1024/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 801/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 774/2003 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/12/2003 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1024/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσίβλητη με το κύριο σώμα των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν μηχανικός εκτιμητής με έδρα την ... και με τις ενέργειές του, πέραν του γεγονότος ότι ζημίωσε και υλικά την Τράπεζα, έβλαψε κατά κύριο λόγο το κύρος και την αξιοπιστία της στην κοινωνία και τον κόσμο των συναλλαγών της Δυτ.
Full text
Απόφαση 1024 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1024/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 801/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 774/2003 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/12/2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς ανέγνωσε την από 21/3/2005 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ευάγγελου Σταυρουλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349 παρ. 1, 350 και 656 Α.Κ. προκύπτει στην αγωγή μισθωτού απασχολουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εργοδότης να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, ως μη αποδεχόμενος την εργασία του ενάγοντος, δεν απαιτείται να αναφέρεται σ΄ αυτήν ότι ο εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση του εναγομένου εργοδότη, ο οποίος προς απαλλαγή του οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη γενόμενη καταγγελία και τον κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 672 Α.Κ. σπουδαίο λόγο που την δικαιολογεί. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρ. 269 παρ. 2 και 527 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι τα συνιστώντα την ιστορική βάση της ενστάσεως πραγματικά περιστατικά προτείνονται κατά τη πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτός αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτής προβολής τους σε μεταγενέστερη συζήτηση ή στην κατ΄ έφεση δίκη, οπότε πρέπει να γίνεται συνάμα επίκληση του λόγου που επιτρέπει την κατ΄ εξαίρεση μεταγενέστερη προβολή.
Εν προκειμένω από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του εξέθεσε ότι απασχολείτο ως υπάλληλος στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ζήτησε δε να του καταβληθούν, πλην άλλων, μισθοί υπερημερίας του διαστήματος που η αναιρεσίβλητη δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καθόσον, όπως καθ΄ υποφοράν εκθέτει, καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος.
Η αναιρεσίβλητη με το κύριο σώμα των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν μηχανικός εκτιμητής με έδρα την ... και με τις ενέργειές του, πέραν του γεγονότος ότι ζημίωσε και υλικά την Τράπεζα, έβλαψε κατά κύριο λόγο το κύρος και την αξιοπιστία της στην κοινωνία και τον κόσμο των συναλλαγών της Δυτ.
Ελλάδος, με πράξεις και παραλείψεις ανεπίτρεπτες για ένα έμπειρο υπάλληλο στον οποίο είχε ανατεθεί ένα τόσο ευαίσθητο και κρίσιμο έργο όπως του εκτιμητή, και ότι με τη συμπεριφορά του διέψευσε με τον πιο έντονο τρόπο την εμπιστοσύνη που είχε δείξει η Τράπεζα στο πρόσωπό του. Πέρα από τις γενικόλογες παραπάνω εκτιμήσεις, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου η αναιρεσίβλητη προέβαλε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεών της που υποβλήθηκαν τρεις ήμερες μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Τα ίδια αυτά πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την ένσταση της αναιρεσίβλητης περιλήφθηκαν και στην έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που δέχθηκε την αγωγή. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τους πραγματικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης σχετικά με συγκεκριμένα παραπτώματα του αναιρεσείοντος στις γενόμενες από αυτόν εκτιμήσεις πάνω από την πραγματική αξία τους των αναφερομένων ακινήτων υποψηφίων δανειοληπτών της τράπεζας και δέχθηκε ότι η συμπεριφορά αυτή χαρακτηρίζεται ως βαρύτατη και υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος που συνιστά σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα τη γενόμενη από την Τράπεζα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου.
΄Ετσι όμως το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα μη νομίμως υποβληθέντα, αφού δεν προβλήθηκε ούτε έγινε δεκτό ότι συνέτρεχε κάποιος νόμιμος λόγος της μεταγενέστερης προβολής των πραγματικών αυτών περιστατικών στην κατ΄ έφεση δίκη, δοθέντος ότι και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν είχαν προταθεί εμπροθέσμως.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος στην ουσία του ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 774/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ