Legislator Case Law & Legislation
1024/2018 AI generated

1024/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1024/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1024/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ123/2017).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1024 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1024/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..., η οποία αποτελεί τη νέα επωνυμία της ανώνυμης εταιρίας "..." με διακριτικό τίτλο "...", που είναι η διά συγχωνεύσεως με απορρόφηση καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", την οποία υποκατέστησε στα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις της, νομίμως εκπροσωπούμενης που εδρεύει στην … και η οποία εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατηφόρη. Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Οδυσσέα Καραγιαννακίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη από 27-3-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 23/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία συνεκδίκασε τις από 15-6-2015 και 7-7-2015 εφέσεις κατά της 23/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία, αφού απέρριψε τις επικουρικές βάσεις της από 30-12-2013 αγωγής, δέχθηκε κατ'ουσίαν την κυρία βάση αυτής, αναγνώρισε την εικονικότητα του από 17-8-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό του 1.115.625,00 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και απέρριψε αυτές .Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

Α.Π. 8/2001, ΑΠ 207/2014). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ123/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για ψευδή ερμηνεία του άρθρου 281ΑΚ (αρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ),επειδή η προσβαλλομένη ερμήνευσε τους ισχυρισμούς της εκ του άρθρου 281ΑΚ μόνο υπό το πρίσμα της αποδυνάμωσης δικαιώματος ως ειδικότερης εκδήλωσης της αρχής της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος ,αποδίδουσα στο άρθρο 281 ΑΚ διαφορετικό νόημα από εκείνο που έχει στην πραγματικότητα ταυτίζοντας την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος με την αποδυνάμωση δικαιώματος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν οι εξής παραδοχές ως προς το ζήτημα αυτό : "Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία επιχειρείται να αποκλειστεί η εκδήλωση κακόπιστης και ανέντιμης συμπεριφοράς στις συναλλαγές καθώς και κατά την άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, ως καταχρηστική αξιολογείται, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του ασκούμενου δικαιώματος υπό το όρο, ότι η σχετική εκτίμηση προκύπτει από εκδηλώσεις της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να παρακωλύουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, αποκλείουν την άσκησή του, λόγω υπέρβασης των ορίων που θέτουν οι κοινές αντιλήψεις σε σχέση με το δίκαιο και την ηθική και εξαιτίας αντιθέσεως στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη, που προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με αυτή του υπόχρεου, ευλόγως, η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ο δικαιούχος να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, οι συνέπειες που απορρέουν από άλλες πράξεις και εκδηλώσεις που δεν προέρχονται από το ίδιο αποκλείεται να προβάλλονται προς απόκρουση του εκ μέρους του ασκούμενου δικαιώματος (βλ ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ) ...

Περαιτέρω στον τέταρτο λόγο της ως άνω β εφέσεως περιέχεται ο επικουρικώς επικαλούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμός καταχρηστικής ασκήσεως από την ενάγουσα του δικαιώματος να προβάλλει την ακυρότητα λόγω εικονικότητας. Ειδικότερα, παραπονείται η εκκαλούσα εναγομένη, ότι με την εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε ο κανόνας του άρθρου 281 ΑΚ και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο παραπάνω κατ' ένσταση προβαλλόμενος ισχυρισμός της.

Προς θεμελίωση του συγκεκριμένου ισχυρισμού προβάλλεται από την εκκαλούσα εναγομένη ότι : α) οι τέσσερεις εκμισθωτές του πρατηρίου από τους οποίους οι δυο είναι οι μοναδικοί εταίροι και νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας αποδέχθηκαν το καταβαλλόμενο από την εναγομένη μίσθωμα αυξημένο, σύμφωνα με τον σχετικό όρο της από 17-8-2009 μισθωτικής σύμβασης β) οι εκμισθωτές, αποδέχθηκαν την εκτέλεση δαπανηρών εργασιών και κατασκευών τις οποίες επιχείρησέ στο μίσθιο η εναγομένη, γ) η από 28-12-2008 δεν ίσχυσε και δεν εφαρμόστηκε μεταξύ των μερών, δ) εάν η εναγομένη θεωρούσε ότι η ενάγουσα θα πρόβαλλε, την ακυρότητα της από 17-8-2009 σύμβασης επικαλούμενη εικονικότητα αυτής θα είχε καταγγείλει την από 28-12-2008 σύμβαση, ε) προϋπόθεση για να ισχύσει η από 28-12-2008 σύμβαση ήταν να λειτουργήσει το πρατήριο, όμως αυτό δεν τέθηκε σε λειτουργία, στ) όλοι οι συμβαλλόμενοι επεδίωκαν να ισχύει η από 17-8-2009 σύμβαση, ζ) ότι με το δικόγραφο της αγωγής επιδιώκεται η καταβολή ποσού πολλαπλάσιου των ετήσιων καθαρών εισοδημάτων της επιχειρήσεως της ενάγουσας που ανέρχονται σε ποσό ύψους 50.000 έως 60.000 ευρώ, η) η ενάγουσα αναγνώρισε την εγκυρότητα της από 17-8-2009 σύμβασης.

Τα παραπάνω εκτιθέμενα περιστατικά αληθή υποτιθέμενα αξιολογούμενα σύμφωνα με του όρους που περιέχονται στον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σχετικώς στην προηγούμενη νομική σκέψη αποκλείουν την εκτίμηση του ερευνώμενου ισχυρισμού ως νόμιμης ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.

Ειδικότερα τα ανωτέρω υπό στοιχείο α, β, γ, δ, ε περιστατικά σύμφωνα με το ειδικότερο περιεχόμενο των ισχυρισμών που τα εξειδικεύουν δεν συναρτώνται με εκδήλωση συμπεριφοράς εκ μέρους της ενάγουσας. Τα υπό στοιχείο στ και η περιστατικά αποτελούν ισχυρισμούς με τους οποίους αμφισβητείται η θεμελίωση ή προβάλλεται η κατάλυση του δικαιώματος επίκλησης της ακυρότητας λόγω εικονικότητας.

Ο υπό στοιχείο ζ ισχυρισμός περιέχει σύγκριση και αποτίμηση λογιστικών μεγεθών που δεν προσδιορίζουν την άσκηση του δικαιώματος προβολής της ακυρότητας εκ μέρους της εναγομένης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό ορθώς ερμηνεύσε και εφάρμοσε τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα και ο τέταρτος λόγος εφέσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το εφετείο ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚκοι ο άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .

Το άρθρο 138 ΑΚ ορίζει στην πρώτη μεν παράγραφο: "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", στη δε δεύτερη παράγραφο: "Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της".

Από την πρώτη διάταξη (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ) συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πρόθεση στο δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής.

Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ.

Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλ' έχει αυτοτέλεια διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ32/1998, ΑΠ365/15).

Αποκλείεται όμως η εικονικότητα σε σχέση με δικαιοπραξίες που επιχειρούνται με τη συμμετοχή της δημόσιας αρχής (ΑΠ298/2016). Για την ακυρότητα, επομένως, ως εικονικής μιας σύμβασης ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Για την εικονικότητα δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση.

Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των όρθρων 180ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ563/2016). Η εικονικότητα δε δύναται να αποδειχθεί και με μάρτυρες (ΑΠ1822/2012) Εξάλλου, η αναγνώριση δικαιοπραξίας ως σπουδαίας, στερεί τον αναγνωρίσαντα από το δικαίωμα να προσβάλει στη συνέχεια την ίδια δικαιοπραξία ως εικονική, η αναγνώριση δε είναι μονομερής δήλωση βούλησης που μπορεί να γίνει όχι μόνο ρητά αλλά και σιωπηρά, δηλ.

με πράξεις που δεν έγιναν μεν γι' αυτό το σκοπό, συμπερασματικά όμως, κατά τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας υποδηλώνουν σαφή βούληση παραίτησης από την εικονικότητα (ΟΛΑΠ32/1987,ΑΠ 1098/1995). Εξάλλου, στο άρθρο 361ΑΚ που ορίζει την ελευθερία των συμβάσεων ορίζεται ότι "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" ενώ στα άρθρα 173 και 200ΑΚορίζεται αντίστοιχα ότι "Κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις" και "Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Τέλος, κατά το όρθρο 440ΑΚ "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες".

Εξάλλου, κατά την προαναφερθείσα διάταξη άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αριθμός 1, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.

Μόνη η μη αναφορά των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. στην απόφαση δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που αυτές προβλέπουν. Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δηλώσεως, δεν προσφεύγει σ' αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικό στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΟΛ ΑΠ26/2004, ΑΠ 10/2015, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 772/2014).

Τέλος, κατά την διάταξη του όρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά.

Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως και "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.). Ως αιτιολογίες όμως κατά την διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 437/2002).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς. Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 176/2011, ΑΠ 328/2008, ΑΠ 1208/2008).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έσφαλε ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 138,173,200 361 και 440ΑΚ (άρθ 559 αρ1ΚΠολΔ): 1) κρίνοντας ως εικονική την από 17-8-2009 σύμβαση και αναγνωρίζοντας την ισχύ της συμφωνίας που περιέχεται στο από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ,μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγονταν στους κανόνες αυτούς .Ειδικότερα: α) Με την από 17.8.2009 νέα συμφωνία τα εκεί συμβαλλόμενα μέρη δεν περιορίσθηκαν στην αλλαγή του τρόπου καταβολής του εφάπαξ ποσού των 750.000 ευρώ, αλλά αντιθέτως προέβησαν σε μια σειρά από αλλαγές σε διάφορα επιμέρους σημαντικά θέματα, οι οποίες δεν θα ήταν αναγκαίο να γίνουν, αν n αντίστοιχη σύμβαση ήταν εικονική και προορισμένη αποκλειστικά να καλύψει μόνο το θέμα της εφάπαξ καταβολής.

β) Το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιθυμούσαν την κατάρτιση μιας εικονικής σύμβασης, καταδεικνύεται από το ότι με την από 17.8.2009 σύμβαση δεν επιλέχθηκε η λύση της συνολικής κατάργησης των από 28.12.2008 συμβάσεων, αλλά, αντιθέτως, επιλέχθηκε η λύση των επιμέρους τροποποιήσεων των τελευταίων, με αποτέλεσμα να διατηρηθούν αυτές ισχυρές, αλλά τροποποιημένες σε διάφορα θέματα και σημεία τους

γ) Ως προς τις εργώδεις και πολύχρονες διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της σύναψης της από 17.8.2009 σύμβασης και οι οποίες διαψεύδουν τον περί εικονικότητας ισχυρισμό της αντιδίκου: Ο ισχυρισμός της αντιδίκου πως τάχα είναι "ψευδές" ότι η τροποποιητική σύμβαση αποτέλεσε κατάληξη συζητήσεων, διαπραγματεύσεων και ζυμώσεων μεταξύ της αντιδίκου και των εκμισθωτών και της εταιρίας μας και πως τάχα η αλήθεια είναι ότι σχετικά με το θέμα της τροποποίησης της από 28.12.2008 σύμβασης έγινε μόνο μια συνάντηση στο ξενοδοχείο "..." διαψεύδεται άμεσα και καταλυτικά από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της κοινής λογικής

δ)Το γεγονός ότι η από 28.12.2008 σύμβαση μίσθωσης ουδέποτε λειτούργησε, αλλά ενεργοποιήθηκε και άρχισε να εφαρμόζεται τροποποιημένη, μόνο όταν καταρτίσθηκε η από 17.8.2009 σύμβαση, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία έναρξης της ισχύος της: Αν πράγματι η μόνη ενεργή και σπουδαίως συναφθείσα σύμβαση ήταν αυτή της από 28.12.2008 και ήταν "άκυρη" η από 17.8.2009 σύμβαση, θα έπρεπε η από 28.12.2008 σύμβαση να είναι αυτή που πραγματικά τελικώς λειτούργησε στην πράξη, ενώ η "εικονική" και "άκυρη""φαινόμενη" σύμβαση να μην έχει λειτουργήσει

ε). Ανυπαρξία αντεγγράφου, το οποίο, λόγω του μεγάλου ύψους της σχετικής συναλλαγής, αλλά και άλλων ειδικών συνθηκών που εν προκειμένω συνέτρεχαν, αναμφίβολα θα καταρτίζετο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της κοινής λογικής, αν τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούσαν την κατάρτιση μιας εικονικής σύμβασης: Αν η από 17.8.2009 σύμβαση ήταν "εικονική", τα συμβαλλόμενα μέρη θα συνέτασσαν κάποιο αντέγγραφο, ώστε να αποτυπωθούν σε αυτό οι δήθεν πραγματικές προθέσεις τους, ιδία δε που η αντίδικος ως συμβαλλόμενη στη δήθεν "εικονική" σύμβαση, και όχι τρίτη, έχει (κατά την κρατούσα άποψη) αδυναμία απόδειξης της δήθεν "εικονικότητας" με μάρτυρες

στ) Οι παραλογισμοί που συνοδεύουν τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί εικονικότητας - Οι τέσσερις εκμισθωτές (εκ των οποίων δύο είναι οι εταίροι της αντιδίκου) που συμβλήθηκαν σε όλες τις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο της επίδικης συνεργασίας δεν προβάλλουν ισχυρισμό δήθεν "εικονικότητας", αλλά αντίθετα ήδη άσκησαν αγωγή εναντίον μας, με αίτημα καταβολής σε αυτούς μισθωμάτων με βάση την από 17.8.2009 σύμβαση, εμμένοντας στην ισχύ και το κύρος της τελευταίας, σε αντίθεση με την αντίδικο, η οποία ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας της

ζ)Οι τέσσερις εκμισθωτές εισέπραξαν από την εταιρεία μας τα "δεδουλευμένα" μηνιαία μισθώματα κατά τα προβλεπόμενα στο δήθεν "εικονικό" από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, δηλαδή (και) στην πραγματικότητα λειτούργησε η σύμβαση, σύμφωνα με τα προβλεπομένα στο τελευταίο συμφωνητικό, γεγονός που επιβεβαιώνει εμπράκτως πως η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν η από 17-8-2009 σύμβαση να είναι σπουδαία και όχι εικονική, και συγκεκριμένα αληθινά και όχι εικονικά να τροποποιήσει την από 28-12-2008 σύμβαση διότι διαφορετικά στην πράξη θα εφαρμόζεται η δήθεν υποκρυπτόμενη εικονική σύμβαση και όχι η δήθεν εικονική

η) Ομολογία των εκμισθωτών και εταίρων-νομίμων εκπροσώπων της αντιδίκου σχετικά με τις εκ του από 17.8.2009 συμφωνητικού υποχρεώσεις τους και κατ' επέκταση το κύρος του περιεχομένου αυτού: Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της 1563/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, οι προαναφερθέντες τέσσερις εκμισθωτές μας (συμπεριλαμβανομένων και των εταίρων - νομίμων εκπροσώπων της αντιδίκου) στις 18.11.2009 παραστάθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και συνομολόγησαν τις υποχρεώσεις της αντιδίκου που προήρχοντο από την από 28.12.2008 σύμβαση, όπως όμως αυτή είχε τροποποιηθεί με την από 17.8.2009 σύμβαση, και μάλιστα το ποσό για το οποίο έγινε η εγγραφή της σχετικής προσημείωσης είναι αυτό που προβλέπεται στην τελευταία σύμβαση (1.232.000 ευρώ) και όχι αυτό που προβλέπεται στην πρώτη (1.627.125 ευρώ).

θ) Έλλειψη σκοπιμότητας ύπαρξης συμφωνίας για να λάβει n αντίδικος οποιοδήποτε ποσό: Το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχε καμία συμφωνία (τουλάχιστον με τη δική μας συμμετοχή) να λάβει η αναιρεσίβλητη το παραμικρό ποσό μετά τη σύναψη της από 17.8.2009 σύμβασης, αποδεικνύεται, εκτός όλων όσων αναλυτικά έχουμε ήδη αναφέρει, και από το ότι στην πραγματικότητα η πλευρά της οικογένειας Γ. δεν είχε κανένα λόγο να επιδιώκει πραγματικά τα χρήματα που θα εισέπραττε από εμάς να κατευθυνθούν προς την αντίδικο

ι) Ως προς το από 14.11.2009 πληρεξούσιο το οποίο επικαλείται η αντίδικος: Η αναιρεσίβλητη επικαλείται το υπ' αριθμ. …3/14.11.2009 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Α. Π., με το οποίο οι τρεις εκ των εκμισθωτών εξουσιοδότησαν τον τέταρτο, και συγκεκριμένα τον Ν. Γ., να εισπράττει για λογαριασμό τους τα μισθώματα και γενικώς να τους εκπροσωπεί αναφορικά με τα σχετιζόμενα με την από 28.12.2008 μισθωτική σύμβαση όπως αυτή τροποποιήθηκε με το από 17.8.2009 συμφωνητικό.

κ) 1) Ως προς το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση η κατάρτιση της από 17-8-2009 σύμβασης αποτελεί κατάληξη σχετικής συμφωνίας μας με την αντίδικο και τους εκμισθωτές μας και 2) ότι εσφαλμένα κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173,200,361 και 440 ΑΚ και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως προς την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων έκρινε ότι ο όρος 17 της παραπάνω από 28-12-2008 σύμβασης δεν προβλέπει την απαλλαγή της εταιρίας από την υποχρέωση καταβολής στην αναιρεσίβλητη του αντίστοιχου προβλεπόμενου τιμήματος της οφειλομένης σε αυτήν αμοιβής, αφού συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που η μισθωτική σύμβαση έληγε προ της αρχικώς συμφωνηθείσας ημερομηνίας λήξης της για κάποιο λόγο αναφερόμενο στη σύμβαση που δεν θα ανάγεται σε υπαιτιότητά της η αντίδικος θα ήταν υποχρεωμένη να της καταβάλει εκείνο το μέρος του εφάπαξ καταβλητέου ποσού που θα αντιστοιχεί στο διάστημα από την πρόωρη λήξη και μέχρι τη λήξη της συμβατικής της διάρκειας .

Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία έχει νομίμως συσταθεί με το από 30-4-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό και σύμφωνα με το ισχύον νομίμως δημοσιευμένο καταστατικό της σε αυτήν μετέχουν με ποσοστό εταιρικής μερίδας 76% και 24% αντιστοίχως ο Ν. Γ. του Α., και ο αδερφός του Π.

Γ. του Α.. Οι δυο προαναφερόμενοι εταίροι καθένας κατά ποσοστό ιδανικού μεριδίου 25%, η αδερφή τους Ε. Γ. του Α. και η μητέρα τους Β. Γ. χήρα Α. κατά το ίδιο επιμέρους ποσοστό καθεμία, είναι συγκύριοι του υπ' αριθμ. …4 κληροτεμαχίου Γ κατηγορίας εμβαδού 8.750 τ.μ, που βρίσκεται στον .... Στο ανωτέρω ακίνητο ο πατέρας των προαναφερομένων συγκυριών Α.

Γ. και ο αδερφός αυτού Γ. Γ. από το έτος 1984 λειτουργούσαν επιχείρηση εκμετάλλευσης πρατηρίου υγρών καυσίμων χρησιμοποιώντας το σήμα και εμπορευόμενα προϊόντα της επιχειρήσεως της εναγομένης. Η ενάγουσα συστάθηκε με έδρα τον τόπο λειτουργίας του πρατηρίου και με καταστατικό σκοπό να ασκήσει την εκμετάλλευση της αντίστοιχης επιχειρήσεως.

Από τη σύσταση της ενάγουσας οι συγκύριοι του ως άνω ακινήτου παραχώρησαν σε αυτή χωρίς αντάλλαγμα την χρήση του αντίστοιχου εδαφικού τμήματος, εντός του οποίου λειτουργεί το κατάστημα και οι εγκαταστάσεις του πρατηρίου. Η ενάγουσα εκμεταλλευόμενη την συγκεκριμένη εταιρική επιχείρηση εξακολούθησε την συνεργασία της με την εναγομένη διαθέτοντας τα προϊόντα αυτής στο καταναλωτικό κοινό και χρησιμοποιώντας τα σήματα της ιδίας κατά τρόπο που ήταν επωφελής για τις δυο εταιρίες λόγω της ικανοποιητικής κερδοφορίας, η οποία συνετέλεσε, ώστε η συνεργασία τους να παραμείνει αδιατάρακτη χωρίς διακοπή μέχρι το έτος 2008.

Υπό τις συνθήκες αυτές η εναγομένη επέλεξε την ανωτέρω επιχείρηση ως κατάλληλη μεταξύ άλλων για να παραχωρηθεί στην ίδια η εκμετάλλευσή της, ώστε ακολούθως εκ μέρους της να μεταβιβαστεί στην εταιρία με την επωνυμία "...", με επιμέλεια της οποίας εντός του ιδίου καταστήματος παράλληλα με το πρατήριο καυσίμων πλυντήριο και λιπαντήριο οχημάτων θα διαμορφωνόταν χώρος εμπορίας ειδών καπνού, εφημερίδων, τυποποιημένων τροφίμων και αναψυκτικών καθώς και άλλων συναφών προϊόντων.

Η σχετική πρόταση υποβλήθηκε από το έτος 2007 εκ μέρους της ενάγουσας στους τέσσερεις συγκυρίους του ακινήτου, ώστε να διαμορφωθεί η αντίστοιχη σύμβασης μισθώσεως του καταστήματος και του περιβάλλοντος αυτού χώρου, αλλά και στην ενάγουσα ως νομικό πρόσωπο, προκειμένου να συμφωνηθούν μεταξύ τους οι ειδικότεροι όροι της συμβατικής αποχώρησης της ως άνω εταιρίας από την συγκεκριμένη επιχείρηση καθώς και της λύσεως της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων.

Κατά την περίοδο του Οκτωβρίου του έτους 2008 τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία σε σχέση με τους ειδικότερους όρους, τους οποίους θα περιείχε κάθε μία από τις παραπάνω δύο αυτοτελείς συμβατικές σχέσεις. Με το από 15 Οκτωβρίου 2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των συγκυριών του ακινήτου και της ενάγουσας συμφωνήθηκε η λύση της άτυπης συμβάσεως χρησιδανείου προς την τελευταία του εδαφικού τμήματος, εντός του οποίου λειτουργούσε το κατάστημα πρατηρίου.

Ακολούθως τα μέρη κατέληξαν στην υπογραφή των δύο από 28-12-2008 διαφορετικών συμφωνητικών, σε καθένα από τα οποία περιλήφθηκαν οι όροι που ρυθμίζουν της λειτουργία της αντίστοιχης αυτοτελούς συμβατικής σχέσεως. Ειδικότερα στο από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ακινήτου περιέχονται οι όροι της αντίστοιχης μισθωτικής σχέσης με συμβαλλόμενα μέρη τους συγκυρίους του ακινήτου ως εκμισθωτές και την εναγομένη ως μισθώτρια, ενώ η ενάγουσα μετείχε ως τρίτη συμβαλλόμενη λόγω της εκ μέρους της εκμετάλλευσης επιχειρήσεως εντός του ακινήτου, που εκμισθώνεται αναλαμβάνοντας επιπλέον ως εγγυήτρια της ευθύνη της εκπλήρωσης της σύμβασης από τους εκμισθωτές.

Παράλληλα, με το δεύτερο από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι ως συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την λύση της υφιστάμενης μεταξύ τους εμπορικής σχέσης και περαιτέρω την αποχώρηση της ενάγουσας από την επιχείρηση προσδιορίζοντας την αμοιβή, την οποία αναλάμβανε υποχρέωση η εναγομένη να καταβάλει στην αντισυμβαλλομένη της σε αντάλλαγμα της περιουσιακής απώλειας που προκαλείται σε αυτήν, εξαιτίας της οριστικής διακοπής της ασκούμενης από την ίδια κερδοφόρας εκμετάλλευσης.

Στο δεύτερο αυτό συμφωνητικό ως τρίτοι συμβαλλόμενοι αναφέρονται οι τέσσερεις συγκύριοι του ακινήτου που ήταν εκμισθωτές το παραπάνω εδαφικού του τμήματος και επιπλέον εγγυήθηκαν την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης αυτής από την ενάγουσα. Με το από 28-12-2008 συμφωνητικό μισθώσεως οι εκμισθωτές συμφώνησαν να παραχωρήσουν την χρήση του μισθίου στην εναγομένη για διάστημα 18 ετών από την ημερομηνία υπογραφής αυτού, έναντι μισθώματος ύψους 1000 ευρώ μηνιαίως καταβαλλόμενο για το πρώτο συμβατικό έτος αναπροσαρμοζόμενο ακολούθως πλέον του τέλους χαρτοσήμου.

Στο όρο 9 του ως άνω συμφωνητικού σε περίπτωση μεταβίβασης του μισθίου ή εφόσον παραχωρηθεί εμπράγματο δικαίωμα, που κωλύει την χρήση αυτού, προσδιορίστηκε ως ειδικότερη υποχρέωση των εκμισθωτών να επιμεληθούν, ώστε να περιληφθεί όρος στα σχετικά συμβόλαια, ότι η μίσθωση θα εξακολουθήσει μέχρι την λήξη της.

Με το όρο 13 του ίδιου συμφωνητικού οι εκμισθωτές ανέλαβαν την υποχρέωση να συνδράμουν την εναγομένη ως αντισυμβαλλομένη μισθώτρια, ώστε να παραμείνουν σε ισχύ οι άδειες λειτουργίας του πρατηρίου. Στον όρο 17 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, περιλήφθηκε ειδικότερη συμφωνία που κατά το κρίσιμο περιεχόμενο της διαμορφώθηκε με την συμμετοχή και της ενάγουσας, που έχει ως εξής: "α) Με την σύναψη της μίσθωσης αυτή η ...

καρπούται την καλή φήμη και πελατεία που έχει τα πρατήριο που λειτουργούσε ως τώρα στο μίσθιο η εκ τρίτου συμβαλλόμενη και περαιτέρω αποκτά την δυνατότητα να διατηρήσει για όλη την διάρκεια της μίσθωσης μέσω του μισθίου την παρουσία της (πώληση προϊόντων της υπό τα σήματα της) στην περιοχή.

Για τους λόγους αυτούς, με το με σημερινή ημερομηνία συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ της ... και της εκ τρίτου συμβαλλομένης εταιρίας, συμφωνήθηκε να καταβάλλει η πρώτη (η ...) σ'αυτήν (στην εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία) συνολικό εφ' άπαξ ποσό 937.500 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ ποσού 178.125 ευρώ ήτοι συνολικά 1.115.625 ευρώ σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και τις συμφωνίες που στο εν λόγω συμφωνητικό διαλαμβάνονται.

Η εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία δηλώνει ρητά ότι σε περίπτωση που η παρούσα μίσθωση λήξει ή λυθεί για κάποιους από τους λόγους που αναφέρονται στο παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα της ..., προ της συμβατικής λήξης της, τότε υποχρεούται να καταβάλλει με την (αποχώρηση της ... από το μίσθιο) το ποσό που θα προκύψει εκ της αναλογίας των υπολειπόμενων μηνών της παρούσας μίσθωσης προς το άνω εφ' άπαξ καταβαλλόμενο συνολικό ποσό (ευρώ 1.115.625) εντόκως με το εκάστοτε συμβατικό επιτόκιο ".

Από τον συγκεκριμένο όρο της ως άνω συμβάσεως, προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν είχε αναλάβει την υποχρέωση σε κάθε περίπτωση , που προκαλούνταν η πρόωρη λύση της μισθώσεως με καταγγελία της εναγομένης, να αποδώσει στην τελευταία την αμοιβή συνολικού ποσού των 1.115.625 ευρώ, την οποία αυτή θα της κατέβαλε ως αντάλλαγμα της αποχώρησης της από την επιχείρηση, κατά το μέρος της που αναλογεί στον αριθμό όσων μηνών περιλαμβάνονται στο διάστημα μεταξύ της πρόωρης μέχρι την συμβατική λήξη της μισθώσεως.

Εάν η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση αυτή η εναγομένη θα ήταν σε θέση σε κάθε χρονικό σημείο που ακολουθεί της ενάρξεως της ισχύος των ως άνω συμβατικών σχέσεων να επιβάλλει στους αντισυμβαλλομένους της οποιαδήποτε επωφελή για την ίδια και επιβλαβή για τους τελευταίους συμβατική μεταβολή επέλεγε η ίδια, απειλώντας τους με καταγγελία της μισθωτικής σχέσης, η οποία θα υποχρέωνε την ενάγουσα σε απόδοση του ανωτέρω τμήματος της αμοιβής της.

Κατά τον τρόπο όμως αυτό οι αντισυμβαλλόμενοι της εναγομένης θα αποδέχονταν την καθολική απαλλαγή της τελευταίας από κάθε συμβατική της υποχρέωση, η οποία θα συντελούνταν με μία μονομερή απευθυντέα δήλωση βουλήσεως της ιδίας επιχειρούμενη εκ μέρους της σε οποιαδήποτε χρονικό σημείο. Στο πρόσωπο της ενάγουσας αλλά και των εκμισθωτών δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε κάποιος επιτακτικός λόγος, ώστε να αποδεχθούν μία αυτής της μορφής και εκτάσεως επιβλαβή για τα συμφέροντά τους συμφωνία με το παραπάνω μονομερώς για τους ίδιους δεσμευτικό περιεχόμενο, δεδομένου, ότι η επιχείρηση πρατηρίου ήταν κερδοφόρα και δεν συνέτρεχε ανάγκη να διακοπεί η λειτουργία της, χωρίς να έχει συμφωνηθεί και εξασφαλιστεί η καταβολή ενός επωφελούς ανταλλάγματος.

Από τον ανωτέρω μνημονευόμενο συμβατικό όρο δεν προκύπτει, ότι η συμφωνία που περιέχεται σε αυτόν έχει την προαναφερόμενη μορφή, την οποία επιχειρεί η εναγομένη να της αποδώσει με τον προβαλλόμενο σχετικώς ισχυρισμό της, που περιέχεται στον πρώτο λόγο της β εφέσεως. Αντιθέτως από το ανωτέρω εκτιθέμενο όρο χωρίς να καταλείπεται κενό που να επιβάλλει την ερμηνεία αυτού, προκύπτει ότι το παραπάνω μέρος της αμοιβής της, η ενάγουσα είχε υποχρέωση να αποδώσει στην εναγομένη, εφόσον η μίσθωση λύνονταν πρόωρα λόγω παράβασης κάποιων υποχρεώσεων από αυτές που ειδικότερα ανέλαβαν οι εκμισθωτές και προβλέπονται στα άρθρα 9 και 13 του από 28-12-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως.

Σε κάθε όμως περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι επιβάλλεται η ερμηνεία της συμβάσεως, ώστε να προσδιοριστεί το ειδικότερο περιεχόμενο του ως άνω συμβατικού όρου στο ίδιο πόρισμα καταλήγει το Δικαστήριο εκτιμώντας όσα ανωτέρω εκτέθηκαν σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η συμβατική σχέση καθώς και τα ειδικότερα συμφέροντα αυτών και ερμηνεύοντας υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων αυτών τις σχετικές δηλώσεις τους σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ χωρίς προσήλωση στις λέξεις όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συνακόλουθα, αβασίμως προβάλλεται στο σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της β έφεσης ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη ήταν σε θέση να επιβάλλει τους συμβατικούς όρους που περιέχονται στην από 17-8-2008 σύμβαση χρησιμοποιώντας ως μέσο πίεσης κάποια επικείμενη ζημιογόνα για την ενάγουσα και επωφελή για την ίδια καταγγελία της από 28-12-2008 συμβάσεως μισθώσεως.

Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως από την εναγομένη θα ήταν επιβλαβής για την ίδια, διότι εξαιτίας της δεν θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής του ποσού της αμοιβής που όφειλε στην ενάγουσα, εάν η λύση της μισθώσεως δεν ήταν αποτέλεσμα παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων των εκμισθωτών, που ειδικότερα προβλέπονται στο συμφωνητικό μισθώσεως..

Επομένως και ο πέμπτος λόγος της β εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ότι ο όρος 17 της παραπάνω συμβάσεως σε οποιαδήποτε περίπτωση πρόωρης λήξεως της μισθωτικής σχέσης προβλέπει την απαλλαγή της εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής στην ενάγουσα του αντιστοίχως προβλεπόμενου τμήματος της οφειλόμενης σε αυτήν αμοιβής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε, ότι η εναγομένη θα εκτελέσει διάφορες εργασίες στο μίσθιο δαπανώντας πόσο που προσδιορίστηκε σε 511.500 ευρώ. Με τον όρο 18 του συμφωνητικού μισθώσεως προβλέπεται η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης για ποσό ύψους 1.627.195 ευρώ, ώστε να εξασφαλιστούν οι αξιώσεις της σε περίπτωση που αυτές θα προκύψουν λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων των εκμισθωτών ή εάν συντρέξει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο όρο 17.

υποχρέωση της ενάγουσας να αποδώσει τμήμα της αμοιβής που θα της καταβληθεί. Η εγγραφή της ως άνω προσημείωσης δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, ότι επιβάλλεται να έχει προηγηθεί της ενάρξεως της ισχύος των δύο αυτοτελών συμβατικών σχέσεων αποτελώντας κάποια μορφή αναβλητικής αιρέσεως, αφού η σχετική συμφωνία με αυτό το περιεχόμενο δεν διαλαμβάνεται σε οποιοδήποτε από τα δύο από 28-12-2008 ιδιωτικά συμφωνητικά.

Κατά μείζονα όμως λόγο η εγγραφή της προσημειώσεως αυτής δεν συνδέθηκε με την εκπλήρωση κάποιας αντιστοίχου περιεχομένου υποχρέωσης, την οποία η ενάγουσα ανέλαβε έναντι της εναγομένης, δεδομένου ότι ο σχετικός όρος περιέχεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και προβλέπεται για την εξασφάλιση απαιτήσεων προερχομένων από παραβάσεις συμβατικών υποχρεώσεων των εκμισθωτών, που ως φυσικά πρόσωπα δεν ταυτίζονται με την ενάγουσα, ενώ σε κάθε περίπτωση η τελευταία ως νομικό πρόσωπο διαφορετικό από τους συγκυρίους του ακινήτου θα ήταν αδύνατον να υποχρεωθεί να συναινέσει στην εγγραφή του αντίστοιχου βάρους.

Στο δεύτερο από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι δεν περιέλαβαν οποιονδήποτε όρο, με τον οποίο προβλέπεται η ανάληψη από την ενάγουσα της ως άνω υποχρεώσεως εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης για ποσό ύψους 1.627.195 ευρώ, δεδομένου ότι η ίδια ούτε το συγκεκριμένο ύψος το ποσού της σχετικής εγγραφής ήταν σε θέση να διαμορφώσει.

Ειδικότερα στο Α όρο του συγκεκριμένου συμφωνητικού επιβεβαιώνεται η έλλειψη εκκρεμοτήτων προερχομένων από την προηγούμενη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία λύεται, ενώ με τον Β όρο, που διαμορφώνει το κύριο χαρακτηριστικό περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσεως, ορίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα συνολικό ποσό 1.115.625 ευρώ εφ' άπαξ λόγω της αποχώρησής της από το πρατήριο και της λύσεως της σύμβασης, η οποία την συνέδεε με τους συγκυρίους του ακινήτου.

Κατά τον ίδιο όρο του συμφωνητικού το ανωτέρω συνολικό ποσό αναλύεται σε ένα τμήμα ύψους 937.500 ευρώ και στο υπόλοιπο ποσό των 178.125 ευρώ που αναλογεί στον ΦΠΑ.

Στο ποσό των 937.500 ευρώ περιλαμβανόταν ένα μέρος ύψους 187.500 ευρώ, το οποίο αναλογούσε στον φόρο 20% υπολογιζόμενο σε κεφάλαιο 750.000 ευρώ που αποτελώντας τμήμα της συνολικής οφειλής των 1 115.625 ευρώ συνιστούσε την αμοιβή της ενάγουσας, πλέον των ως άνω φορολογικών επιβαρύνσεων. Το ποσό του οφειλόμενου φόρου ύψους 187.500 ευρώ συμφώνησαν οι διάδικοι ότι θα καταβληθεί με δίγραμμη επιταγή εκδόσεως της εναγομένης σε διαταγή της ενάγουσας, αφού η τελευταία εκδώσει και παραδώσει στη αντισυμβαλλομένη της το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών.

Επίσης ορίσθηκε ότι το υπόλοιπο συνολικά οφειλόμενο ποσό θα καταβαλλόταν στην ενάγουσα με δίγραμμη επιταγή εκδόσεως σε διαταγή της από την εναγομένη. Για να εκπληρώσει την υποχρέωση της αυτή η εναγομένη ορίσθηκε, ότι έπρεπε να εγγραφεί η προσημείωση υποθήκης που προβλέπεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ενώ η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να της προσκομίσει αντίγραφο της σχετικής δήλωσης φόρου που θα υπέβαλε προς την ΔΟΥ, αντίγραφο του διπλοτύπου καταβολής του φόρου αυτού και το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό θεωρημένο από την ΔΟΥ.

Άλλες υποχρεώσεις δεν συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων στο από 28-12-2008 δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, από το οποίο ενόψει των ανωτέρω προκύπτει, ότι κατά την συμφωνία των μερών η υποχρέωση της εναγομένης δεν περιοριζόταν στην καταβολή των 750.000 ευρώ, άλλα του συνόλου του αιτούμενου με την κύρια βάση της αγωγής ποσού των 1 115.625 ευρώ.

Συνακόλουθα, αβασίμως προβάλλεται με τον έκτο λόγο της β έφεσης, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως διέγνωσε, ότι η οφειλή της ενάγουσας σύμφωνα με το από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των 1 115.625 ευρώ, ενώ κατά την εναγομένη εκκαλούσα το ύψος της αντίστοιχης υποχρέωσης ανέρχεται σερ 750.000 ευρώ.

Επομένως, ο έκτος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η ενάγουσα σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε σύμφωνα με την συμβατική σχέση που την συνδέει με την εναγομένη εξέδωσε το υπ αριθμ. …/28-1-2009 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 937.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 178.125 ευρώ, ενώ και από την εναγομένη εκδόθηκε σε διαταγή της αντισυμβαλλομένης της η υπ αριθμ.

…61-9 δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 187.500 ευρώ. Στη συνέχεια όμως η εναγομένη υπέβαλε προς την ενάγουσα αίτημα απόδοσης της ως άνω επιταγής επικαλούμενη ότι συνέτρεξε κάποιο σφάλμα κατά την διαδικασία έκδοσής της. Η ενάγουσα απέδωσε την επιταγή στην εναγομένη, η οποία όμως στην συνέχεια δεν την αντικατέστησε με άλλη και αδρανώντας για κάποιο χρονικό διάστημα επιμελήθηκε, ώστε οι εκπρόσωπο της να συναντηθούν στην … με το Ν.

Γ. που εκπροσωπούσε την ενάγουσα συνοδευόμενο από το νομικό παραστάτη της τελευταίας, Στη συνάντηση αυτή εκ μέρους της εναγομένης εκτέθηκε, ότι αποφασίστηκε η μεταβολή της επενδυτικής της πολιτικής κατά τρόπο, ώστε να μην αναλαμβάνει πλέον αυτή υποχρεώσεις καταβολής χρηματικών ποσών έναντι της αξίας άυλων αγαθών, όπως η φήμη και η έκταση της διείσδυσης στο καταναλωτικό κοινό των μεταβιβαζόμενων προς την ίδια επιχειρήσεων.

Υπό τις συνθήκες αυτές η εναγομένη υπέβαλε προς την ενάγουσα πρόταση να υπογραφεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών των δύο αυτοτελών συμβατικών σχέσεων ένα άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο θα εμφανίζεται ότι τροποποιείται η προηγούμενη εγγραφή σύμβαση και θα διαμορφώνεται εικονικώς αυτή κατά τρόπο, ώστε το ποσό των 750.000 ευρώ να χαρακτηρίζεται ως οφειλόμενη εκ μέρους της προκαταβολή μισθωμάτων στους εκμισθωτές του ακινήτου, χωρίς όμως η μεταβολή αυτή να ισχύει και να ασκεί έννομη επιρροή στις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων, μεταξύ των οποίων η συγκεκριμένη οφειλή θα εξακολουθεί να αποτελεί καταβολή αμοιβής λόγω της αποχώρησης της ενάγουσας από την επιχείρηση εκμετάλλευσης του πρατηρίου.

Προτείνοντας την εικονική αυτή συμφωνία, η εναγομένη επεδίωκε να μειωθεί η οφειλή της κατά τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην φορολογική επιβάρυνση, τα οποία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει η ίδια στην ενάγουσα με την από 28-12-2008 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Με δεδομένη την ως άνω πρόταση, κατά την εξέτασή της εκ μέρους της ενάγουσας τέθηκε προς συζήτηση το πρόβλημα που ανέκυψε λόγω της επιπλέον φορολογικής επιβάρυνσης των τεσσάρων εκμισθωτών, στου οποίους θα εμφανιζόταν, ότι καταβάλλεται το ανωτέρω χρηματικό πόσο των 750.000 ευρώ.

Σε σχέση με αυτό το ζήτημα η εναγομένη πρότεινε το μίσθωμα που θα καταβάλλει, το οποίο θα εμφανίζεται ως το υπόλοιπο τμήμα αυτού που έχει προκαταβληθεί να διαμορφωθεί ανερχόμενο σε ποσό ύψους 1.500 ευρώ μηνιαίως. Την πρόταση αυτή οι εκμισθωτές του ακινήτου και η ενάγουσα αποφάσισαν να αποδεχθούν και συμφώνησαν με την εναγομένη να υπογράψουν το από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό διαμορφώνοντας τους όρους αυτού κατά τρόπο, ώστε να εμφανίζεται το ποσό της αμοιβής της ενάγουσας ως προκαταβολή έναντι της οφειλής μελλοντικών μισθωμάτων της μισθωτικής σχέσης, που είχε διάρκεια 18 ετών.

Ειδικότερα με τους σχετικούς όρους του από 17-8-2009: α) τέθηκε η 17-8-2009 ως νέο χρονικό σημείο ενάρξεως της μισθωτικής σχέσης διάρκειας 18 ετών, β) προκειμένου να επιτευχθεί η εμφάνιση του ποσού των 750.000 ευρώ ως προκαταβολή μισθώματος το συνολικό ποσό του μηνιαίως οφειλόμενου μισθώματος προσδιορίστηκε ανερχόμενο σε 4.972,22 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος και ακολούθως ορίσθηκε, ότι ένα μέρος αυτού ύψους 1.500 ευρώ θα καταβάλλεται μηνιαίως, ενώ το τμήμα του ποσού 3.472,22 και συνολικά ανερχόμενο σε (3472,22 XI2 XI8) 750.00 ευρώ υπολογιζόμενο μηνιαίως για καθένα από τα 18 έτη προκαταβάλλεται στους εκμισθωτές, γ) αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 1.232.000 ευρώ το ύψος της προσημείωσης υποθήκης που θα εγγραφεί για την εξασφάλιση των απαιτήσεως της εναγομένης έναντι των αντισυμβαλλομένων αυτής εκμισθωτών, δ) περιορίσθηκε η δαπάνη εκτέλεσης εργασιών στο μίσθιο που ορίσθηκε ανερχόμενη σε ποσό 482.000 ευρώ, ε) ορίσθηκε ότι δεν θα καταβληθούν τα μισθώματα που οφείλονται κατά την από 28- 12-2008 σύμβαση μισθώσεως.

Από το περιεχόμενο των ως άνω τροποποιήσεων οι αναφερόμενες ανωτέρω υπό στοιχείο α, γ, δ και ε ανάγονται στην μισθωτική σχέση, η οποία συνδέει τα κυρίως συμβαλλόμενα μέρη της από 28-12-2008 συμβάσεως μισθώσεως. Κατά συνέπεια οι σχετικές με τις τροποποιήσεις αυτές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών αποτελούν περιεχόμενο αυτοτελούς συμβατικής σχέσης διάφορης αυτής, που συνδέει τους διαδίκους, η οποία περιέχεται στο δεύτερο από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Υπό τους όρους αυτούς η συνδρομή ή η έλλειψη ελαττωμάτων των συγκεκριμένων δηλώσεων βουλήσεως δεν θεμελιώνει, ούτε αναιρεί αντιστοίχως την ακυρότητα λόγω εικονικότητας των δηλώσεων βουλήσεως που διαμορφώνουν την ανωτέρω υπό στοιχείο β μνημονευόμενη τροποποίηση, με την οποία μεταβάλλεται το περιεχόμενο και της συμβάσεως που ρυθμίζει την σχέση μεταξύ των διαδίκων.

Επίσης όλες οι ανωτέρω τροποποιήσεις εκτός από την υπό στοιχείο δ αναφερόμενη, συναρτώνται προς την επιλογή των μερών να επιχειρήσουν να διαμορφώσουν το περιεχόμενο των δύο από 28-12-2008 συμφωνητικών κατά τρόπο, ώστε να συγκαλυφθεί ο χαρακτήρας του ποσού των 750.000 ευρώ ως καταβαλλόμενης αμοιβής στην ενάγουσα για την αποχώρηση της από την επιχείρηση, όπως είχε συμφωνηθεί και ίσχυε μεταξύ των διαδίκων και να εμφανισθεί η χρηματική αυτή παροχή με την μορφή προκαταβολής μισθώματος.

Με δεδομένη την ανωτέρω απόφαση των μερών να καταλήξουν σε αυτή την επιλογή δεν εμφανίζεται ως απαραίτητη κάποια καθολική και εκτεταμένης χρονικής διάρκειας διαπραγμάτευση της μορφής που περιγράφεται από την εναγομένη, που άλλωστε δεν τεκμηριώνεται κατά τρόπο πειστικό, όπως θα ήταν αναμενόμενο να συμβεί μεταξύ άλλων και με ανταλλαγή επιστολών συναντήσεων και υποβολή διαφόρων προτάσεων με δεδομένα την τοπική απόσταση των εδρών όπου λειτουργεί η διοίκηση κάθε εταιρίας.

Σε κάθε όμως περίπτωση η επεξεργασία της προτάσεως της εναγομένης και ο έλεγχος της από τους εκμισθωτές, την ενάγουσα και, τους συμβούλους αυτής, ώστε να εξεταστεί εάν εξασφαλίζονται τα συμφέροντα τους, αλλά και να αναζητηθεί ο καταλληλότερος τεχνικά τρόπος υλοποιήσεως αυτής επέβαλε κάποιο διάστημα αναμονής και προετοιμασίας.

Δεν αποδεικνύεται ποια ήταν η συγκεκριμένη χρονική διάρκεια της περιόδου αυτής, όμως είναι βέβαια ότι κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα που εξεταζόταν το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις τα μερών, αναγκαστικά όμως προκλήθηκε αβεβαιότητα λόγω της εκκρεμότητας που ανέκυψε σχετικά με την έναρξη της χρονικής διάρκειας της μισθωτικής τους σχέσης και την λειτουργία αυτής.

Την αβεβαιότητα αυτή επιχείρησαν να άρουν τα μέρη προσδιορίζοντας νέο χρονικό σημείο ενάρξεως της μίσθωσης και συμφωνώντας την κατάργηση των οφειλών σε σχέση με τα μισθώματα που προηγήθηκαν της υπογραφής της από 17-8-2009 συμβάσεως. Συνακόλουθα ούτε οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της συμβάσεως αυτής, ούτε το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την υπογραφή της, ούτε οι τροποποιήσεις των όρων της μίσθωσης, που περιέχονται σε αυτήν αναιρούν την εικονικότητα της συμφωνίας των μερών σε σχέση ειδικότερα με τον όρο που εμφάνιζε το ποσό των 750.000 ευρώ ως προκαταβολή μισθώματος.

Κατά συνέπεια, οι αντίστοιχοι αντιθέτου περιεχομένου ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται ειδικότερα στον πρώτο λόγο της β εφέσεως κρίνονται αβάσιμοι. Η επιλογή των συμβαλλομένων μερών να επιχειρήσουν μια τροποποίηση αυτής της μορφής της από 28-12-2008 συμβάσεως που ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ των διαδίκων, χωρίς να συμφωνήσουν την κατάργησή της, επιβεβαιώνει την εικονικότητα της αντιστοίχου περιεχομένου συμφωνίας που εμφανίζεται ως τροποποιητική.

Ειδικότερα, όπως παραπάνω εκτέθηκε το κύριο και χαρακτηριστικό περιεχόμενο της από 28-12-2008 συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, αποδίδεται με την ρύθμιση της υποχρεώσεως της εναγομένης να καταβάλει αμοιβή στην ενάγουσα για την αποχώρησή της από το πρατήριο. Με τα δεδομένα όμως αυτά, η τροποποίηση που επιχειρήθηκε με το από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό έχοντας το ανωτέρω περιγραφόμενο περιεχόμενο, εάν δεν ήταν άκυρη ως εικονική και ίσχυε θα καταργούσε την αξίωση της ενάγουσας να επιδιώξει την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής ανατρέποντας με τον τρόπο αυτό το περιεχόμενο της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, η οποία ρυθμίζεται στο δεύτερο από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό αναιρώντας την ισχύ αυτού.

Συνακόλουθα, εφόσον τα μέρη αποδέχονταν αυτό το αποτέλεσμα αναμενόμενο θα ήταν να επιλέξουν να καταργήσουν στο σύνολο της την από 28-12-2008 δεύτερη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε μελλοντική αμφιβολία ή αμφισβήτηση σε σχέση με την ισχύ του Β όρου αυτής. Η επιλογή των συμβαλλομένων να μην συμφωνήσουν την κατάργηση της συγκεκριμένης σύμβασης, συνιστά εκδήλωση, που αποδίδεται στην συμφωνία τους, ότι η τροποποίηση του όρου αυτής, που προσδιορίζει την αμοιβή της ενάγουσας δεν θα αναπτύσσει ισχύ στις σχέσεις της με την εναγομένη, η οποία εξακολουθεί να υποχρεούται σε καταβολή του σχετικού ποσού, όπως αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στο δεύτερο από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Με τον τρόπο αυτό παραμένοντας σε ισχύ το δεύτερο από 28-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υποκατέστησε την λειτουργία του αντεγγράφου στις σχέσεις των διαδίκων παρέχοντας στην ενάγουσα αποδεικτικό έρεισμα, ώστε να το επικαλεστεί και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς αυτής σε σχέση με την εικονικότητα της συμφωνίας καταργήσεως της αξιώσεώς της να της καταβληθεί αμοιβή από την εναγομένη.

Επομένως, δεν κρίνονται βάσιμοι οι προβαλλόμενοι με τον πρώτο λόγο της β εφέσεως ισχυρισμοί, ότι η παράλειψη καταργήσεως των προηγούμενων συμβατικών σχέσεων και η έλλειψη αντεγγράφου αποκλείουν την εικονικότητα των δηλώσεων βουλήσεως, που διαμόρφωσαν το από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό κατά τον όρο αυτού, με τον οποίο το ποσό των 750.000 ευρώ εμφανίζεται ως προκαταβολή μισθώματος.

Η εκπλήρωση των οφειλών που προέρχονται από τη σύμβαση μισθώσεως και η αποδοχή των σχετικών καταβολών μισθωμάτων είναι αναμενόμενο να επιχειρηθεί μεταξύ της εναγομένης και των εκμισθωτών, σύμφωνα με τους σχετικούς όρους της από 17-8-2009 συμβάσεως, δεδομένου ότι οι συμφωνίες ρύθμισης των σχετικών υποχρεώσεων διαμορφώθηκαν σε συνάρτηση προς την εικονικού περιεχομένου επωφελή για την εναγομένη μεταβολή, που εμφανίστηκε ως ισχύουσα σε σχέση με το χαρακτήρα του ποσού που θα καταβαλλόταν ως αμοιβή της ενάγουσας, εξαιτίας της ανωτέρω μνημονευόμενης φορολογικής επιβάρυνσης την οποία προκάλεσε αυτή στους εκμισθωτές.

Κατά συνέπεια η επικαλούμενη από την εναγομένη λειτουργία της μισθωτικής σχέσης μεταξύ αυτής και των εκμισθωτών δεν αναιρεί την εικονικότητα της από 17-8-2009 συμφωνίας σχετικά με την αμοιβή της ενάγουσας και αβασίμως προβάλλεται ο σχετικός ισχυρισμός με τον πρώτο λόγο της β έφεσης. Αντιστοίχως κρίνεται αλυσιτελής η απόδειξη των καταβολών μισθωμάτων, την οποία επιχειρεί η εναγομένη επικαλούμενη και προσκομίζοντας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τα έγγραφα που αποδεικνύουν τις σχετικές κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών καθώς και τις εντολές μεταφοράς πιστώσεως σε σχέση με τα οποία με τον έβδομο λόγο της β εφέσεως προβάλλεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να συνεκτιμήσει, διότι προσκομίσθηκαν με την προσθήκη των προτάσεων.

Υπό την έννοια αυτή ο έβδομος λόγος εφέσεως κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προτεινόμενος, αφού ο ισχυρισμός που περιέχεται σε αυτόν και αληθής υποτιθέμενος δεν βελτιώνει την έννομη θέση της εναγομένης, διότι δεν ανατρέπει το αποδεικτικό πόρισμα που ανάγεται στην θετική η αρνητική διάγνωση της προβαλλόμενης με την αγωγή εικονικότητας.

Επομένως ο έβδομος λόγος της β εφέσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου η αποδοχή των καταβαλλόμενων μισθωμάτων από τους εκμισθωτές δεν αποτελεί δήλωση βουλήσεως της ενάγουσας με την οποία συντελείται η αναγνώριση της εγκυρότητας της από 17-8-2009 συμβάσεως και παραιτήσεως από την προβολή της ακυρότητας αυτής.

Επίσης δεν αποτελεί προερχόμενη από την ενάγουσα αναγνώριση ή ομολογία της εγκυρότητας της ίδιας συμβάσεως και παραίτηση από την επίκληση της ακυρότητάς της λόγω εικονικότητας, ούτε η δήλωση συναινέσεως των εκμισθωτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ώστε να εκδοθεί η υπ'αριθμ 1563/2009 απόφαση του συγκεκριμένου Δικαστηρίου που διέταξε την εγγραφή στο μίσθιο της προβλεπόμενης προσημειώσεως υποθήκης για το ποσό των 1.232.000 ευρώ, όπως το σχετικό μέγεθος καθορίστηκε στο από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Αντιστοίχου περιεχομένου δηλώσεις της ενάγουσας δεν περιέχονται ούτε και στην υπ' αριθμ 85/2014 αγωγή των εκμισθωτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία αυτοί στρεφόμενοι εναντίον της εναγομένης επεδίωκαν την καταβολή των οφειλομένων προς τους ίδιους μισθωμάτων. Όλες οι ανωτέρω εκδηλώσεις προέρχονται από τα φυσικά πρόσωπα των εκμισθωτών που είναι διάφορα του νομικού προσώπου της ενάγουσας.

Επιπλέον οι εκδηλώσεις αυτές συνέχονται με την λειτουργία και την ανώμαλη εξέλιξη της, μισθωτικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και των εκμισθωτών. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε η μίσθωση είναι αυτοτελής και η λειτουργία της δεν ταυτίζεται, αλλά διακρίνεται σε σχέση με τα υποκείμενα των συμβαλλομένων μερών και το συμβατικό αντικείμενο έναντι του συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων.

Συνακόλουθα τα ελαττώματα των δηλώσεων βουλήσεως που διαμορφώνουν του όρους της μίας από τις δύο αυτές αυτοτελείς συμβάσεις δεν μεταφέρονται στην άλλη ούτε και κρίνονται ενιαίως από κοινού σε σχέση με αυτές. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται το ελάττωμα λόγω της εικονικότητας που ανάγεται στις δηλώσεις βουλήσεως, οι οποίες διαμορφώνουν τον όρο καταβολής αμοιβής στην ενάγουσα, λειτούργησε αντίστροφα επιβάλλοντας ορισμένες εγκύρως επιχειρούμενες μεταβολές στην μισθωτική σύμβαση, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο τα μέρη επέλεξαν, προβάλλοντας την εικονική συμφωνία να συγκαλύψουν την υποκρυπτόμενη έγκυρη σχέση.

Σε κάθε όμως περίπτωση στο δικόγραφο της υπ' αριθμ. 85/2014 αγωγής των εκμισθωτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το όποιο περιέχει αναλυτικώς τους ισχυρισμούς αυτών σε σχέση με τον χαρακτήρα της ερευνώμενης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων δεν αποκρύπτεται, αλλά αντιθέτως με εκτεταμένη- σχετική αναφορά τονίζεται και αναπτύσσεται κατά τρόπο συγκεκριμένο η εικονικότητα, ενώ υποβάλλεται επιπλέον αίτημα αναστολής κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ της σχετικής δίκης μέχρι την περάτωση της παρούσας.

Περαιτέρω και στην από 14-4-2011 εξώδικη δήλωση των εκμισθωτών, η οποία προέρχεται από αυτούς από κοινού με την ενάγουσα και κοινοποιήθηκε στην εναγομένη την 18-4-2011 υποβάλλεται αίτημα καταβολής του ποσού των 750.000 ευρώ στους δηλούντες εντός 5 εργασίμων ημερών από την παραλαβή της δηλώσεως. Στην δήλωση αυτή διαλαμβάνεται εκτενής αναφορά στην πρόταση της ενάγουσας να εμφανίζεται το ποσό των 750.00 ευρώ ως προκαταβολή μισθωμάτων, ενώ η συμφωνία των μερών να καταργηθεί η υποχρέωση καταβολής της αμοιβής που συμφωνήθηκε, ότι οφείλεται στην ενάγουσα περιγράφεται ως τυπική, ώστε να επιτευχθεί η απαλλαγή της εναγομένης από τις φορολογικές επιβαρύνσεις.

Από όσα αμέσως ανωτέρω εκτέθηκαν αποδεικνύεται, ότι ούτε ενάγουσα, αλλά ούτε οι εκμισθωτές έχουν με οποιαδήποτε μορφή εκδήλωσης εκ μέρους τους ρητώς είτε σιωπηρώς αποδεχθεί, ομολογήσει ή αναγνωρίσει της εγκυρότητα του όρου απαλλαγής της εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής αμοιβής στη ενάγουσα παραιτούμενοι από την προβολή του ισχυρισμού, ότι αυτή είναι άκυρη λόγω εικονικότητας ούτε η δήλωση συναινέσεως των εκμισθωτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ώστε να εκδοθεί η υπ.

αριθμ. 1563/2009 απόφαση του συγκεκριμένου Δικαστηρίου που δίκασε την εγγραφή στο μίσθιο της προβλεπόμενης προσημειώσεως υποθήκης για το ποσό των 1.232.000 ευρώ όπως το σχετικό μέγεθος καθορίστηκε στο από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό. Αντιθέτως, προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι με επιμονή συνεχώς προβάλλουν το συγκεκριμένο ελάττωμα επικαλούμενοι την ακυρότητα λόγω εικονικότητας του αντίστοιχου συμβατικού όρου, που περιέχεται στο από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Με τα δεδομένα αυτά οι σχετικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στον πρώτο λόγο της β εφέσεως θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης αβασίμως προβάλλεται η αντίστοιχη ένσταση αναγνώρισης της ακυρότητας και παραιτήσεως από την ακυρότητα που προβλήθηκε και πρωτοδίκως καθώς και ο αντιστοίχου περιεχομένου ισχυρισμός που διαμορφώνει τον δεύτερο λόγο εφέσεως, ο οποίος θα πρέπει να απορριφθεί.

Η επικαλούμενη με το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου εφέσεως έλλειψη σκοπιμότητας στην επιλογή της εναγομένης ως δικαιούχου της καταβαλλόμενης αμοιβής αποτελεί μια υπόθεση που προβάλλεται από την εναγομένη, η οποία όμως ανάγεται στα παραγωγικά αίτια της δηλώσεως βουλήσεως της συγκεκριμένης διαδίκου που δεν ερευνώνται ούτε εμφανίζουν οποιαδήποτε αποδεικτική χρησιμότητα σε σχέση με την θετική η αρνητική διάγνωση της εξεταζόμενης ακυρότητας λόγω εικονικότητας.

Επίσης η υποθετική συνδρομή, όπως και η επικαλούμενη από την εναγομένη έλλειψη κάποιας συμφωνίας μεταξύ των λοιπών εκμισθωτών και του Ν. Γ. που ορίσθηκε ως πληρεξούσιος αυτών σε σχέση με την αντιπροσώπευσή τους κατά την λειτουργία της μισθωτικής σύμβασης, που θα προσδιορίζει τον προορισμό του ποσού των καταβαλλόμενων μισθωμάτων και της προκαταβολής αυτών ύψους 750.000 ευρώ, αποτελούν εκτιμήσεις που δεν τεκμηριώνονται, προεχόντως όμως βρίσκονται εκτός των ορίων της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και της ειδικότερα ερευνώμενης στην παρούσα δίκη ακυρότητας αυτής λόγω εικονικότητας.

Ενόψει τον ανωτέρω ο πρώτος λόγος της β εφέσεως, στον οποίο δεν περιέχεται άλλος ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά την έκδοση της υπ'αριθμ 1563/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας με επιμέλεια της εναγομένης ολοκληρώθηκε στο μίσθιο ακίνητο η έγγραφή προσημειώσεως υποθήκης.

Η προσημείωση αυτή εγγράφηκε για ποσό 1.232.000 ευρώ σύμφωνα με τον σχετικό όρο του από 17-8-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού που διαμορφώθηκε με αυτό το περιεχόμενο σύμφωνα με πρόταση της εναγομένης που ήταν επωφελής για την ίδια, αφού δεν θα κάλυπτε τις φορολογικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με την καταβολή του ποσού των 750.000 ευρώ στην ενάγουσα, εφόσον η εκπλήρωση της σχετικής οφειλής εμφανιζόταν με την μορφή που ισχύει στη σχέση μεταξύ των διαδίκων αποτελώντας αμοιβή της τελευταίας για την αποχώρηση της από την επιχείρηση εκμετάλλευσης του πρατηρίου καυσίμων.

Όπως αναπτύχθηκε παραπάνω η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ποσό της εγγραφής της προσημειώσεως υποθήκης, ούτε είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να επιμεληθεί της εγγραφής της. Αντιθέτως η εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης στο μίσθιο περιλαμβανόταν μεταξύ των προπαρασκευαστικών υποχρεώσεων της εναγομένης, η οποία ως νομιμοποιούμενο πρόσωπο όφειλε να την επιχειρήσει, προκειμένου ακολούθως να εκπληρωθεί εκ μέρους της η κύρια υποχρέωσή της να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνημένη αμοιβή.

Σε κάθε περίπτωση η εγγραφή της προσημειώσεως δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ως αίρεση υπό την οποία τελεί η ισχύ της συμβατικής τους σχέσεως και προερχόμενη από αυτήν υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει την εκ μέρους της οφειλόμενη αμοιβή στην ως άνω αντισυμβαλλομένη της. Ο προσδιορισμός του ύψους της σχετικής εγγραφής αναγόταν στην διακριτική ευχέρεια της εναγομένης, η οποία πρότεινε η προσημείωση υποθήκης να ασφαλίζει απαιτήσεις της μέχρι το ποσού των 1.232.000 ευρώ.

Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται, ότι συντελέστηκε η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο μίσθιο ακίνητο, η οποία προβλέπεται από τον όρο της δεύτερης από 28-12-2008 συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων. Η μεταβολή του ύψους του ποσού της εγγραφής ως αναγόμενη στην διακριτική ευχέρεια της εναγομένης δεν αναιρεί το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα.

Σε κάθε όμως περίπτωση δεν είναι η ενάγουσα, αλλά η εναγομένη το συμβαλλόμενο μέρος που θα παραβίαζε την αντίστοιχου περιεχομένου προπαρασκευαστική συμβατική της υποχρέωση, εφόσον είχε παραλειφθεί η ανωτέρω εγγραφή. Συνακόλουθα, ο σχετικός ισχυρισμός που κατ' ένσταση προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στον τρίτο λόγο της β εφέσεως, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Πλέον όσων έχουν παραπάνω εκτεθεί η εικονικότητα και η προκαλούμενη εξαιτίας της ακυρότητα της συμφωνίας με την οποία συγκαλύπτεται ο χαρακτήρας της οφειλόμενης από την εναγομένη προς την ενάγουσα χρηματικής παροχής, προκύπτει από την αναλυτική ακρίβεια, με την οποία επιμελήθηκαν τα μέρη να προσδιοριστεί λογιστικώς στο από 17-8-2009 συμφωνητικό το μέγεθος του συνολικού μισθώματος σε ύψος 4.972,22 ευρώ, ώστε ακολούθως να επιτευχθεί ο διαχωρισμός και η εμφάνιση αυτού σε δυο επιμέρους τμήματα καταβαλλόμενα με διαφορετικό τρόπο το καθένα.

Η επιλογή ενός μεγέθους αποτίμησης του μισθώματος υπό την ειδικότερη ως άνω λογιστική μορφή των 4.972,22 ευρώ εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των ανωτέρω περιγραφόμενων συνθηκών που διαμόρφωσαν την συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, αλλά και μεταξύ της εναγομένης και των εκμισθωτών συνιστά μία ρύθμιση, στην οποία αναμενόμενο θα ήταν να μην καταλήξουν τα μέρη σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εκτός από αυτή της εικονικότητας της σχετικής συμφωνίας που χρησιμοποιήθηκε για την συγκάλυψη της υποκρυπτόμενης σχέσης.

Επιπλέον όμως εάν δεν ήταν άκυρη ως εικονική, αλλά έγκυρη η συμφωνία προσδιορισμού του ποσού των 750.000 ευρώ ως προκαταβολής μισθωμάτων το σε περίπτωση πρόωρης λύσης της μίσθωσης αναμενόμενο θα ήταν να μην περιορίζεται από το όρο 17 της από 28-12-1008 μισθωτικής σύμβασης η απόδοση του τμήματος της ως άνω προκαταβολής που είναι ισόποσο με όσα μισθώματα οφείλονται έως το χρονικό σημείο της συμβατικής λήξης της συγκεκριμένης σχέσης Εξάλλου από το παραπάνω περιγραφόμενο περιεχόμενο της από 14-4-2011 εξώδικης δήλωσης των εκμισθωτών και της εναγομένης, προκύπτει, ότι με αυτήν υποβλήθηκε αίτημα καταβολής του ποσού ύψους 750.000 ευρώ προς όλους τους αιτούντες από κοινού.

Κατά τον τρόπο όμως αυτό επιχειρούμενη η ανωτέρω εξώδικη δήλωση δεν περιέχει όχληση σύμφωνα με όσα σχετικώς εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεδομένου ότι καταλείπεται αμφιβολία από το περιεχόμενο αυτής σε σχέση με το συγκεκριμένο ύψος της οφειλόμενης προς την ενάγουσα χρηματικής παροχής.

Συνεπώς, ο μοναδικός κυρίως προβαλλόμενος λόγος της α εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που καταλήγοντας στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 17-8-2009 συμβάσεως, και αντί αυτής την ισχύ της δεύτερης από 28-12-2008 συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, στην οποία επιπλέον μετέχουν ως τρίτοι συμβαλλόμενοι και εγγυητές οι εκμισθωτές του μισθίου ακινήτου, ενώ ακολούθως υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ποσό ύψους 1115.625 ευρώ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατά εκτίμηση των αποδείξεων παραθέτοντας συνοπτική και διάφορη αιτιολογία.

Επομένως η αιτιολογία της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου θα πρέπει να αντικατασταθεί". Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 138,361,173 και 200ΑΚ και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ,ανεξάρτητα από το γεγονός ότι προβάλλεται και απαράδεκτα, διότι η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559αρ 1 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη περί της ουσίας των πραγμάτων κρίση του εφετείου ως προς την εικονικότητα της επίδικης σύμβασης.

Περαιτέρω, ομοίως από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το εφετείο έκρινε ότι από τον όρο 17 της από 28-12-2008 σύμβασης "χωρίς να καταλείπεται κενό που να επιβάλλει την ερμηνεία αυτού, προκύπτει ότι το παραπάνω μέρος της αμοιβής της, η ενάγουσα είχε υποχρέωση να αποδώσει στην εναγομένη, εφόσον η μίσθωση λύνονταν πρόωρα λόγω παράβασης κάποιων υποχρεώσεων από αυτές που ειδικότερα ανέλαβαν οι εκμισθωτές και προβλέπονται στα άρθρα 9 και 13 του από 28-12-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως.

Σε κάθε όμως περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι επιβάλλεται η ερμηνεία της συμβάσεως, ώστε να προσδιοριστεί το ειδικότερο περιεχόμενο του ως άνω συμβατικού όρου στο ίδιο πόρισμα καταλήγει το Δικαστήριο εκτιμώντας όσα ανωτέρω εκτέθηκαν σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η συμβατική σχέση καθώς και τα ειδικότερα συμφέροντα αυτών και ερμηνεύοντας υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων αυτών τις σχετικές δηλώσεις τους σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ χωρίς προσήλωση στις λέξεις όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συνακόλουθα, αβασίμως προβάλλεται στο σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της β έφεσης ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη ήταν σε θέση να επιβάλλει τους συμβατικούς όρους που περιέχονται στην από 17-8-2008 σύμβαση χρησιμοποιώντας ως μέσο πίεσης κάποια επικείμενη ζημιογόνα για την ενάγουσα και επωφελή για την ίδια καταγγελία της από 28-12-2008 συμβάσεως μισθώσεως.

Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως από την εναγομένη θα ήταν επιβλαβής για την ίδια, διότι εξαιτίας της δεν θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής του ποσού της αμοιβής που όφειλε στην ενάγουσα, εάν η λύση της μισθώσεως δεν ήταν αποτέλεσμα παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων των εκμισθωτών, που ειδικότερα προβλέπονται στο συμφωνητικό μισθώσεως..

Επομένως και ο πέμπτος λόγος της β εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ότι ο όρος 17 της παραπάνω συμβάσεως σε οποιαδήποτε περίπτωση πρόωρης λήξεως της μισθωτικής σχέσης προβλέπει την απαλλαγή της εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής στην ενάγουσα του απορριπτέος ως αβάσιμος". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ορθά εφάρμοσε το εφετείο τις διατάξεις των άρθρων 361,440,173 και 200ΑΚ και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως προς δε την επάλληλη αιτιολογία ως προβαλλόμενος αλυσιτελώς.

Με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται για παράβαση του άρθρου 559αρ1 και 19ΚΠολΔ και δη ότι μολονότι η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα να προσβάλει ως εικονική την από 17-8-2019 σύμβαση με το να χορηγήσουν οι εκμισθωτές σ'αυτήν προσημείωση υποθήκης και με την κοινοποίηση της από 14-4-2011 εξώδικης δήλωσης των εκμισθωτών και της αναιρεσίβλητης σ'αυτήν εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 138 και 183 ΑΚ και διέλαβε ως προς το ζήτημα αυτό ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις άνω διατάξεις και περιέλαβε στο σκεπτικό του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες. Απορριπτομένης της ένδικης αναίρεσης πρέπει να διαταχθεί η κατάθεση του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 23/2017 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ