Legislator Case Law & Legislation
1024/2017 AI generated

1024/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1024/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1024 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2017

Legislator headnote

AI generated

1024/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1024 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1024 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Πετρίτση.

Της αναιρεσίβλητης: Ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Β. Ζ. του Ν. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κούρβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2004 αγωγή του Δ. Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2959/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8215/2009 μη οριστική και 4743/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5783/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 25-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5783/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5783/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δ. Π. κατά την εφεσιβλήτων και της υπ' αριθμ. 4743/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως προς τη δεύτερη ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΕ" ήδη αναιρεσίβλητη, η κατ' αυτού αγωγή της περί αποζημιώσεως, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 940 παρ. 1, 71, 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 940 παρ. 1 ΚΠολΔ "αν εξαφανισθεί ή μεταρρυθμισθεί απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση, αποζημίωση για τις ζημιές που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, μόνον αν αυτός ήξερε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια, ότι το δικαίωμα δεν υπήρχε. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για τη θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση, απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως εκτελέσεως και της επελθούσας ζημίας, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ και η συνδρομή υπαιτιότητας του επισπεύσαντος την εκτέλεση κατά το χρόνο αυτής, η οποία προσδιορίζεται στη γνώση ή εκ βαρείας αμελείας άγνοιά του για την ύπαρξη του δικαιώματος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και όχι μόνο για την ορθότητα της αποφάσεως (ΑΠ 1214/2012). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1073/2013). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση, σαφώς και επαρκώς, τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτής διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, όπως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (υπ' αριθμ. 5783/2014 Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) προκύπτει, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα παρακάτω, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 3-6-1994 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό ο εναγόμενος Δ. Π. και η μητέρα του Σ. χήρα Γ. Π., η οποία απεβίωσε την 31-1-2004, εκμίσθωσαν στον πρώτο ενάγοντα Δ. Μ., για χρονικό διάστημα έξι ετών και συγκεκριμένα από 1-1-1994 έως 31-12-1999, ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 150 τ.μ. με πατάρι και τουαλέτα, κείμενο στην περιοχή της Νέας Σμύρνης Αττικής, επί των οδών … και …, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος, ποσού 240.000 δραχμών, αναπροσαρμοζομένου κατά ποσοστό 20% κάθε έτος, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως μπαρ ή εστιατόριο ή καφετέρια και για κάθε συναφή χρήση. Με τον πέμπτο όρο του ως άνω μισθωτηρίου συμφωνήθηκαν τα εξής: "Απαγορεύεται απόλυτα οποιαδήποτε μετατροπή της χρήσεως του μισθίου, καθώς και η ολική ή μερική υπεκμίσθωση ή η υπό οιονδήποτε τίτλο μετά ή άνευ ανταλλάγματος παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτον χωρίς τη ρητή έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτών. Δύναται ο μισθωτής να συστήσει οιασδήποτε μορφής εταιρία ρητώς εξαιρουμένων της ΕΠΕ και ΑΕ υποχρεούμενος, στην περίπτωση αυτή, να γνωστοποιήσει ταύτην εντός μηνός από της δημοσιεύσεώς της στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών προς τους εκμισθωτές, άλλως λύεται η παρούσα μίσθωση. Εφόσον συσταθεί, κατά τα ανωτέρω, εταιρία, αυτή θα υπεισέλθει στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της παρούσας σύμβασης, πλην όμως θα υπάρχει εις ολόκληρον ευθύνη του μισθωτού έναντι των εκμισθωτών για την πληρωμή οιασδήποτε υποχρεώσεως απορρέει από την παρούσα σύμβαση". Εξάλλου με τον 13ο όρο του ιδίου μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι "η παράβαση οιουδήποτε από τους όρους του παρόντος, συμφωνουμένων όλων ως ουσιωδών, παρέχει το δικαίωμα στους εκμισθωτές να λύσουν μονομερώς την παρούσα μίσθωση και να ζητήσουν την απόδοση του μισθίου κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647-662 ΚΠολΔ". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο του πέμπτου όρου του μισθωτηρίου, σαφώς προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ρητώς α) ότι επιτρέπεται η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης σε οιασδήποτε μορφής εταιρία, εξαιρουμένων της ΕΠΕ και ΑΕ, την οποία θα συνιστούσε ο μισθωτής, δηλαδή ο πρώτος ενάγων, και παρασχέθηκε έτσι προκαταβολικά, με την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης, η συναίνεση των εκμισθωτών, δηλαδή του εναγομένου και της μητέρας του, για την εν λόγω μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, με την προϋπόθεση ότι ο αρχικός μισθωτής θα τους γνωστοποιούσε τη σύσταση της εταιρίας εντός μηνός από τη δημοσίευση του καταστατικού της στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών και β) ότι από τη σύσταση της εν λόγω εταιρίας και υπό την ως άνω προϋπόθεση, αυτή θα υπεισέρχεται στη θέση του αρχικού μισθωτή, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μισθωτική σύμβαση, του τελευταίου ευθυνομένου εις ολόκληρον με την υπεισερχόμενη εταιρία για την πληρωμή οιασδήποτε υποχρέωσης που απορρέει από αυτήν (μισθωτική σύμβαση). Ακολούθως, την 8-4-1996, ο αρχικός μισθωτής, Δ. Μ. συνέστησε μαζί με τους Α. Γ. και Δ. Β., την ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "…", τη σύσταση δε της εταιρίας γνωστοποίησε εντός της συμφωνηθείσας, ως άνω, προθεσμίας στον εναγόμενο και στη μητέρα του. Έκτοτε, η εν λόγω εταιρία υπεισήλθε ως μισθώτρια στην επίδικη μισθωτική σχέση κάνοντας ακώλυτη χρήση του μισθίου και καταβάλλοντας τα μισθώματα στους εκμισθωτές. Περαιτέρω, την 8-11-1998, με σχετικές τροποποιήσεις του καταστατικού της, εξήλθε από την εταιρία ο μέχρι τότε ομόρρυθμος εταίρος Α. Γ. και εισήλθαν σε αυτήν ο μεν Β. Ζ., ως ομόρρυθμος εταίρος, οι δε Κ. Π. και Θ. Μ., ως ετερόρρυθμοι εταίροι, ορίσθηκε δε ως διαχειριστής αυτής ο Β. Ζ., λόγω της αποχώρησης του μέχρι τότε διαχειριστή Α. Γ.. Συγχρόνως μεταβλήθηκε η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος της εταιρίας σε "... ΕΕ", με διακριτικό τίτλο "...". Ωστόσο οι μισθωτές ισχυριζόμενοι ότι η ανωτέρω τροποποίηση του καταστατικού συνιστούσε σύσταση νέας εταιρίας και μεταβίβαση σ' αυτήν της μισθωτικής σχέσης και της χρήσης του μισθίου, χωρίς την έγγραφη συναίνεσή τους, διότι αγνοούσαν την ανωτέρω μεταβολή και δεν είχαν ενημερωθεί γι' αυτήν εγγράφως, ούτε με άλλο τρόπο, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19-7-1999 και με αριθμούς κατάθεσης .../20-7-1999 αγωγή τους, με την οποία, επικαλούμενοι παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης, κατήγγειλαν αυτήν και ζήτησαν τη βίαιη αποβολή των εναγόντων και την απόδοση σ' αυτούς του μισθίου καταστήματος. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2889/2000 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τους μισθωτές να αποδώσουν στους εκμισθωτές τη χρήση του μισθίου ακινήτου. Η ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και δυνάμει της υπ' αριθμ. …/17-10-2000 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ., οι μισθωτές αποβλήθησαν από το μίσθιο κατάστημα. Αμέσως μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης και πριν την αποβολή τους από το μίσθιο, οι (εδώ) ενάγοντες μισθωτές είχαν ασκήσει ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 26-6-2000 και με αριθμό κατάθεσης …/2000 έφεσή τους προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης. Επί της έφεσης, που συζητήθηκε την 30-1-2001, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4156/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ότι η διά της ως άνω αγωγής καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης ήταν άκυρη και δεν επέφερε τη λύση αυτής, καθόσον με τις ανωτέρω μεταβολές στην εταιρία δεν επήλθε μεταβολή της νομικής προσωπικότητάς της, ούτε έλαβε χώρα παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε άλλη "νέα εταιρία", ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, κατ' επέκταση δε (δέχθηκε) ότι δεν υπήρξε παράβαση του πέμπτου όρου της μισθωτικής σύμβασης, με τον οποίο είχε συμφωνηθεί η απαγόρευση της ολικής ή μερικής παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε τρίτον. Κατόπιν των ανωτέρω, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 2889/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 34/1995 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρρριψε την αγωγή, ως ουσία αβάσιμη. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, με την υπ' αριθμ. 1078/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απερρίφθη η από 7-7-2001 αίτηση αναίρεσης των εκμισθωτών. Οι μισθωτές, μετά τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έλαβε χώρα την 22-5-2001, με την από 13-7-2001 εξώδικη πρόσκλησή τους γνωστοποίησαν στους εκμισθωτές την πρόθεσή τους να επανεγκατασταθούν στο μίσθιο κατάστημα και τους όρισαν προθεσμία παράδοσης αυτού μέχρι την 20-7-2001, η οποία παρήλθε άπρακτη. Έτσι, οι μισθωτές άσκησαν κατά των εκμισθωτών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας Αττικής την από 31-7-2001 και με αριθμό κατάθεσης …/2001 αγωγή τους, αιτούμενοι την επανεγκατάστασή τους στο μίσθιο. Το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας, με την υπ' αριθμ. 239/2003 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και, επαναφερομένων των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, όπως αυτή υφίστατο κατά το χρόνο αποβολής τους από το μίσθιο, διέταξε την επανεγκατάστασή των μισθωτών σ' αυτό. Ακολούθησε ανταλλαγή εξωδίκων προσκλήσεων μεταξύ των διαδίκων, με τις οποίες οι μισθωτές καλούσαν τους εκμισθωτές να τους παραδώσουν τη χρήση του μισθίου δυνάμει της ανωτέρω απόφασης, οι τελευταίοι δε τους καλούσαν να αναβάλουν την επανεγκατάστασή τους, λόγω εργασιών ανακαίνισης στο μίσθιο. Τελικώς την 3-9-2003, δυνάμει της υπ' αριθμ. …/3-9-2003 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Σ., σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, οι μισθωτές απέβαλαν τους εκμισθωτές και επανεγκαταστάθηκαν στο μίσθιο κατάστημα. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, η εκτέλεση που επισπεύθηκε σε βάρος της δεύτερης ενάγουσας μισθώτριας ήταν άδικη, αφού, όπως έγινε δεκτό και με την προαναφερομένη ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο εναγόμενος και η μητέρα του δεν είχαν δικαίωμα να καταγγείλουν τη σύμβαση μίσθωσης λόγω παράνομης παραχώρησης της χρήσης του μισθίου καταστήματος σε νεοσυσταθείσα εταιρία. Κατά την άδικη δε σε βάρος της μισθώτριας αναγκαστική εκτέλεση, ο εναγόμενος γνώριζε τη μη ύπαρξη του ως άνω δικαιώματός του και ενήργησε δόλια, με σκοπό να την βλάψει. Ειδικότερα ο εναγόμενος γνώριζε, αφενός μεν ότι με τον προεκτεθέντα πέμπτο όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, στη παράβαση του οποίου θεμελίωσε το δικαίωμά του για καταγγελία της σύμβασης, δεν απαγορευόταν η έξοδος παλαιών και η είσοδος νέων εταίρων στη μισθώτρια εταιρία παρά μόνο η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτον επομένως και σε νέα εταιρία, αφετέρου δε ότι η έξοδος παλαιών και η είσοδος νέων εταίρων δεν αποτελεί σύσταση νέας εταιρίας και ότι, επομένως, δεν έλαβε χώρα καμία παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτον. Τούτο δε κατέστησε γνωστό στο Δήμο Νέας Σμύρνης η νομική σύμβουλος αυτού με σχετική γνωμοδότησή της, πριν την εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης, με αφορμή το από 29-3-2000 ενημερωτικό σημείωμα - καταγγελία των εκμισθωτών στον εν λόγω Δήμο περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης, λόγω της επικαλούμενης λύσης της μισθωτικής σύμβασης θεμελιουμένης στην παράβαση του πέμπτου συμβατικού όρου. Χαρακτηριστικό δε του δόλου του εναγομένου είναι και το γεγονός ότι έσπευσε να καταγγείλει τη δεύτερη ενάγουσα για τον ανωτέρω λόγο, χωρίς να αναμείνει την έκδοση της δικαστικής απόφασης που θα αποφαινόταν για το ζήτημα αυτό κρίνοντας επί της από 19-7-1999 αγωγής του. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, πριν την άσκηση της από 19-7-1999 αγωγής, κατά μείζονα δε λόγο πριν την έκδοση της επ' αυτής απόφασης, γνώριζε και αποδεχόταν την είσοδο στη μισθώτρια των νέων εταίρων, χωρίς να εκφράσει σχετική αντίθεση ή διαμαρτυρία, αφού ο διορισθείς από τον εναγόμενο πολιτικός μηχανικός και παιδικός φίλος αυτού Μ. Τ., στον οποίο ο εναγόμενος είχε αναθέσει από τον Απρίλιο 1998 τη διερεύνηση της δυνατότητας καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής, στο ισόγειο της οποίας βρίσκεται το μίσθιο κατάστημα, συνομιλούσε για το ζήτημα αυτό, επειδή η ανέγερση οικοδομής θα είχε ως συνέπεια τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης των μισθωτών για κάποιο χρονικό διάστημα, με το Δ. Β., ο οποίος, μετά την αποχώρηση από την μισθώτρια εταιρία του Α. Γ., ασκούσε καθήκοντα διαχειριστή αυτής, αλλά και με το νέο εταίρο της εταιρίας και μετέπειτα διαχειριστή αυτής Β. Ζ.. Γνώριζε επομένως ο εναγόμενος, κατόπιν ενημέρωσης του από το Μ. Τ. την αλλαγή των προσώπων της μισθώτριας εταιρίας. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ενόψει ανέγερσης της οικοδομής, έλαβαν χώρα, πριν την άσκηση της αγωγής, συζητήσεις μεταξύ για την ανέγερση της πέργκολας, που είχαν τοποθετήσει στην πρασιά που περιβάλει το μίσθιο, οι μισθωτές, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση άδειας ανοικοδόμησης. Σε συνάντηση δε που έλαβε χώρα, για τον ανωτέρω σκοπό, περί τα μέσα Ιουλίου 1999 στο γραφείο του Μ. Τ., μετείχαν από τη μία πλευρά ο εναγόμενος και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του και από την άλλη πλευρά ο πρώτος ενάγων και ο νέος εταίρος της μισθώτριας εταιρίας, Β. Ζ., για τη συμμετοχή του οποίου ουδόλως διαμαρτυρήθηκε ο εναγόμενος, ακριβώς επειδή, όπως προεκτέθηκε, γνώριζε και αποδεχόταν την είσοδό του στην εταιρία. Δεν νοείται δε συζήτηση εκ μέρους του εναγομένου εκμισθωτή για αφαίρεση της πέργκολας, με μισθωτές που κάνουν παράνομη χρήση του μισθίου. Εξάλλου, δεδομένου του σκοπού του εναγομένου για ανέγερση ορόφων επί του ισογείου μισθίου καταστήματος, στην οποία και προέβη, που απαιτούσε τη διακοπή της λειτουργίας της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης της δεύτερης ενάγουσας μισθώτριας εταιρίας, με συνέπεια την πρόκληση σ' αυτήν ανάλογης ζημίας, την οποία όφειλε να αποκαταστήσει ο εναγόμενος, αφού με τον τρόπο αυτό θα παραβίαζε την εκ του νόμου (άρθρο 575 ΑΚ) υποχρέωσή του, ως εκμισθωτή, προς διατήρηση του μισθίου κατάλληλου για τη συμφωνημένη χρήση καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι επέλεξε αυτός να καταγγείλει τη μίσθωση :για δήθεν παράβαση του πέμπτου συμβατικού όρου, που γνώριζε ότι δεν είχε παραβιασθεί, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης. Συντρέχει, επομένως, υποχρέωση του εναγόμενου -εκκαλούντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη η δεύτερη ενάγουσα - εφεσίβλητη από την, κατά τα ανωτέρω, άδικη εκτέλεση που επέσπευσε αυτός σε βάρος της, καθόν χρόνο γνώριζε την ανυπαρξία του σχετικού δικαιώματός του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει ο σχετικός ένατος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται το αντίθετο, να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητος του επισπεύσαντος την εκτέλεση αναιρεσείοντος και της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της πράξεως εκτελέσεως και της επελθούσας ζημίας της αναιρεσίβλητης. Στην απόφαση γίνεται αναφορά (8ο φύλλο 2η σελίδα) ότι κατά την άδικη σε βάρος της μισθώτριας αναγκαστική εκτέλεση, ο εναγόμενος γνώριζε τη μη ύπαρξη του ως άνω δικαιώματός του και ενήργησε δόλια με σκοπό να τη βλάψει. Η αναφορά δε σ' αυτήν (απόφαση) περιστατικών και προ της αναγκαστικής εκτελέσεως, γίνεται προς επίρρωση της ανωτέρω κρίσεώς της και όχι για τη στοιχειοθέτηση, κατά τον ανωτέρω χρόνο, του δόλου του. Επομένως, τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η ύπαρξη υπαιτιότητος του αναιρεσείοντος για την επισπευσθείσα εκτέλεση και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εκτελέσεως και της επελθούσας ζημίας της αναιρεσίβλητης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιαδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 3/2008, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 88/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το δικάσαν Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του προβληθέντος πρωτοδίκως και επαναφερθέντος με τον ένατο λόγο της εφέσεώς του, ισχυρισμού περί ανυπαρξίας του δόλου του και της γνώσεώς του, αφού δεν έλαβε υπόψη του, ότι με την υπ' αριθμ. 8264/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα επί αιτήσεως των αντιδίκων του περί αναστολής εκτελέσεως της υπ' αριθμ. 2889/2000 αποφάσεως, απορρίφθηκε η ως άνω αίτησή τους, καθότι το δικαστήριο δεν πιθανολόγησε ότι θα ευδοκιμούσε η έφεσή τους κατά της τελευταίας αποφάσεως. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, "πράγμα" αποτελεί ο λόγος της εφέσεως με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Τα αυτά λεκτέα και για την αναφερόμενη στο δεύτερο μέρος του ως άνω λόγου αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί ισχυρισμού του (αναιρεσείοντος) ότι αυτός, βάσει του όρου 4 του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, εδικαιούτο να οικοδομήσει στο ως άνω ακίνητο καθ' ύψος ορόφους και δεν απαιτείτο να αποβάλει τους μισθωτές από αυτό, κατά συνέπεια δε, ούτε γνώριζε, ούτε από βαριά αμέλεια αγνοούσε τη μη ύπαρξη του δικαιώματός του περί αποβολής τους από το μίσθιο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός στο σύνολό του ως αβάσιμος και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 3

Απορρίπτει την από 25-2-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5783/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ