Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

1024/2012

1024/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated

Απόφαση 1024 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κο...

Απόφαση 1024 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1653/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/3/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν.3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ. Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω συμβούλιο ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, τα ακόλουθα: Κατά τα άρθρα 10 και 12 του έχοντος συμβατική ισχύ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, η προαγωγή στον 3° βαθμό, δηλαδή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου μετά από πρόταση του Διοικητή, εφόσον υφίσταται κενή οργανική θέση, ο υπό προαγωγή υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον κατεχόμενο βαθμό τον αναγκαίο χρόνο ευδόκιμης υπηρεσίας, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στην ανώτερη θέση και έχει επιδείξει στην άσκηση των καθηκόντων του κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) στις 19.7.1976, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος του λογιστικού της κλάδου και εξελίχθηκε διαδοχικά στους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει με αρχαιότητα από 1.10.1994. Είναι πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής. Γνωρίζει πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα, κατέχοντας τίτλο σπουδών σε αυτή και συγκεκριμένα Diplome D' Etudes Superieures του Γαλλικού Ινστιτούτου και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα μέτρια. Έχει παρακολουθήσει δεκαέξι επιμορφωτικά σεμινάρια, εκ των οποίων τα δεκατρία ήσαν ενδοτραπεζικά και τα υπόλοιπα τρία αφορούσαν άλλους φορείς. Συμμετείχε σε μία επιτροπή και σε μία ομάδα εργασίας. Στην ενάγουσα ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένης στην Υπηρεσία Εγκρίσεων του Τμήματος Εγκρίσεων Εισαγωγής σε θέματα εισαγωγών το έτος 1989 και το έτος 1995 της ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένης της Υπηρεσίας Κινήσεως Κεφαλαίων του Τμήματος Συλλογής και Επεξεργασίας Στοιχείων Ισοζυγίου Πληρωμών περιφέρειας Πρωτευούσης του Τομέα Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 έως 2003 χαρακτηρίζεται ως εξαίρετη σε όλα τα κριτήρια, με σημείωση των κριτών στην γενική εκτίμηση - προοπτική εξέλιξης του κρινόμενου "πιστεύω απόλυτα ότι είναι πολύ ικανή να αναλάβει ανώτερα καθήκοντα". Επίσης οι κριτές σημείωσαν, ότι τα σημαντικότερα προσόντα της ενάγουσας είναι "η υπευθυνότητα, η εξαιρετική γνώση του αντικειμένου και η εξαιρετική ποιότητα της εργασίας της", ότι "δεν χρειάζεται βελτίωση σε κάποιο τομέα, απλά χρειάζεται να διατηρήσει την υψηλή της απόδοση", ότι "σε όλους τους τομείς πραγματοποιήθηκε πρόοδος, με αποτέλεσμα να φθάσει σε ανώτερα επίπεδα απόδοσης", ότι "έχει εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής σε νέα καθήκοντα", ότι "επιδεικνύει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσεων μέσω εγκυκλίων και σεμιναρίων μέσα και έξω από την Ελλάδα" και ότι "είναι πολύ ικανή και πρέπει να αναλάβει ανώτερα καθήκοντα". Η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. 7/27.5.2002 απόφαση του Γενικού της Συμβουλίου, που κοινοποιήθηκε με τη με αριθμό 5/29.5.2002 εγκύκλιο της Διοικήσεως, προήγαγε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, μεταξύ άλλων, και τον Β. Β., ο οποίος προσλήφθηκε από π)ν εναγομένη στις 8.7.1974 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη με αρχαιότητα από 1.10.1995. Έχει απολυτήριο εξατάξιου γυμνασίου και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών, έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια, συμμετείχε σε μία επιτροπή και σε ομάδες εργασίας. Απασχολήθηκε στο Τμήμα οργάνωσης και προγραμματισμού και στο Τμήμα καταθέσεων του Τομέα οργάνωσης. Από 2.10.2000 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου στο Τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 και 2000 χαρακτηρίζεται εξαίρετος και στη γενική εκτίμηση οι κριτές αναγράφουν γι' αυτόν, ότι είναι "ευέλικτος, με ευρύτητα σκέψεως και ορθότητα κρίσης", ότι "λόγω της φύσης του έργου της υπηρεσιακής μονάδος απαιτείται διαρκής ενημέρωση επί των διεθνών εξελίξεων σε διάφορα θέματα", ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί η βελτίωσή του με την "παρακολούθηση ειδικών σεμιναρίων", πραγματοποιήθηκε πρόοδος "στη βελτίωση γνώσεων και στην οργάνωση γενικά της εργασίας", ότι έχει ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα "σε εξαιρετικό βαθμό ακόμη και σε καθήκοντα άλλων υπηρεσιακών μονάδων" και ότι "η εξέλιξη του θεωρείται ακώλυτη". Από τη σύγκριση των προσόντων της ενάγουσας με τα - προσόντα του ανωτέρω υπαλλήλου της εναγομένης, προκύπτει ότι η πρώτη υστερεί του δεύτερου ως προς τη γενική αρχαιότητα, αλλά υπερέχει ως προς την ειδική αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών, την επιμόρφωση, το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, τη διοικητική ικανότητα, τη γνώση του αντικειμένου της εργασίας της και την κρίση και αντίληψη.

Συνεπώς, υπάρχει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του Β. Β.. Στις ίδιες κρίσεις η εναγομένη προήγαγε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου και τον Α. Τ., ο οποίος προσλήφθηκε από αυτήν την 21.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη με αρχαιότητα 1.10.1996. Αυτός είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής και γνωρίζει πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα, κατέχοντας σχετικό τίτλο σπουδών και ειδικότερα Superieur III και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια και δεν έχει συμμετάσχει σε επιτροπές και ομάδες εργασίας. Υπηρέτησε στο Τμήμα πιστώσεων και αναπροεξόφλησης χαρτοφυλακίου Τραπεζών και άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου της Υπηρεσίας Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών από 15.3.1995 στο Υποκατάστημα της εναγομένης στο Βόλο. Στην έκθεση αξιολόγησης του έτους 1999 αξιολογείται ως εξαίρετος σε δεκαέξι τομείς και ως πολύ καλός σε ένα τομέα. Στη γενική εκτίμηση ο ένας κριτής, που προέβη στην αξιολόγησή του, σημειώνει ότι ο Α. Τ. είναι "αξιόπιστος συνεργάτης, έμπειρος, ευγενής, κοινωνικός, οξυδερκής, με ευρύτητα γνώσεων και ταχύτατος στην εργασία του. Άμεσα προσαρμοζόμενος στις ανάγκες της Υπηρεσίας", ότι πραγματοποιήθηκε πρόοδος "στις γνώσεις, στην έκφραση, τη σταθερότητα, στην ποιοτική απόδοση, την υπευθυνότητα και τον προγραμματισμό", ότι η ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα "αγγίζει το τέλεια", ότι "επιδεικνύει έφεση για μάθηση και διακρίνεται για την ευρυμάθεια του" και ότι η προοπτική εξέλιξης του είναι "άριστη, η Τράπεζα μπορεί να του εμπιστευθεί άμεσα θέση ευθύνης ανώτερου επιπέδου". Από τη σύγκριση των προσόντων της ενάγουσας με τα προσόντα του Α. Τ., προκύπτει, ότι αυτή υπερέχει του τελευταίου ως προς τη γενική αρχαιότητα, ως προς την ειδική αρχαιότητα, έχει ισοδύναμο τίτλο σπουδών, είναι ισοδύναμη ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και υπερέχει ως προς την επιμόρφωση, το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, τη διοικητική ικανότητα σε ανώτερα υπηρεσιακά καθήκοντα, τη γνώση του αντικειμένου της εργασίας της και την κρίση και αντίληψη.

Συνεπώς, υπάρχει καταφανής υπεροχή της έναντι του Α. Τ.. Περαιτέρω στην ίδια κρίση η εναγομένη προήγαγε στον επίδικο βαθμό και τον Σ. Κ., ο οποίος προσλήφθηκε σε αυτήν την 12.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.7.1996. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών. Έχει παρακολουθήσει δέκα επτά σεμινάρια επιμόρφωσης. Έχει υπηρετήσει στο Τμήμα Ελέγχου Βιομηχανιών και λοιπών Επιχειρήσεων, στον Τομέα Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων και στον Τομέα Εποπτείας Υποκ. Ξένων Τραπεζών και Ανεξάρτητων Χρημ. Ιδρυμάτων και τέλος στον Τομέα Εποπτείας Λοιπών Εμπορικών Τραπεζών της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών. Από 29.1.1997 υπηρετεί ως Επιθεωρητής Α. Στις εκθέσεις αξιολόγησης του για τα έτη 1999 και 2000 χαρακτηρίζεται εξαίρετος και στη γενική εκτίμηση σι κριτές έκριναν, ότι είναι "οργανωτικός, ικανός, συνεργάζεται άριστα και παρέχει υψηλής ποιότητας εργασία" ότι είναι "επαρκής η διατήρηση του επιπέδου του", πραγματοποίησε πρόοδο "σε ό,τι αφορά τον εποπτικό τομέα και στις εξελίξεις επί των τραπεζικών εργασιών", ότι η ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα είναι "πολύ καλή" και ότι η προοπτική εξέλιξης του είναι "πολύ καλή". Από τη σύγκριση των προσόντων του με αυτά της ενάγουσας αποδεικνύεται ότι αυτή υπερέχει ως προς τη γενική και την ειδική αρχαιότητα, έχει ισοδύναμο τίτλο σπουδών, υπερέχει ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, είναι ισοδύναμη ως προς την επιμόρφωση, υπερέχει όμως καταφανώς ως προς το χρόνο και το είδος άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, από τις εκθέσεις δε αξιολόγησης αποδεικνύεται, ότι έχει εξαίρετη διοικητική ικανότητα σε ανώτερα υπηρεσιακά καθήκοντα, εξαίρετη γνώση του αντικειμένου της εργασίας της και εξαίρετη κρίση και αντίληψη. Τέλος, στις ίδιες κρίσεις του έτους 2002 η εναγομένη προήγαγε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη προϊσταμένου και τον Ε. Τ., ο οποίος προσλήφθηκε σε αυτήν την 25.4.1983 και εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει με αρχαιότητα από 1.4.1997. Ο συγκεκριμένος είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ και του Φυσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών, έχει συμμετάσχει σε μία επιτροπή και μία ομάδα εργασίας και δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη διεύθυνση νομισματικής πολιτικής και στη διεύθυνση συναλλάγματος, όπου άσκησε καθήκοντα αναλυτή συστημάτων β και από 11.12.2000 ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου της Γραμματείας διαδ. διαχ. συναλλάγματος. Στην έκθεση αξιολόγησης του έτους 1999 χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος σε δέκα τομείς και σε τρεις τομείς πολύ καλός και στην έκθεση του έτους 2000 χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος σε έντεκα τομείς και σε δύο τομείς χαρακτηρίζεται πολύ καλός. Στη γενική εκτίμηση οι κριτές κρίνουν, ότι "είναι ευφυής με ιδιαίτερη αντίληψη σε σύνθετα θέματα και ειδικότερα αυτών που άπτονται της λογιστικής", "εκτιμάται ότι είναι απαραίτητη η διεύρυνση του γνωστικού του αντικειμένου και σε άλλες τραπεζικές εργασίες πέραν αυτών του συναλλάγματος", θα μπορούσε να επιτευχθεί η βελτίωση "με την παρακολούθηση ειδικών σεμιναρίων, αλλά και με την ανάληψη σχετικών δραστηριοτήτων σε λοιπά τραπεζικά θέματα", "η ικανότητα προσαρμογής του σε διαφορετικά καθήκοντα είναι ελαστική και ανάλογη με το αντικείμενο που θα ασχοληθεί στο μέλλον", έχει "σε καλό βαθμό" έφεση απόκτησης γνώσεων και για τη προοπτική εξέλιξης του "εκτιμάται ότι δεν θα υπάρξουν εμπόδια". Από τη σύγκριση των προσόντων του προαναφερθέντος με εκείνα της ενάγουσας, αποδεικνύεται ότι η τελευταία έχει ισοδύναμο τίτλο σπουδών (αφού το πτυχίο του Φυσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που κατέχει ο Ε. Τ. είναι άσχετο με τις τραπεζικές εργασίες) και υπερτερεί ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, την επιμόρφωση, τη γενική και την ειδική αρχαιότητα και κυρίως ως προς το χρόνο και το είδος της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, την εμπειρία, τη διοικητική ικανότητα και την εξαιρετική ικανότητα της για προσαρμογή σε νέα καθήκοντα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρχε καταφανής υπεροχή της αναιρεσίβλητης ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι των προαναφερθέντων συναδέλφων της και ότι η παράλειψή της, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, και η αντ' αυτής προαγωγή εκείνων στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη προϊσταμένου είναι κατάφωρα άδικη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι με βάση τη σύγκριση των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων της αναιρεσίβλητης και των αναφερομένων συναδέλφων της, η πρώτη υπερείχε καταφανώς εκείνων και ως εκ τούτου η παράλειψη της να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002 ήταν κατάφωρα άδικη, στηρίζει με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα ότι η πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της, σύμφωνα με τα ανωτέρω, παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως από την αναιρεσίβλητη, με συνέπεια να επέλθει πλασματική πλήρωση αυτής (αιρέσεως). Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19, πρώτος και δεύτερος, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά, ούτε να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα από αυτά, ή η σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται" καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "τον επίσημο πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων" που συντάχθηκε από την Επιτροπή Προαγωγών αυτής, από τον οποίο προέκυπτε η κατάταξη των υποψηφίων κατά σειρά βαθμολογήσεως και αξιολογήσεως αυτών. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, το οποίο μάλιστα μνημόνευσε και χαρακτήρισε ως "υπηρεσιακή εισήγηση", συνεκτίμησε αυτό με τις λοιπές αποδείξεις και κατέληξε στην παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη υπερείχε καταφανώς των συναδέλφων της και εντεύθεν η παράλειψη προαγωγής της στον ανώτερο βαθμό ήταν κατάφωρα άδικη. Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 4/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ