Legislator Case Law & Legislation
1024/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against High Court's refusal to grant defense of retention of property for unjust enrichment expenses.

Case Number 1024/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the High Court's decision to reject a defense of retention of property. The appellant argued that the High Court incorrectly failed to apply Article 737 of the Civil Code regarding expenses for unjust enrichment. The court found the High Court erred in law by not applying the correct statutory provision and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 737, 736 of the Civil Code; The High Court erred in law by refusing to apply Article 737 of the Civil Code to a defense of retention of property for expenses arising from unjust enrichment, thereby violating the appellant's right to a proper legal application.

Keywords

AI generated
defense of retention of property unjust enrichment expenses erroneous application of law Civil Code Article 737 remand for retrial legal error in appeal property defense

Cited Legislation

AI generated
Article 737 of the Civil Code
Article 736 of the Civil Code
Article 813 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 908 of the Civil Code
Article 325 of the Civil Code
Article 326 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 3/1997
Supreme Court Case 12/1997
Supreme Court Case 11/1996
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1024 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φαλαγκαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κουτρούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιανουαρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2000 αναβλητική, 203/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 190/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Αυγούστου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης 190/2007 του Εφετείου Κέρκυρας.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

O λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η εφετειακή απόφαση για εσφαλμένη μη λήψη υπόψη του πραγματικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι είχε παραδοθεί σ' αυτόν η νομή του διαμερίσματος από το δικαιούχο πατέρα αυτού και του αναιρεσιβλήτου (που κληρονομήθηκε μετά το θάνατό του από αυτούς και τον τρίτο αδελφό τους, με διαθήκη) και κατείχε τούτο με διάνοια κυρίου από το έτος 1991 μέχρι την άσκηση της (αρ. 55/1999) αγωγής, έχοντας προβεί σε σημαντικές δαπάνες συντηρήσεως και βελτιώσεώς του, με τη συγκατάθεση και του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια της 8ετούς νομής του ακινήτου.

Ο ισχυρισμός αυτός, όπως προβάλλεται, δεν συγκροτεί τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., στον οποίο εμπίπτουν οι έχοντες αυτοτελή ύπαρξη και τείνοντες στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί, αλλά αποτελεί αρνητικό της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό (μη συνεχόμενο με διακωλυτική ή καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος ένσταση) και γι' αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, πλην άλλων, και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει, αντιθέτως, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης.

Επί μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν προσθέτως περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα υποχρέου, από την οποία γεννάται στον τελευταίο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς γι' αυτόν επιπτώσεις.

Οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς τη προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση δικαώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ σχετικά με την ένσταση που προέβαλε ο αναιρεσείων για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος. Για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων διατείνεται ότι τα επικαλούμενα από αυτόν για τη συγκρότηση της ενστάσεώς του περιστατικά (άτυπη παραχώρηση της νομής του ακινήτου από τον πατέρα του προς αυτόν, ανακατασκευή του εν γνώσει του αναιρεσιβλήτου, αναγνώριση από τον τελευταίο του σφάλματος της διαθήκης του πατέρα τους να καταστήσει αυτόν κληρονόμο του ίδιου ακινήτου και όχι τον αναιρεσείοντα αδελφό του, παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από τα δικαιώματά του στο ακίνητο και εξώδικη διανομή της κληρονομίας) κρίθηκαν ανεπαρκή από την προσβαλλόμενη απόφαση για να υπαχθούν στον ανωτέρω κανόνα δικαίου.

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός της κρίθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι επί μέρους ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για άτυπη παραχώρηση της νομής του ακινήτου, 8ετή νομή του, αναγνώριση από τον αναιρεσίβλητο σφάλματος της διαθήκης, και παραίτησή του από τα δικαιώματά του στο ακίνητο κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομίας του πατέρα του, ενώ τα επικαλούμενα υπόλοιπα περιστατικά, δηλαδή η μη αμφισβητούμενη από τον αναιρεσίβλητο κύριο του διαμερίσματος συνένωσή του με άλλο όμορο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος και οι προβαλλόμενες δαπάνες συνένωσης και επισκευών, ορθώς κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αρκούσαν για τη θεμελίωση της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον δεν συνέτρεχαν και άλλα περιστατικά, ενόψει των οποίων η άσκηση από τον αναιρεσίβλητο του δικαιώματος κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο να υπερέβαινε, κατά τρόπο ολοφάνερο, τα όρια που επιβάλλονταν από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως άνω λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 813 του ΑΚ, επί συμβάσεως χρησιδανείου ο χρησάμενος φέρει τις συνήθεις δαπάνες για τη συντήρηση του πράγματος. Για άλλες δαπάνες έχει αξίωση σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων και έχει δικαίωμα αφαίρεσης πριν από την απόδοση του πράγματος.

Κατά το άρθρο 736 του ΑΚ, αν ο διοικητής αλλοτρίων ανέλαβε τη διοίκηση προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, έχει δικαίωμα να ζητήσει από αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή που εφαρμόζονται αναλόγως. Κατά το άρθρο 737 του ΑΚ, αν δεν συντρέχουν οι όροι του προηγούμενου άρθρου, ο διοικητής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανόρθωση ζημιών.

Απόδοση δαπανών δικαιούται να ζητήσει μόνον κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 325 και 326 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (δικαίωμα επίσχεσης).

Το δικαίωμα επίσχεσης έχει ιδίως και ο υπόχρεος να αποδώσει ένα πράγμα για δαπάνες που έγιναν πάνω σ' αυτό ή για ζημία που έπαθε από αυτό. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι προκειμένου για χρησιδάνειο, ο χρησάμενος έχει αξίωση κατά του χρήστη για δαπάνες στο πράγμα, που δεν αφορούν τη συντήρησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, δηλαδή, αν μεν ανέλαβε τη διοίκηση προς το συμφέρον και κατά την πραγματική, άλλως εικαζόμενη βούληση του κυρίου της υπόθεσης, δικαιούται να απαιτήσει όλες τις γενόμενες δαπάνες, κατά τις περί εντολής, διατάξεις, (άρθρ. 721 ΑΚ), διαφορετικά δικαιούται να ζητήσει την απόδοση μόνο των σωζομένων δαπανών, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ), ενώ έχει για τις εν λόγω δαπάνες και δικαίωμα επίσχεσης του χρησιδανεισθέντος πράγματος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ. 7/2006 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, διότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 737 ΑΚ και απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί επισχέσεως του διεκδικούμενου από τον αναιρεσίβλητο ακινήτου για οφειλόμενες από αυτόν, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δαπάνες στο ακίνητο, στις οποίες υποβλήθηκε ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι προέβαλε επικουρικώς με τις έγγραφες προτάσεις του της πρώτης σε πρώτο βαθμό συζητήσεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου για απόδοση του χρησιδανεισθέντος από τον πατέρα αμφοτέρων προς εκείνον διαμερίσματος πολυόροφης οικοδομής, όπως και με την έφεσή του (αναφέροντας τούτο και στην αναίρεσή του), τον ισχυρισμό ότι υποβλήθηκε σε σημαντικές δαπάνες για τη βελτίωση και επισκευή του επίδικου ακινήτου, οι οποίες εσώζοντο κατά τη συζήτηση της αγωγής, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 12.062.000 δραχμών, όπως αναλυτικά αυτές αναφέρονται στα ανωτέρω δικόγραφα και προέτεινε την ένσταση της επίσχεσης του αποδοτέου ακινήτου μέχρι να του καταβληθούν από τον αναιρεσίβλητο οι οφειλόμενες δαπάνες.

Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί ένσταση, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 813, 737, 904, 908, 325, 326 του ΑΚ. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορριπτέο ως μη νόμιμο τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, μη εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 737 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της με τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του και περιοριζόμενο στην αιτιολόγηση μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 736 του ΑΚ (το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο), υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής του άρθρου 737 ΑΚ (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και είναι γι' αυτό βάσιμος ο σχετικός, ως άνω, λόγος αναιρέσεως.

Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί επισχέσεως του αποδοτέου στον αναιρεσίβλητο ακινήτου για οφειλόμενες από τον τελευταίο, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δαπάνες, σωζόμενες κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 190/2007 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας ως προς το κεφάλαιο της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί επισχέσεως του αποδοτέου στον αναιρεσίβλητο ακινήτου για οφειλόμενες από τον τελευταίο, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δαπάνες.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ