Legislator Case Law & Legislation
1024/2010 AI generated

1024/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1024/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Σύμβαση παρακαταθήκης ως παρεπόμενη της κύριας σύμβασης επισκευής πράγματος (μηχανής σκάφους). – Έκταση ευθύνης θεματοφύλακα από ενδοσυμβατικό πταίσμα, τεκμαιρόμενο (άρθρο 336 ΑΚ) ως προς τη φύλαξη του πράγματος, διότι επιδείχθηκε επιμέλεια μικρότερη από εκείνη που κατέβαλε για τη φύλαξη των δικών του πραγμάτων. – Επιδίκαση και χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης για αδικοπρακτική ευθύνη. Ανεπαρκής αιτιολογία ως προς τη δυνατότητα νόησης ευθύνης για τη ζημία του παρακαταθέτη και χωρίς την ύπαρξη συμβατικής σχέσης. Αναιρεί κατ΄ αυτό το κεφάλαιο με άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ.

Legislator headnote

AI generated

1024/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της για επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη από αδικοπραξία και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.),μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της.

Keywords

AI generated
maintenance contract vehicle keeper cessation of accident benefits withdrawal of debt enforcement non-roadworthy vehicle motor vehicle expenses
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1024 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Σύμβαση παρακαταθήκης ως παρεπόμενη της κύριας σύμβασης επισκευής πράγματος (μηχανής σκάφους). – Έκταση ευθύνης θεματοφύλακα από ενδοσυμβατικό πταίσμα, τεκμαιρόμενο (άρθρο 336 ΑΚ) ως προς τη φύλαξη του πράγματος, διότι επιδείχθηκε επιμέλεια μικρότερη από εκείνη που κατέβαλε για τη φύλαξη των δικών του πραγμάτων. – Επιδίκαση και χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης για αδικοπρακτική ευθύνη. Ανεπαρκής αιτιολογία ως προς τη δυνατότητα νόησης ευθύνης για τη ζημία του παρακαταθέτη και χωρίς την ύπαρξη συμβατικής σχέσης. Αναιρεί κατ΄ αυτό το κεφάλαιο με άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ.

Αριθμός 1024/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "DRAGO BOATS ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΣΜΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στην Βιομηχανική Περιοχή (ΒΙ.ΠΕ) ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο της Θαρρεινό Μαυρίκο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αποστολόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1269/2005 προδικαστική του ιδίου δικαστηρίου, 523/2006 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 238/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 3 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξη για επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης του από αδικοπραξία και την απόρριψη των λοιπών λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε και κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2Ο05).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984). Εξάλλου κατά το άρθρο 822 του ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί.

Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του ΑΚ "ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί κατ' αρχήν να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης συμβάσεως, οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμίας ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση είτε είναι παρακολουθηματικές της κύριας συμβάσεως, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση.

Όταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, οπότε θα πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στα πλαίσια άλλης κύριας συμβάσεως, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Διαφορετικά ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του πταίσμα, κατά τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις.

Εξάλλου κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ανθρώπινη συμπεριφορά, ως βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη, η οποία όταν είναι παράνομη δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως.

Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείψει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Διότι και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση για παραβίαση της συμβάσεως, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση τελούμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου (Ολ.ΑΠ 967/1973).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), στις 19-7-2000, αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα από την εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ένα πνευστό (φουσκωτό) ταχύπλοο σκάφος με την ονομασία D..., με αριθμό λεμβολογίου ... ..., το οποίο έφερε ως προωστική μηχανή μία εξωλέμβια μηχανή τύπου MERCURY EFI 225 ίππων, βάρους 206 χιλιογράμμων, αξίας κατά το χρόνο κτήσεώς της, όπως προκύπτει από τον μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο τιμοκατάλογο μηχανών θαλάσσης για το έτος 2000 που είναι ενσωματωμένος στο περιοδικό "δια θαλάσσης" 5.157.000 δραχμών ή 15.134,26 ευρώ.

Στη μηχανή αυτή είχε αντικατασταθεί η προπέλα της με τρίφτερη ανοξείδωτη προπέλα (έλικα προωθήσεως) (τύπου "MIRAGE PLUS II" ως βελτιωτικό της ταχύτητας του σκάφους εξάρτημα, αξίας, όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, 350.000 δραχμών ή 1027 ευρώ. Η εναγομένη ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία σκαφών αναψυχής διαφόρων τύπων καθώς και με την εμπορία μηχανών θαλάσσης και εν γένει εξοπλισμού σκαφών.

Στα πλαίσια της επαγγελματικής της δραστηριότητας αναλαμβάνει με αμοιβή την συντήρηση και επισκευή των μηχανών και των σκαφών που κατασκευάζει ή εμπορεύεται στις εγκαταστάσεις της στο ... από το απόλυτα εξειδικευμένο προσωπικό της. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής, στις 20-3-2002, κατόπιν συμφωνίας με τον ενάγοντα ανέλαβε (η εναγομένη) την υποχρέωση, δια των προεστημένων οργάνων της, να προβεί επί του ως άνω σκάφους και της μηχανής (του ενάγοντος) στις απαιτούμενες ετήσιες εργασίες συντήρησης και επισκευής, ώστε να είναι απολύτως αξιόπλοο την καλοκαιρινή περίοδο του έτους 2002, αντί εργολαβικής αμοιβής της συνηθισμένης για τις εργασίες αυτές, για τις οποίες συμφωνήθηκε να μεταφερθεί το σκάφος με τη μηχανή του στις εν λόγω εγκαταστάσεις της εναγομένης.

Έτσι η εναγομένη διά των προεστημένων οργάνων της για την πιστή εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, παρέλαβε το σκάφος αυτό μετά της μηχανής του από την οικία του ενάγοντος στον ... και το μετέφερε στις πιο πάνω εγκαταστάσεις της, ο δε ενάγων μετά ταύτα ανέμενε σχετική ειδοποίηση της εναγομένης ότι οι εργασίες συντηρήσεως και επισκευής περατώθηκαν, ώστε να καταβάλει τη συνηθισμένη για την περίπτωση εργολαβική αμοιβή και να παραλάβει το σκάφος του.

Εξυπακούεται ότι η ως άνω συμφωνημένη αλλά και συνηθισμένη εργολαβική αμοιβή συμπεριλάμβανε και αμοιβή για την κατάληψη πολύτιμου χώρου των εγκαταστάσεων της εναγομένης και για την φύλαξη του σκάφους αυτού κατά το αναγκαίο χρονικό διάστημα της συντήρησης και επισκευής του. Δηλαδή στα πλαίσια της συμβάσεως μισθώσεως έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, καταρτίσθηκε ως απολύτως αναγκαία για την πιστή εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως (μισθώσεως έργου) και μία παρεπόμενη σύμβαση παρακαταθήκης (του σκάφους).

Η εναγομένη αρνείται την παρεπόμενη σύμβαση παρακαταθήκης χωρίς τον ισχυρισμό της αυτό να τον συνδέει και με κάποιο άλλο, πειστικό του ισχυρισμού της, γεγονός, όπως για παράδειγμα, ότι ο ενάγων δεν συνεμορφώθη προς τα συμφωνηθέντα και εγκατάλειψε το σκάφος του αδικαιολόγητα δεδομένου ότι η συντήρηση και η επισκευή του σκάφους και της μηχανής θα διαρκούσε μικρό χρονικό διάστημα, εν γνώσει του ενάγοντος ο οποίος έπρεπε να περιμένει στις εγκαταστάσεις της εναγομένης την περάτωση των εργασιών, ώστε να παραλάβει το σκάφος αφού προηγουμένως θα κατέβαλε το εργολαβικό αντάλλαγμα.

Το ως άνω σκάφος τα προεστημένα όργανα της εναγομένης το τοποθέτησαν σε προϋπάρχουσα κενή θέση ένα μέτρο από την με συρματόπλεγμα ύψους 2 μέτρων περίφραξη του εξωτερικού χώρου των εγκαταστάσεων αυτής που έχουν έκταση 10 στρεμμάτων. Η έκταση αυτή εποπτεύεται ελλιπώς με 14 κάμερες μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας και μόνο ως προς το κεντρικό μέρος των εγκαταστάσεων.

Τις μη εργάσιμες ώρες της ημέρας υπάρχει φύλακας και σκυλιά τα οποία τον ακολουθούν κατά τη φύλαξη, πλην όμως δεν μπορεί να εποπτεύσει επαρκώς τον ως άνω χώρο λόγω της εκτεταμένης εκτάσεως των 10 στρεμμάτων και των κτιρίων που πρέπει να εποπτεύσει. Ο φωτισμός τη νύκτα στις εγκαταστάσεις της εναγομένης ήταν ελλιπής με συνέπεια ο φύλακας να χρησιμοποιεί ηλεκτρικό με μπαταρίες φανό.

Κατά το χρονικό διάστημα από ώρας 14.00 της 21-4-2002 μέχρι την 07.00 της 22-4-2002 άγνωστος ή άγνωστα άτομα; επωφελούμενα από την ελλιπή φύλαξη του χώρου των εγκαταστάσεων της εναγομένης εισήλθαν εντός αυτού και αφήρεσαν (έκλεψαν)την ως άνω μηχανή του ενάγοντος χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Η εν λόγω κλοπή οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης και του προεστημένου φύλακα αυτής η οποία συνίσταται στην ελλιπή εποπτεία και φύλαξη των ως άνω εγκαταστάσεων συνεπεία των προδιαληφθεισών ελλείψεων.

Αντίθετα δεν αποδείχτηκε από την εναγομένη κανένα γεγονός που να αναιρεί την ευθύνη της κατ' άρθρο 336 §1 του ΑΚ. Το γεγονός ότι στις εγκαταστάσεις της εναγομένης υπήρχε πινακίδα "περί μη ευθύνης της για την μερική ή ολική απώλεια των σκαφών και ότι πρέπει να ασφαλίζουν τα σκάφη τους" σε τίποτε δεν την ωφελεί, αφού δεν αποδείχτηκε ότι πράγματι ο ενάγων συμφώνησε με το περιεχόμενο της εν λόγω πινακίδας στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 332 και 334 του ΑΚ.

Εν πάση περιπτώσει η ασφάλιση του σκάφους εκ μέρους του ενάγοντος για την περίπτωση κλοπής σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ωφελήσει την υπαίτια εναγομένη η οποία σε περίπτωση ασφαλίσεως του σκάφους θα εκαλείτο εξ αναγωγής να καταβάλει στην ασφαλιστική εταιρία το καταβληθέν στον ασφαλισμένο ενάγοντα ασφάλισμα.

Την κλοπή της μηχανής, ο ενάγων μαζί με την προεστημένη υπάλληλο της εναγομένης ΑΑ τη δήλωσαν στο ΑΤ ... την 10.00' ώρα της 22-4-2002. Στη δήλωσή τους αυτή που καταχωρήθηκε στο οικείο Βιβλίο Αστυνομικών Συμβάντων εμπεριέχεται και η κοινή εκτίμησή τους ότι η αξία της απολεσθείσης μηχανής ανέρχεται στο ποσό των 14.000 ευρώ.

Η κοινή αυτή εκτίμηση ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα επειδή η εν λόγω μηχανή ήταν σχεδόν καινούργια με 60 ώρες λειτουργίας.

Συνεπώς, εφόσον λόγω απώλειας η εναγομένη αδυνατεί να αποδώσει στον ενάγοντα την ως άνω μηχανή του, θα πρέπει να του καταβάλει ως αποζημίωση την αξία αυτής η οποία ανέρχεται στο ποσό των 14.000 ευρώ. Πέραν αυτού η εναγομένη οφείλει ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που δοκίμασε ο ενάγων από την απώλεια της μηχανής του και την εντεύθεν ακινησία του σκάφους του, ιδίως κατά τη θερινή περίοδο του 2002, το ποσό των 1.000 ευρώ.

Ενόψει του γεγονότος ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ενάγοντα, το ποσό αυτό της χρηματικής ικανοποίησης είναι ανάλογο της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης και των προεστημένων αυτής οργάνων, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκλάπη η εξωλέμβια μηχανή του ενάγοντος".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου (για το ποσό των 9.080 ευρώ) ως προς τη βάση της από ενδοσυμβατική ευθύνη, έκανε δεκτή την αγωγή και ως προς τη βάση της από αδικοπραξία, επιδικάζοντας ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία, το ποσό των 15.000 ευρώ.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά μεν την αναγνώριση ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου για την απώλεια (κλοπή) της μηχανής του σκάφους του κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα είχα αναλάβει την επισκευή του, με παρακολουθηματική υποχρέωση φύλαξής του μέχρι την παράδοσή του στον αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 681, 361, 330, 334, 335 και 336 του ΑΚ που εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο:

α) Ως προς το ότι η ανάληψη υποχρεώσεως επισκευής του σκάφους του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα συνεπαγόταν αναγκαίως και παρεπόμενη υποχρέωση της τελευταίας να φυλάσσει το σκάφος από κλοπή ολική ή μερική (εξαρτημάτων του) και δεν ασκούσε επιρροή η υπό μορφή συστάσεων ανάρτηση επιγραφών στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας, για ασφάλιση κατά του κινδύνου κλοπής, των επισκευαζομένων σκαφών, προς πελάτες της λόγω ελλιπούς επιτήρησης του εκτεταμένου χώρου ευθύνης της, αφού υπήρχε συμβατική πρόβλεψη αμοιβής της αναιρεσείουσας για την παρεπόμενη φύλαξη και η ευθύνη της κρίνεται με τις εφαρμοζόμενες για την κύρια σύμβαση διατάξεις των άρθρων 681 επ., 330, 334, 335 και 336 του ΑΚ.

β) Για την τεκμαιρόμενη (άρθρο 336 ΑΚ) υπαιτιότητα (αμέλεια) της αναιρεσείουσας να προβεί σε ασφαλέστερη φύλαξη του ελλιπώς φωτιζόμενου χώρου εναπόθεσης των επισκευαζομένων από αυτή σκαφών και να μην αρκεσθεί μόνον σε ένα φύλακα με συνοδεία σκύλων για την αποθάρρυνση των κλεπτών. γ) Για τη ζημία του αναιρεσιβλήτου από την κλοπή της μηχανής του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της κλοπής με την εκτιθέμενη παράλειψη της αναιρεσείουσας, αφού οποιοσδήποτε μετρίως συνετός επισκευαστής σκαφών στη θέση της θα μπορούσε να προβλέψει και αποτρέψει με τα αναφερόμενα πρόσθετα μέτρα φύλαξης τον κίνδυνο κλοπής.

Επομένως, κατά το μέρος αυτό οι, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, στηριζόμενοι μάλιστα και στην αναληθή προϋπόθεση εφαρμογής από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 822 επ. ΑΚ, περί παρακταθήκης, είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά, όμως, την αναγνώριση αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου για την κλοπή της μηχανής του, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, καθ' όσον δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες, που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των περιλαμβανομένων στο αποδεικτικό της πόρισμα πραγματικών περιστατικών, στην ανωτέρω ουσιαστική διάταξη της ΑΚ 914 που εφάρμοσε.

Ειδικότερα, ενώ για τη συνδεόμενη με παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας, προς φύλαξη του επισκευαζόμενου από αυτή σκάφους του αναιρεσείοντος, αμέλεια της ίδιας και του προστημένου υπαλλήλου της, αναφέρει τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, αντιθέτως για τη θεμελίωση παράλληλης (σωρευτικής) ευθύνης της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία (ΑΚ 914) δεν προσδιορίζει πώς θα μπορούσε να νοηθεί αυτή η ευθύνη χωρίς την ύπαρξη της σύμβασης, δηλαδή υπό ποία έννοια η αναιρεσείουσα, ενώ είχε δυνατότητα να λάβει προστατευτικά μέτρα, έδειξε αδιαφορία για τη ζημία του αναιρεσιβλήτου, στην υποθετική περίπτωση που αυτή είχε συντελεστεί χωρίς συμβατική σχέση των διαδίκων (π.χ.

με αυθαίρετη ή από λόγους έκτακτης ανάγκης εναπόθεση του σκάφους του αναιρεσιβλήτου στον εποπτευόμενο από την αναιρεσείουσα χώρο), εφόσον μάλιστα η τελευταία είχε λάβει κάποια προστατευτικά μέτρα για τα επισκευαζόμενα σκάφη πελατών της. Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος, κατά το ως άνω μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της για επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη από αδικοπραξία και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.),μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 238/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής (χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου).

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο και μόνον μέρος αυτής, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ