1024/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1024 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2007
Legislator headnote
AI generated1024/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1024 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2007
Full text
Απόφαση 1024 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1)Του εδρεύοντος στο Βόλο Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αλληλοασφαλιστικός Συνεταιρισμός Ιδιοκτητών Υπεραστικών Λεωφορείων Νομού Μαγνησίας", νόμιμα εκπροσωπουμένου, 2)Της εδρεύουσας στο Βόλο ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (Κ.Τ.Ε.Λ.) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", λειτουργούσα με τον διακριτικό τίτλο "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ Α.Ε.", ως καθολικής εκ μετατροπής διαδόχου του ΚΤΕΛ Υπεραστικών Γραμμών Νομού Μαγνησίας, νόμιμα εκπροσωπουμένης, 3)..., 4)....., 5α)....., 5β)..... και 5γ)....., ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Διονύσιο Μπάστα και Θεόφιλο Κώτσιο.
Των αναιρεσιβλήτων : 1)....., 2)...... και 3)......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Φράγγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1996 αγωγή του ....., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 490/1997 μη οριστική, 268/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 577/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 12 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξή της, με την οποία κρίθηκε ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η ένδικη αγωγή και για το χρονικό διάστημα από 16-5-1994 έως 9-6-1997 και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 341 ΚΠολΔ, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, αλλά, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 του νόμου αυτού, διαχρονικώς έχει εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση, αφού αυτή, κατά τα εκτιθέμενα πιο κάτω, ήταν ήδη εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού νόμου, απόδειξη διεξάγεται ύστερα από απόφαση που ορίζει το θέμα της απόδειξης, το οποίο περιέχει τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αμφισβητούνται και δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί. Σύμφωνα δε με την απαλειφθείσα με το άρθρο 17 παρ. 2 του πιο πάνω ν. 2915/2001 διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β' ΚΠολΔ, αλλά επίσης διαχρονικώς ισχύουσα στην παρούσα υπόθεση, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να διατάξει γι αυτά απόδειξη, με το να λάβει υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν, αν και δεν συνέτρεχε εξαιρετική περίπτωση, κατά την οποία επιτρέπονταν να ληφθούν υπόψη τέτοιες αποδείξεις και χωρίς προηγούμενη παρεμπίπτουσα απόφαση και έτσι στέρησε τον αντίδικο από το κατά το άρθρο 345 ΚΠολΔ δικαίωμά του για ανταπόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αρχικώς ενάγων ......, στη δικονομική θέση του οποίου, λόγω θανάτου του, υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη από 20-12-1996 αγωγή του, την οποία άσκησε κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ζήτησε, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου της, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες, από τους οποίους οι τρεις τελευταίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του τελευταίου εναγομένου, λόγω θανάτου του) να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα ποσά, α) ως αποζημίωσή του για τη ζημία που αυτός υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-1993 έως 31-12-1997 από την αδικοπραξία που αυτοί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από κοινού τέλεσαν εις βάρος του και β) ως χρηματική του ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αποδιδόμενη στους εναγομένους αδικοπραξία αυτή. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την 490/1997 μη οριστική απόφασή του, έκρινε την αγωγή ως νόμιμη μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο ζητούνταν αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 4-3-1993 έως 16-5-1994 και στη συνέχεια διέταξε αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως αυτό τότε ίσχυε και υποχρέωσε τον ενάγοντα να αποδείξει, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες α) την αποδιδόμενη στους εναγομένους αδικοπραξία και β) τη ζημία που αυτός υπέστη κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, για το οποίο η αγωγή είχε κριθεί ως νόμιμη. Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, μετά δηλαδή τη διεξαγωγή των αποδείξεων, με τη 268/2002 οριστική απόφασή του, έκρινε την αγωγή, για το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα, για το οποίο αυτή είχε κριθεί ως νόμιμη, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους κληρονόμους του ενάγοντος, καθένας εις ολόκληρον, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, το συνολικό ποσό των 25.526,34 ευρώ (ισότιμο με το ποσό των 8.698.101 δρχ.). Υστερα από έφεση που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι κατά των πιο πάνω αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με την οποία αυτό, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφασή του, έκρινε ως νόμιμη την αγωγή εξολοκλήρου, δηλαδή για όλο το χρονικό διάστημα από 1-3-1993 έως 31-12-1997, για το οποίο ο αρχικώς ενάγων ζητούσε αποζημίωση. Ακολούθως το Εφετείο, με την ίδια απόφασή του, έκρινε ότι η ζημία τού αρχικώς ενάγοντος εκτείνεται στο χρονικό διάστημα από 4-3-1993 έως 3-6-1997 (ημέρα της πρώτης συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό), την οποία και εκτίμησε στο συνολικό ποσό των 24.682.905 δρχ., ενώ προσδιόρισε και τη χρηματική ικανοποίηση, που αυτός δικαιούνταν, λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί από την εις βάρος του αδικοπραξία των εναγομένων, στο ποσό των 1.500.000 δρχ. 'Ετσι το Εφετείο, αφού, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε τις πρωτόδικες αποφάσεις, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους το συνολικό ποσό των 76.841 ευρώ, που είναι ισότιμο με το άθροισμα των δύο πιο πάνω ποσών των 24.682.905 και 1.500.000 δρχ. Όμως, για ζημία τού αρχικώς ενάγοντος και για το χρονικό διάστημα από 16-5-1994 έως 3-6-1997, για το οποίο η αγωγή, κατ' αντίθεση προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κρίθηκε ως νόμιμη από το Εφετείο, δεν είχε ταχθεί θέμα αποδείξεως. Επομένως το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη γι' αυτά. 'Αρα ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο κήρυξε εσφαλμένα τη δική του αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα. Αντίθετα δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο κήρυξε την αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου. Έτσι δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το Εφετείο, που εκδικάζει έφεση κατ' απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία (έφεση), κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης, έστω και αν το εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2003, Ολ. ΑΠ 30/95, Ολ. ΑΠ 3/91). Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας σιωπηρώς σχετικό λόγο της υπαγόμενης στην αρμοδιότητά του έφεσής τους, εσφαλμένα δέχτηκε ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, ενώ αυτή, λόγω της φύσης της (διατείνονται ότι πρόκειται για εργατική διαφορά) υπάγονταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προεχόντως απαράδεκτος, γιατί προβάλλεται δηλαδή καθ' ύλην αναρμοδιότητα όχι του Εφετείου αλλά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Η αιτιώδης αυτή συνάφεια υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και η μεν κρίση (α) περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα, οι αιτιολογίες της απόφασης πρέπει να καλύπτουν την παρανομία, την υπαιτιότητα, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. Ο αρχικώς ενάγων ήταν από το Μάρτιο 1989 συγκύριος κατά ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου ενός λεωφορείου ΔΧ, με αριθμό κυκλοφορίας ....., το οποίο ήταν ενταγμένο στη δύναμη του "Υπεραστικού ΚΤΕΛ νομού Μαγνησίας (δεύτερου εναγομένου). Παράλληλα ήταν και ο μόνιμος (τακτικός) οδηγός του λεωφορείου αυτού, αμειβόμενος από την κοινωνία των συνιδιοκτητών με τις νόμιμες αποδοχές. 'Ηταν επίσης και μέλος του πρώτου εναγόμενου "Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού", στον οποίο το λεωφορείο ήταν ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του ν. 489/1976. Ο τρίτος εναγόμενος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος του πρώτου εναγομένου κατά το κρίσιμο διάστημα. Ο τέταρτος εναγόμενος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος του δεύτερου εναγομένου κατά το ίδιο διάστημα. Ο πέμπτος εναγόμενος ήταν συγκύριος του λεωφορείου και είχε ποσοστό συγκυριότητας 50%. Μέχρι το τέλος 1992 οι σχέσεις του ενάγοντος με τους εναγομένους ήταν καλές. Οι διαταραχές άρχισαν όταν το δεύτερο εναγόμενο έπαυσε να δρομολογεί το λεωφορείο στα προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη δρομολόγια, λόγω παλαιότητάς του. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την αντίδραση του ενάγοντος διότι έθιγε τα εργασιακά συμφέροντά του. Γι' αυτό, ενεργώντας όμως πάντα στα πλαίσια της νομιμότητας, άρχισε να μη εκτελεί κάποιες εντολές τού δεύτερου εναγομένου (ΚΤΕΛ) που δεν ήταν νόμιμες, προκειμένου να δείξει τη δυσαρέσκειά του για το προαναφερόμενο μέτρο. 'Ετσι, αρνούνταν να παραλάβει επιβάτες από στάσεις που δεν ήταν του "ΚΤΕΛ νομού Μαγνησίας", αλλά του "ΚΤΕΛ νομού Λάρισας", καθώς και την επιβίβαση στο λεωφορείο υπεράριθμων επιβατών, πέραν δηλαδή του ανώτατου νόμιμου αριθμού. Η συμπεριφορά του αυτή ήταν η αιτία να περιπέσει στη δυσμένεια των διοικήσεων των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, αλλά και του πέμπτου (συνιδιοκτήτη του λεωφορείου). 'Ολοι μαζί προαποφάσισαν να τον εξαναγκάσουν με κάθε τρόπο να εγκαταλείψει την οδήγηση του λεωφορείου, καταδικάζοντάς τον σε οικονομική εξόντωση. Για την υλοποίηση του σκοπού τους συνέλαβαν το εξής σχέδιο: Λαμβάνοντας ως αφορμή ένα αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκη ο ενάγων με το λεωφορείο στα Τρίκαλα στις 28.12.1992, το διοικητικό συμβούλιο του πρώτου εναγομένου, πειθόμενο από τον πρόεδρο αυτού (τρίτο εναγόμενο), έλαβε στις 6.11.1993 απόφαση, με την οποία έκρινε ότι ο ενάγων ήταν οδηγός ακατάλληλος, γιατί δήθεν είχε προκαλέσει αλλεπάλληλα ατυχήματα, πράγμα που ήταν ψευδές, και ως εκ τούτου δεν θα συνέχιζε ο "Αλληλοασφαλιστικός Συνεταιρισμός" να ασφαλίζει το λεωφορείο, αν εξακολουθούσε να το οδηγεί ο ίδιος. 'Ηταν σαφές ότι με το μέτρο αυτό επιδιώκονταν και μεθοδεύονταν η απομάκρυνση του ενάγοντος από την οδήγηση του λεωφορείου, με το πρόσχημα της αδυναμίας εκμεταλλεύσεώς του, αν δεν το οδηγούσε άλλος κατάλληλος οδηγός. Ο ενάγων προσέφυγε στη γενική συνέλευση του πρώτου εναγομένου, τα μέλη της οποίας, υπακούοντας στις πιέσεις των διοικούντων τα δύο νομικά πρόσωπα, απέρριψαν την προσφυγή του και επικύρωσαν την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου με την 41/25.1.1993 απόφασή του. Στη συνέχεια ο ενάγων προσέφυγε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, το οποίο με την 154/1995 απόφασή του ακύρωσε την απόφαση της γενικής συνελεύσεως, γιατί αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε διαπράξει αλλεπάλληλα ατυχήματα και άρα δεν ήταν ακατάλληλος ως οδηγός, ενώ συγχρόνως παραβιάστηκε και η αρχή της ισότητας, διότι σε παρόμοιες περιπτώσεις ο εναγόμενος Συνεταιρισμός δεν είχε λάβει ανάλογα μέτρα. Η ανωτέρω απόφαση επικυρώθηκε με την 486/1996 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, μετά από έφεση του "Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού". 'Ηδη όμως, μετά τη λήψη της ανωτέρω απόφασης της γενικής συνέλευσης, το διοικητικό συμβούλιο του δεύτερου εναγομένου (ΚΤΕΛ), έχοντας ως προσχηματική δικαιολογία την απόφαση αυτή, αποφάσισε με την υπόδειξη και προτροπή του προέδρου αυτού (τέταρτου εναγομένου) να πάψει να δρομολογεί πλέον το λεωφορείο με οδηγό τον ενάγοντα. Έτσι, ο τελευταίος από τις 4.3.1993 δεν ήταν σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες τού τακτικού οδηγού και παρέμεινε άνεργος, διότι ο τρίτος εναγόμενος, εκτελώντας στα πλαίσια των καθηκόντων του την απόφαση της γενικής συνελεύσεως του πρώτου, αρνούνταν να ασφαλίσει το λεωφορείο κατά τις διατάξεις του ν. 489/1976, το οποίο έτσι έθεσε σε ακινησία, ο δε τέταρτος εναγόμενος, ενεργώντας και αυτός στα πλαίσια των καθηκόντων του ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του δεύτερου εναγομένου, με την προτροπή και ηθική στήριξη του πέμπτου εναγομένου, σταμάτησε πλέον να δρομολογεί το λεωφορείο με οδηγό τον ενάγοντα. 'Ετσι ο ενάγων από τις 4.3.1993 έμεινε χωρίς εργασία. Όταν εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, πιστεύοντας ότι μετά τη δικαίωσή του οι εναγόμενοι θα υπαναχωρούσαν και θα έληγε ο "αποκλεισμός" του, υπέβαλε αίτηση για άρση της σε βάρος του απαγόρευσης και για επάνοδο στην εργασία. Το διοικητικό όμως συμβούλιο του πρώτου εναγομένου απέρριψε το αίτημά του με το 503/1996 έγγραφό του, με την αιτιολογία ότι η γενική συνέλευση είχε λάβει στις 16.5.1994 την 49 απόφασή της, με την οποία "αποφάσισε όπως ισχύσει η ήδη υπάρχουσα απόφαση της Γ.Σ. της 25/1/1993". Ουσιαστικά δηλαδή του δήλωσαν ότι, παρά τη δικαστική ακύρωσή της, εμμένουν στην αρχική τους απόφαση. Η εμμονή τους αυτή τονίζει εμφαντικότερα τον (κοινό) δόλο τους να αποκλείσουν με κάθε μέσο και τρόπο τον ενάγοντα από το νόμιμο δικαίωμά του να προσφέρει τις υπηρεσίες τού τακτικού οδηγού στο λεωφορείο. Η προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια κοινή ενέργεια των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, από τους οποίους οι τρίτος και τέταρτος ενεργούσαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων αντίστοιχα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει ο ενάγων χωρίς εργασία από τις 4.3.1993 μέχρι τις 3.6.1997 (ημέρα της πρώτης συζητήσεως της αγωγής στον πρώτο βαθμό) οπότε και απεβίωσε. Αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα προαναφερόμενα, ο ενάγων θα εξακολουθούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες τού τακτικού οδηγού και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των 50 μηνών, για βασικό μισθό και επιδόματα εορτών, άδειας και στολής (στην απόφαση αναφέρονται αναλυτικά οι μηνιαίοι μισθοί και τα επιδόματα αυτά) το συνολικό ποσό των 22.282.905 δρχ., στο οποίο και ανήλθαν τα διαφυγόντα κέρδη του. Επίσης ο ενάγων, συνεχίζει το Εφετείο, υπέστη και την ακόλουθη θετική ζημία, την οποία διαφορετικά δεν θα είχε υποστεί: Ο πέμπτος εναγόμενος, αφού με τη βοήθεια των λοιπών κατάφερε να αποκλείσει τον ενάγοντα από την οδήγηση του λεωφορείου, έχοντας και την πλειοψηφία των μερίδων του κοινού λεωφορείου, προσέλαβε τρίτον οδηγό στη θέση του (τον ......). Η αυθαίρετη αυτή αναπλήρωση είχε ως συνέπεια να επιβαρυνθεί η κοινωνία των συνιδιοκτητών και επομένως ο ενάγων κατά ποσοστό 40% με τις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης του νέου οδηγού στο ΙΚΑ, ύψους 120.000 δρχ. μηνιαίως, τις οποίες διαφορετικά θα απέφευγε, αφού ο ενάγων ήταν ο ίδιος αυτασφαλισμένος στο Ταμείο Συντάξεως Αυτοκινητιστών. Από την αιτία αυτή επιβαρύνθηκε ο ενάγων, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, με το ποσό των 2.400.000 δρχ. 'Ετσι, δέχτηκε το Εφετείο, η συνολική ζημία του ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των 24.682.905 δρχ., για την αποκατάσταση της οποίας υποχρεούνται οι εναγόμενοι. Τέλος το Εφετείο έκρινε ότι η χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται ο ενάγων, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των εναγομένων, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 1.500.000. Υποχρέωσε δε με την απόφασή του τους εναγομένους να καταβάλουν στους αναιρεσιβλήτους, ως νόμιμους κληρονόμους του ενάγοντος και καθέναν εις ολόκληρον, το ποσό των 76.841 ευρώ (ισότιμο με το άθροισμα των δύο προαναφερόμενων ποσών). Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι εκτίθεται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια το αποδεικτικό πόρισμα επί της παρανομίας και της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, της ζημίας του ενάγοντος και της αιτιώδους συνάφειας και όλα τα αντίθετα εκφερόμενα στον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, περί ανεπάρκειας της αιτιολογίας, είναι αβάσιμα. IV. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 71 του ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή και για τους συνεταιρισμούς, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως από αυτήν του νομικού προσώπου. Τέλος, κατά το άρθρο 101 του ΑΚ, "Απόφαση της συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στο καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης. Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων". ('Ομοια είναι η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 1667/1986 για τους αστικούς συνεταιρισμούς, με μόνη διαφοροποίηση ως προς την προθεσμία προσβολής της απόφασης, η οποία είναι ενός μηνός από τη λήψη της). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο πρώτος αναιρεσείων Αλληλοασφαλιστικός Συνεταιρισμός προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί και δική του ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, παραβίασε τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71 και 101 ΑΚ, αφού η από 16-5-1996 απόφαση της γενικής συνέλευσής του, με την οποία ο ενάγων κρίθηκε ως ακατάλληλος οδηγός, λόγω του ότι δεν προσβλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τότε που αυτή λήφθηκε, κατέστη ισχυρά και έναντι του ενάγοντος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αλυσιτελής και έτσι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, την ευθύνη του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού στήριξε στη 41/25-1-1993 απόφαση της γενικής συνέλευσής του, η οποία τελεσιδίκως είχε κηρυχθεί άκυρη με την 154/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, καθώς και στην αναφερόμενη αδικοπραξία του καταστατικού του οργάνου τρίτου εναγομένου, ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του. V. O από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο (Ολ. ΑΠ 1/99). Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι αυτοί, παρά την ακύρωση της 41/25-1-1993 απόφασης της γενικής συνέλευσης του πρώτου από αυτούς, εμμένουν στην εν λόγω αρχική απόφαση, παραμόρφωσε τη δεύτερη υπό αριθμό 43/16-5-1996 απόφαση της γενικής συνέλευσης του πρώτου από αυτούς, το περιεχόμενο της οποίας ήταν "να ισχύει η ήδη υπάρχουσα απόφαση της Γ.Σ. της 25-1-1993" και η οποία έτσι (δεύτερη απόφαση) είναι νέα και αυτοτελής σε σχέση με την προηγούμενη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο της πιο πάνω δεύτερης απόφασης, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. VI. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά τη διάταξή της, με την οποία κρίθηκε ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η ένδικη αγωγή και για το χρονικό διάστημα από 16.5.1994 έως 3.6.1997, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 577/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 30.9.2005 αίτηση, για αναίρεση της ίδιας απόφασης.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ