτηση, θεωρούνται εκπρόθεσμες και δεν λαμβάνονται υπόψη.

Να σημειωθεί, επίσης, ότι, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ο διάδικος μόνο σημείωμα μπορεί να καταθέσει, πέντε ημέρες πριν τη συζήτηση, και μόνο για τα υπό συζήτηση θέματα, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι λαμβάνει μέρος κανονικά στη συζήτηση. Εφόσον, λοιπόν, η εφεσίβλητη δεν λαμβάνει μέρος κανονικά στη συζήτηση (η οποία γίνεται με δική της επιμέλεια), θα πρέπει να δικαστεί ερήμην.

Η διαδικασία, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς δίκασε, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμόν 2734/2014, απόφασή του, ερήμην (σαν να ήταν και αυτή παρούσα) την αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, αφού στην ένδικη έφεση, που ασκήθηκε από την, ερήμην δικασθείσα στον πρώτο βαθμό, εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη και εφαρμόζονταν οι διατάξεις των άρθρων 528 και 524, παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, αμφότεροι οι διάδικοι, όφειλαν να καταθέσουν προτάσεις είκοσι ημέρες πριν την πρώτη (αρχική) δικάσιμο αυτή (αναιρεσείουσα) κατέθεσε τις προτάσεις της σ' αυτό (Εφετείο), το πρώτον, κατά την μετά την επανάληψη της συζήτησης της ένδικης έφεσης δικάσιμο.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση των υπ' αριθμούς: 2670/2015 και 2734/2014 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Σημειουμένου, τέλος, ότι λόγω της απουσίας, κατά την προκειμένη δίκη, της νικήσασας αναιρεσίβλητης, αυτή δεν επιβαρύνθηκε με δικαστικά έξοδα και, έτσι, δεν γίνεται λόγος περί αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-11-2015 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθμούς: 2670/2015 και 2734/2014 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ