1024/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.04.2001 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και του ήδη αποβιώσαντος αρχικού δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4227/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5621/2006 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώνεται με την 659/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21.02.2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 24.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1024/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που η αδικοπραξία συνίσταται σε σύναψη συμβάσεως μισθώσεως που επιτεύχθηκε κατ' ακολουθίαν δόλιας παραπλανήσεως του μισθωτή σε σχέση με την ύπαρξη ζημιογόνων ελλείψεων του μισθίου, (αστική απάτη - άρθρ. 147, 149, 914 ΑΚ), η παράλειψη της άρσεως ή τη αθέτηση της υποσχέσεως άρσεως των ελλείψεων αυτών δεν συνιστά παράνομη παράλειψη κατά την ανωτέρω έννοια.
Full text
Απόφαση 1024 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Ε.Π.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αντώνιος Παπαδάκης, 2) Χ2, που παραστάθηκε μετά του ως άνω πληρεξουσίου, 3) Χ3, 4) Χ4, τους οποίους εκπροσώπησε ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος .
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΗΝΩΜΕΝΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στη Βουλιαγμένη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Ευφροσύνη Δημητρακοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.04.2001 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και του ήδη αποβιώσαντος αρχικού δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4227/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5621/2006 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώνεται με την 659/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21.02.2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 24.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση. Κατ' αρχήν η προκύπτουσα από την αδικοπραξία ζημία, ανεξάρτητα από τον χρόνο εμφανίσεώς της, είναι ενιαία και αντιστοίχως η αξίωση είναι μια. Έτσι σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά η αξίωση, τόσο για την επελθούσα ήδη ζημία όσο και την μέλλουσα, γεννάται εξαρχής, αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, εφόσον μπορεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προβλεφθεί.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, πράγμα που πάντοτε συντρέχει, αν δεν παρεμβληθεί νομικό κώλυμα για έγερση της σχετικής αγωγής, αρχίζει αμέσως να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής για την όλη ζημία. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (Ολ ΑΠ 24/2003).
Τα ανωτέρω προϋποθέτουν ότι η ζημία απορρέει από ενιαία και αποπερατωθείσα αδικοπραξία. Όταν όμως η εξακολούθηση της ζημίας οφείλεται όχι στην άπαξ τελεσθείσα αδικοπραξία, αλλά σε παράνομη, υπαίτια παράλειψη του δράστη να προβεί σε άρση της ζημιογόνου καταστάσεως, η αδικοπραξία δεν μπορεί, εφόσον συνεχίζεται η παράνομη παράλειψη, να θεωρηθεί αποπερατωθείσα και συνεπώς η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει αφότου ο παθών έλαβε γνώση ολόκληρης της ζημίας.
Στην περίπτωση που η αδικοπραξία συνίσταται σε σύναψη συμβάσεως μισθώσεως που επιτεύχθηκε κατ' ακολουθίαν δόλιας παραπλανήσεως του μισθωτή σε σχέση με την ύπαρξη ζημιογόνων ελλείψεων του μισθίου, (αστική απάτη - άρθρ. 147, 149, 914 ΑΚ), η παράλειψη της άρσεως ή τη αθέτηση της υποσχέσεως άρσεως των ελλείψεων αυτών δεν συνιστά παράνομη παράλειψη κατά την ανωτέρω έννοια.
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 25.4.2001 αγωγή η πρώτη αναιρεσείουσα και ο Α, του οποίου μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι οι λοιποί αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν τα ακόλουθα: Ο Α, τον Μάιο 1993, ήλθε σε επαφή με τον τρίτο των εναγομένων, κύριο εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, που ήταν διαχειρίστρια του κτιριακού συγκροτήματος "ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ STATUS", ιδιοκτησίας του Ν.Π.Δ.Δ. "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), το οποίο βρίσκεται στη .....
και αποτελείται από δύο κτίρια ήτοι το Α' και Β', προκειμένου να συζητήσουν τη δυνατότητα σύναψης συμβάσεως μισθώσεως σε χώρο του συγκροτήματος προς στέγαση επιχειρήσεως γυμναστηρίου. Ότι ο τελευταίος τους υπέδειξε ως πλέον κατάλληλο για τον ως άνω σκοπό τον υπόγειο χώρο του κτιρίου Α', επιφανείας 600 τ.μ.
περίπου, ο οποίος ήταν αδιαμόρφωτος, και με την μεσολάβηση του, τον μήνα Δεκέμβριο, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους του ως άνω ιδιοκτήτη νομικού προσώπου, μετά την θετική κατάληξη των οποίων δόθηκε από αυτούς εντολή για την έναρξη της διαδικασίας εκμίσθωσης του χώρου με δημόσια πλειοδοτική δημοπρασία.
Ότι στις 31/1/1994 διενεργήθηκε πλειοδοτικός διαγωνισμός, στον οποίο μετέσχε, υποβάλλοντας σχετική προσφορά, και ο πρώτος των εναγόντων, ο οποίος αναδείχθηκε πλειοδότης. Ότι στην σχετική διακήρυξη πέραν του χαρακτηρισμού του χώρου ως υπογείου δεν υπήρχε αναφορά για το είδος και την προβλεπόμενη από τη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας χρήση του χώρου ως βοηθητικού, υπήρχε όμως ρητή αναφορά της υποχρέωσης του πλειοδότη να δηλώσει την ακριβή χρήση του μισθίου.
Ο πρώτος των εναγόντων ρητώς δήλωσε την χρήση αυτή "ως κολυμβητηρίου και γυμναστηρίου" και το ως άνω νομικό πρόσωπο εκμισθωτής αποδέχθηκε τη δήλωση ανεπιφύλακτα, κάνοντας ρητή μνεία στο σχετικό πρακτικό της δημοπρασίας. Ότι το ίδιο περιεχόμενο είχε και το από 11/7/1994 συμφωνητικό μισθώσεως που υπεγράφη μεταξύ του Α και του ιδιοκτήτη, μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων εργασιών.
Ότι ο (αρχικώς) ενάγων ενόψει υποβολής της προσφοράς του στον διαγωνισμό ζήτησε πληροφορίες και οι εκπρόσωποι της εναγομένης διαχειρίστριας εταιρίας του παρέδωσαν αποσπασματικά από τον κανονισμό του ακινήτου που περιέχεται στην υπ' αριθ. ..... σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, μόνο τα με αριθμό 64 και 65 φύλλα αυτού, όπου αναφέρεται ότι ο υπό εκμίσθωση ως άνω υπόγειος χώρος επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για διάφορες κύριες χρήσεις, μεταξύ των οποίων και αυτή του γυμναστηρίου, και όχι και τα φύλλα 6-9 αυτού, όπου περιγράφονται οι ανεξάρτητες ιδιοκτησίες του υπογείου χώρου του ακινήτου ως αποθήκες, αποσιωπώντας έτσι από πρόθεση, άλλως από βαρειά αμέλεια, την έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας του ακινήτου, η ύπαρξη της οποίας αποτέλεσε γι' αυτόν βάση τόσο για την υποβολή της προσφοράς του για τη συμμετοχή του στην πλειοδοτική δημοπρασία, όσο και για την, επακολουθήσασα, κατάρτιση της μισθωτικής συμβάσεως.
Ότι ο τρίτος των εναγομένων, τον Δεκέμβριο του 1993, του ενεχείρισε βεβαίωση της εναγομένης διαχειρίστριας εταιρίας περί της, κατά τον κανονισμό του ακινήτου, καταλληλότητας του υπό εκμίσθωση χώρου για τη λειτουργία γυμναστηρίου, ότι ο χώρος αυτός ήταν εξαρχής λειτουργικά διαμορφωμένος έτσι ώστε έδινε την εντύπωση χώρου κύριας χρήσης, ήταν της αυτής κατασκευής με τους λοιπούς χώρους των ορόφων και ήδη διαχωρισμένος σε έξι διακεκριμένες αίθουσες με υποδοχές για προθήκες καταστημάτων, ενώ η ίδια εικόνα αποτυπωνόταν και στα σχέδια της πρώτης άδειας οικοδομής με αριθμό ....., εκδόσεως ....., που οι εναγόμενοι του χορήγησαν, παραλείποντας και πάλι από πρόθεση, άλλως από βαρειά αμέλεια, να τον ενημερώσουν ότι αυτή είχε αναθεωρηθεί και να του παραδώσουν τα αναθεωρημένα σχέδια στα οποία αποτυπωνόταν η κατάσταση του χώρου, όπως είχε διαμορφωθεί μετά από αυτήν.
Ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 1994, όταν ο ενάγων προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση από το αρμόδιο Τμήμα Φυσικής Αγωγής της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού αδείας λειτουργίας της, ήδη, λειτουργούσας από 21/7/1994, μετά την αποπεράτωση των αναγκαίων εργασιών, άνευ αδείας επιχείρησης και για την συγκέντρωση των απαραίτητων για το σκοπό αυτό δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων ήταν και η εκδοθείσα οικοδομική άδεια του ακινήτου, διαπίστωσε ότι η οικοδομική άδεια είχε αναθεωρηθεί τον Απρίλιο του έτους 1991 και ότι, όπως από αυτή προέκυπτε, σε αντίθεση με όσα οι εναγόμενοι τον είχαν διαβεβαιώσει, ο μισθωθείς υπόγειος αυτός χώρος δεν ήταν προορισμένος για κύρια χρήση αλλά για βοηθητική χρήση και γι' αυτό δεν είχε προσμετρηθεί στο συνολικό συντελεστή δόμησης του ακινήτου, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη χορήγηση αδείας λειτουργίας στην επιχείρηση του, καθόσον μια από τις τασσόμενες νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσής της είναι η λειτουργία γυμναστηρίου και κολυμβητηρίου σε χώρο κύριας χρήσης.
Ότι αμέσως διαμαρτυρήθηκε προς τους εναγομένους και εξ αυτών οι μεν εκπρόσωποι του πρώτου από αυτούς Αρχιμανδρίτες Β και Γ του υποσχέθηκαν, ο δε τρίτος των εναγομένων, ως εκπρόσωπος της δεύτερης από αυτούς, ρητώς του δήλωσε ότι το ως άνω πρόβλημα θα εκλείψει με την μεταφορά συντελεστή δόμησης από το πρώτο και ότι ήδη του είχε δοθεί σχετική εντολή απ' αυτό για την έναρξη της διαδικασίας.
Ότι στις 11/12/1994 υπογράφηκε νέο συμπληρωματικό μισθωτήριο, με το οποίο αφενός μεν υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως μισθώτρια και η υπό σύσταση (και στη συνέχεια συσταθείσα με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαίας Καζνέση) εταιρία με την επωνυμία "..... ΚΑΙ ΣΙΑ - ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Ε.Π.Ε.", δεύτερη ενάγουσα, στην οποία μετέσχε και η σύζυγος του τρίτου εναγομένου, αφετέρου συμφώνησαν τη μετάθεση του χρόνου έναρξης καταβολής του αρχικώς σμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος 721.000 δραχμών από την 15/2/1995 για την 1/12/1995 και την μίσθωση απ' αυτόν και του υπ' αριθ. 9 ισογείου καταστήματος επιφανείας 80 τ.μ., διαβεβαιώνοντας ψευδώς αυτόν ότι λόγω του χαρακτήρα του καταστήματος αυτού ως υπερκείμενου του υπογείου και ως χώρου κύριας χρήσης αντιμετωπιζόταν σε πρώτη φάση το υπάρχον πρόβλημα (αδυναμία εκδόσεως άδειας λειτουργίας) και θα καθίστατο εφικτή η έκδοση της άδειας λειτουργίας της επιχειρήσεως.
Ότι παρά τις διαβεβαιώσεις τους οι εναγόμενοι ουδέν έπραξαν προς αποκατάσταση του προβλήματος με αποτέλεσμα στις 6/5/1996 να σφραγισθεί το μίσθιο με εντολή του Γραφείου Φυσικής Αγωγής της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, ενώ την ίδια ημέρα οι ενάγοντες προέβησαν σε καταγγελία της μίσθωσης όλων των χώρων του μισθίου.
Ότι από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων υπέστησαν θετικές και αποθετικές ζημίες αναγόμενες στο έτος 1994 και εντεύθεν, συνολικού ύψους 27.225.372 δραχμών ο πρώτος από αυτούς και 1.544.825.430 δραχμών η δεύτερη και περαιτέρω ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της φήμης της εταιρίας τους. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται εις ολόκληρον οι εναγόμενοι, να καταβάλουν στους ενάγοντες, αντίστοιχα, τα ως άνω ποσά προς αποκατάσταση της ζημίας τους και περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση 500.000.000 δραχμών στον καθένα προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης τους.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες γνώριζαν την αδυναμία λειτουργίας της επιχειρήσεώς τους στο μίσθιο τουλάχιστον από το έτος 1994, σε κάθε δε περίπτωση από τις 22/4/1996, όταν τους κοινοποιήθηκε έγγραφη εντολή του Γραφείου Φυσικής Αγωγής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, η οποία απευθυνόταν στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα και ζητούσε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την παύση της λειτουργίας της επιχειρήσεως των εναγόντων, έκανε δεκτή την προβληθείσα κατά της αγωγής ένσταση παραγραφής, αφού έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (7-5-2001) παρήλθε χρόνος πέραν της πενταετίας.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, με βάση τις αποδείξεις και τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ότι οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου ήδη από το τέλος του 1994, όταν διαπίστωσαν την αδυναμία χορήγησης άδειας λειτουργίας και έκαναν προσπάθειες να λάβουν άδεια μετά τις υποσχέσεις των εναγομένων ότι θα τους βοηθήσουν.
Κατ' ακολουθίαν δε αυτών έκρινε ότι η ένδικη αξίωση είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 915 και 937 ΑΚ, αφού υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, που αποτελούν και παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν περί το τέλος του 1994 οι ενάγοντες έλαβαν γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών, η αδικοπραξία είχε αποπερατωθεί και επομένως έκτοτε άρχισε να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής, η δε μετά ταύτα παράλειψη άρσεως ή η αθέτηση της υποσχέσεως άρσεως των ελλείψεων του μισθίου, στην οποία αιτιωδώς αναφέρεται η εν γένει ζημία των εναγόντων, δεν συνιστά, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, συνεχιζόμενη αδικοπραξία, επαγόμενη μετάθεση του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής.
Κατά συνέπεια, κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής (7-5-2001) είχε παραγραφεί η συνόλη αξίωση των εναγόντων προς αποζημίωση. Τούτον δε δοθέντος δεν ασκούσε επιρροή ούτε το αν συνεχιζόταν ή όχι η λειτουργία της επιχειρήσεως μέχρι την 6/5/1996, ούτε ποιες ζημίες προξενήθηκαν πριν ή μετά την ημερομηνία αυτή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, τόσο κατά το πρώτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο έσφαλε δεχόμενο έναρξη της παραγραφής από το έτος 1994, ενώ η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων συνεχίσθηκε και μετά τον χρόνο αυτό με τις διαβεβαιώσεις τους ότι θα προβούν στην άρση της ζημιογόνου ελλείψεως του μισθίου, όσο και κατά το δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, διότι δεν αναφέρει ποιος είναι ο εναρκτήριος χρόνος της παραγραφής, αν η λειτουργία της επιχειρήσεως συνεχιζόταν μέχρι την 6/5/1996 και ποιες από τις ζημίες προξενήθηκαν πριν και ποιες μετά την ημερομηνία αυτή.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Επομένως για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να καθορίζεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίον στηρίζεται προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο εκήρυξε απαράδεκτη αντένσταση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνωρίσεως της αξιώσεως από τους υποχρέους (ΑΚ 260), πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ότι τον σχετικό περί αναγνωρίσεως ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, προέβαλαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου νομίμως και ειδικότερα με λόγο της εφέσεως ή με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκάτερωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι α) την από 15/12/1993 βεβαίωση - πιστοποίηση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, β) το από 15/12/1993 έγγραφο των αναιρεσιβλήτων, και γ) τις από 8/3/1995 και 4/9/1995 βεβαιώσεις των "Ηνωμένων Κατασκευαστικών Επιχειρήσεων". Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως χρόνο γνώσεως της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου το έτος 1994, λαμβάνοντας υπόψη του ανύπαρκτη περί αυτού ομολογία, περιεχόμενη στην αγωγή, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να οδηγηθεί στην ως άνω παραδοχή, στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως σε ομολογία.
Ο πέμπτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο παρά το νόμο απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, πρέπει να απορριφθεί ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.2.2007 αίτηση των 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "..... και Σια, Αθλητικό Κέντρο ΕΠΕ", 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4 για αναίρεση της 5621/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ