Supreme Court dismisses appeal claiming failure to consider sworn certificates as evidence in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider various sworn certificates and documents submitted during the proceedings. The court rejected this claim, ruling that all legally submitted evidence, including the sworn certificates, had been duly examined and weighed in the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The failure to specifically mention sworn certificates in the judgment does not constitute grounds for appeal if such evidence was actually considered in the substantive assessment of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1023 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1023/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καζάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: αστικού πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "...." πρώην "....ΠΕ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις Σέρρες και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ΕΡΓ-41/12-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν η 179/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2156/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2020 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 581/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2022 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 01.9.2020, και αριθ.εκθ. κατάθ. 2374/270/14-9-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 2156/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του εναγομένου συνεταιρισμού, και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ'αριθ. 179/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και της επιδίκασε τα ποσά που αναφέρονται σε αυτήν. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δίκασε την αγωγή απέρριψε αυτήν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 13.7.2020 και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 14.9.2020 δηλαδή εντός τριάντα ημερών, αφού ο χρόνος από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται στην προθεσμία της αναιρέσεως [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 147 παρ.2, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], θα ερευνηθεί δε περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των διαλαμβανομένων σ'αυτήν λόγω [άρθρ. 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ, μετά την επανάληψη της συζητήσεως που διατάχθηκε με την υπ'αριθ.581/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Από τις διατάξεις του άρθρου 669 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι συνάγεται από το σκοπό και το είδος της. Εξάλλου κατά το άρθρο 672 εδ.
α Α. Κ. καθένας από τα διάδικα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθ.672 εδ. α' ΑΚ "σπουδαίο λόγο" καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από τη προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα την συνέχιση της σύμβασης μέχρι την (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλ.
αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποιού από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν.
Τέτοιος λόγος, ειδικότερα, συντρέχει για τον εργοδότη σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού, (άρθ.673 ΑΚ), καθώς και όταν λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία με βάση τα ως άνω ουσιαστικά κριτήρια η συνέχιση της εργασιακής σχέσης παρίσταται ως μη ανεκτή απ' αυτόν (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 1164/2019, 540/2018, 504/2017], Δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση σπουδαίου λόγου η πρόκληση ζημίας στον εργοδότη ή ο κίνδυνος πρόκλησης ζημίας αυτού στο μέλλον από αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου, εάν διατηρηθεί στη θέση του [ΑΠ 1164/2019, 824/2005].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 28/1998, 32/1996, ΑΠ 1352/2017). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1624/2017, 623/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι με την από 29.11.1994 ιδρυτική συνέλευση των μελών του εναγομένου, συστήθηκε αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1667/1986, ο οποίος καταχωρήθηκε στο βιβλίο Μητρώου Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου Σερρών και στη συνέχεια κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και τη λήψη σχετικής άδειας, με την υπ'αριθ. 166/23.12.2003 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, τροποποιήθηκε το Καταστατικό και τέθηκε σε λειτουργία η Τράπεζά του ως Πιστωτικό Ίδρυμα με τη μορφή Πιστωτικού Συνεταιρισμού, την επωνυμία "....Π.Ε." και τις δραστηριότητες που προβλέπονται στον Ν. 1667/1986, στις οποίες εντάχθηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, που ο νόμος επιτρέπει να διεξάγονται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς, όπως μεταξύ άλλων η χορήγηση δανείων στα μέλη του, η παροχή για τα μέλη του εγγυήσεων και ασφαλειών προς άλλα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και προς το Ελληνικό Δημόσιο, για την κάλυψη κάθε είδους και μορφής διευκολύνσεών τους.
Μετά δεν την εξασφάλιση των προϋποθέσεων που προβλέπονταν στον ν. 2076/1992 και τη με αριθ. 2258/2.11.1993 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, στις δραστηριότητες του συνεταιρισμού εντάχθηκαν και όλες οι τραπεζικές εργασίες που επιτρέπεται να διεξάγονται από τους πιστωτικούς συνεταιρισμούς, όπως η αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και η διαχείρισή τους, η χορήγηση πιστώσεων, η διενέργεια πληρωμών και η μεταφορά κεφαλαίων η έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμής [πιστωτικών καρτών, ταξιδιωτικών επιταγών κλπ], Η λειτουργία του διέπονταν από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του και τον Κανονισμό Πιστοδοτικής Πολιτικής και Διαχείρισης Πιστοδοτήσεων σε Εμπλοκή ή σε ασυνήθη Καθυστέρηση, που τέθηκαν σε ισχύ από τη έναρξη λειτουργία της Τράπεζας και ίσχυσε μέχρι την 12.11.2012yrrou το Διοικητικό Συμβούλιο με την με αριθ. 14/2012 απόφασή του, καθ'υπόδειξη της Τράπεζας της Ελλάδος, επικύρωσε τον επικαιροποιημένο και αναμορφωμένο Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας και τα εγχειρίδια που τον συνόδευαν, μεταξύ των οποίων και ο Κανονισμός Πιστοδοτικής Πολιτικής.
Δέχεται ακόμη η προσβαλλομένη ότι η Συνεταιριστική Τράπεζα διοικείτο από 9μελές Διοικητικό Συμβούλιο, που απαρτιζόταν από μέλη του Συν/σμού μέχρι τις αρχές του 2014, που με το ν. 4261/2014 προβλέφθηκε ότι τα εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν ήταν απαραίτητο να είναι μέλη του Συνεταιρισμού. Ακόμη, δέχθηκε ότι η ενάγουσα πτυχιούχος του χημικού τμήματος του Αριστοτοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπάλληλος της ...
στην πόλη των Σερρών από το έτος 1989, διευθύντρια καταστήματος της ως άνω τράπεζας από τον ..., οπότε και παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία στην εναγομένη, προσλήφθηκε από την τελευταία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από 1.4.2007 έως 31.3.2021 ως ανώτερη τραπεζική υπάλληλος με γενικότερες αρμοδιότητες επίβλεψης, οργάνωσης, προώθησης και εποπτείας της λειτουργία του τομέα που θα της ανατίθετο.
Ότι, κατ'ενδεικτική αναφορά, της ανατέθηκαν η λήψη μέτρων για την υλοποίηση της αναπτυξιακής πολιτικής της Τράπεζας σύμφωνα με τις οδηγίες του διοικητικού συμβουλίου, ο έλεγχος των τμημάτων της Τράπεζας, που βρίσκονταν στην δικαιοδοσία του, η εποπτεία των χορηγήσεων και των καθυστερήσεων, η επικοινωνία με ελεγκτικές αρχές [Τράπεζα της Ελλάδος] και άλλα πιστωτικά ιδρύματα και με πελάτες, η υποβολή προτάσεων για την πορεία της Τράπεζας, η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, η εσωτερική εκπαίδευση και μετάδοση εμπειριών, η αξιολόγηση του προσωπικού, καθώς και όποιες άλλες αρμοδιότητες της ανέθετε το Δ.
Σ της Τράπεζας. Ότι αρχές του 2012 ο μηνιαίος μισθός της ανέρχονταν σε 5.390,25 ευρώ, από 1.1.2012 έως 31.12.2013 μειώθηκε στο ποσό των 4390 ευρώ και από 1.1.2014 οι αποδοχές της επανήλθαν στο ποσό των 5.390,25 ευρώ. Ότι από την πρόσληψή της ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντή του καταστήματος της Τράπεζας στην πόλη των Σερρών, και ήταν, πλην των άλλων καθηκόντων της, ο αποκλειστικός υπεύθυνος της πορείας των αποτελεσμάτων του καταστήματος και στις αρμοδιότητές της περιλαμβάνονταν η διοικητική επίβλεψη του προσωπικού, η ενημέρωσή του με τις Εγκυκλίους, της Τράπεζας, του Κανονισμούς και το Εγχειρίδιο Διαδικασιών, η εκπαίδευσή του, η λήψη μέτρων για την εξυπηρέτηση της πελατείας, η ασφαλής διεξαγωγή των συναλλαγών, η διάθεση των προϊόντων της τράπεζας, η έγκριση της χορήγησης δανείων ή πιστωτικών ορίων κ.ο.κ.
Ότι από την 1.1.2011 ασκούσε άτυπα τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή της Τράπεζας, ενώ από 1.3.2012 με απόφαση του Δ.Σ. τοποθετήθηκε επισήμως στη θέση του Γενικού Διευθυντή, θέση που κατείχε μέχρι την 12.6.2014, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης. Ο Γενικός Διευθυντής ήταν κατά το άρθρο 12 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας η κορυφαία διοικητική μονάδα της Τράπεζας, αμέσως μετά το διοικητικό συμβούλιο, στο οποίο και λογοδοτούσε, στις αρμοδιότητες δε και ευθύνες του περιλαμβάνονταν η διαμόρφωση των βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων υπηρεσιακών στόχων, η υποβολή τους για έγκριση στο Δ.Σ., ο επιμερισμός των επιχειρησιακών στόχων της Τράπεζας με τη λήψη υπόψη των εισηγήσεων των Διευθυντών και των Υπευθύνων Τμημάτων της Διοίκησης, μέσα στο πλαίσιο των ευρύτερων μακροπρόθεσμων στρατηγικών κατευθύνσεων της Τράπεζας και η υποβολή τους μαζί με τον ετήσιο προϋπολογισμό, για έγκριση στο Δ.Σ.
η διευκρίνιση και ο επιμερισμός των επιχειρησιακών στόχων στους Τομείς δραστηριότητας της Τράπεζας, σε συνεργασία με τους Διευθυντές και τους Υπευθύνους των Τμημάτων Διοίκησης, η παροχή κατευθύνσεων, ο συντονισμός και ο έλεγχος της εξέλιξης των εργασιών των Τομέων της Τράπεζας, η συστηματική καλλιέργεια σχέσεων και επαφών με συντελεστές της χρηματοπιστωτικής αγοράς, η ανάληψη της ευθύνης για την επίτευξη θετικού οικονομικού αποτελέσματος από τις εργασίες της Τράπεζας, η διασφάλιση της σύννομης λειτουργίας της Τράπεζας, η τήρηση των κανόνων της, η επεξεργασία μέτρων, τρόπων και παρεμβάσεων για την ανάπτυξη των εργασιών, τη προσέλευση σημαντικών πελατών, την αύξηση της συνολικής απόδοσης και παραγωγικότητας της Τράπεζας και για τη μείωση των πάσης φύσεως κινδύνων που συνδέονται με τη λειτουργία της, την παρακολούθηση και αξιολόγηση του πραγματοποιούμενου έργου των Τομέων και της απόδοσης των επικεφαλής αυτών, με βάση τους προβλεπόμενους στόχους του Επιχειρησιακού Σχεδίου και η διατήρηση και εποπτεία του προσωπικού της Τράπεζας .
Σύμφωνα με τον από 4.2.1998 Κανονισμό πιστοδοτικής πολιτικής Πρωταρχικός σκοπός της Συνεταιριστικής Τράπεζας είναι η ικανοποίηση με ευελιξία και ευρύτητα των δανειοληπτικών αναγκών των συνεταίρων - μελών αυτής, πάντοτε όμως τηρώντας τα ισχύοντα ιδιωτικοοικονομικά τραπεζικά κριτήρια και λαμβάνοντας τις απαιτούμενες ασφάλειες προς εξασφάλιση της ομαλής επιστροφής των χρημάτων σ'αυτή, οι πιστωτικοί κίνδυνοι να βρίσκονται μέσα σε αποδεκτά πλαίσια με κύριο στόχο της ελαχιστοποίηση των επισφαλειών για την προστασία των συμφερόντων των μελών.
Γι' αυτό οι εμπλεκόμενοι στην εισήγηση, έγκριση, διαχείριση και παρακολούθηση των πιστοδοτικών εργασιών της Συνεταιριστικής Τράπεζας όφειλαν να ακολουθούν τη σωστή διαδικασία σε κάθε περίπτωση τόσο κατά το στάδιο της εισηγήσεως και εγκρίσεως της πιστοδοτήσεως όσο και σ'ολόκληρη τη διάρκεια της συνεργασίας στον τομέα αυτό.
Βασική αρχή κάθε πιστοδοτήσεως είναι η γνώση του πελάτη σε ό,τι αφορά τον χαρακτήρα, τη συναλλακτική πρακτική, την ακεραιότητά του ως δανειολήπτη, καθώς και ως προς τη βιωσιμότητα, την οικονομική κατάσταση και το αντικείμενο δραστηριότητας της επιχειρήσεως ή του επαγγέλματος που ασκεί, τη διοίκηση την οργάνωση και τις προοπτικές εργασίας του και τις προσφερόμενες ασφάλειες.
Στον Κανονισμό αναφέρονται ακόμη τα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση για την χορήγηση δανείων, οι διαδικασίες και η τεχνική άσκησης της πιστοδοτικής λειτουργίας, όπως, μεταξύ άλλων, η σύνταξη Εισηγητικού Σημειώματος, με το οποίο στοιχειοθετείται η πρόταση του καταστήματος για τα οικονομικά και πραγματικά στοιχεία του πιστούχου, τις συναλλακτικές του σχέσεις, την εκτίμηση εάν η προτεινόμενη πιστοδότηση ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις και τα κριτήρια, που τίθενται από την Επιτροπή Χορήγησης Δανείων, τη φερεγγυότητα, τη ρευστότητα και την κυκλοφοριακή ταχύτητα του δανειολήπτη και τη σχέση των ξένων κεφαλαίων με τα ίδια κεφάλαια και με τον κύκλο των εργασιών του, οι προσωπικές και εμπράγματες εξασφαλίσεις των δανείων.
Με το άρθρο 15 του παλαιού Κανονισμού ορίσθηκαν τα εγκριτικά κλιμάκια των Πιστοδοτήσεων, τα όρια δικαιοδοσίας, η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας τους. Σύμφωνα με τους ορισμούς το Α Έγκριτικό Κλιμάκιο απαρτίζεται από το Διευθυντή του Καταστήματος μαζί με τον Προϊστάμενο Χορηγήσεων, το Β Έγκριτικό Κλιμάκιο αποτελείται από δύο μέλη του Δ.Σ.
και το Διευθυντή του Καταστήματος, το δε Γ Εγκριτικό Κλιμάκιο αποτελείται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, το οποίο εγκρίνει τη χορήγηση των δανείων μετά από εισήγηση του Διευθυντή με τη σύμφωνη γνώμη των άλλων μελών του Β'Κλιμακίου, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη μορφή, τη διάρκεια και το ύψος του δανείου.
Η ενάγουσα ήταν μέλος των Α', Β' και Γ' εγκριτικών κλιμακίων Πιστοδοτήσεων, αποφασίζοντας με τα άλλα μέλη για την χορήγηση των δανείων και εν γένει πιστοδοτήσεων προς τα μέλη της Τράπεζας, ενώ η συμβολή της υπήρξε καθοριστική τόσο σε επίπεδο χορήγησης όσο και έγκρισης των πιστοδοτήσεων. Υπό την ιδιότητά της αυτή ήταν υπεύθυνη για τη συγκέντρωση των δικαιολογητικών, για τον έλεγχο της πλήρωσης των προϋποθέσεων που προέβλεπε ο Κανονισμός για την εκάστοτε χορήγηση και κυρίως την διατύπωση τεκμηριωμένης πρότασης επί της αιτούμενης πιστοδότησης προς το εκάστοτε αρμόδιο εγκριτικό όργανο, εποπτεύοντας την όλη διαδικασία.
Περαιτέρω δέχεται η προσβαλλομένη ότι η εναγομένη τον Μάρτιο του 2014 εξέλεξε νέο διοικητικό συμβούλιο και το τελευταίο στις 2.6.2014 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας χωρίς αναφορά σπουδαίου λόγου στο έγγραφο της καταγγελίας. Ακόμη ότι, [σελ. 17] "στις 27.10.2011 διενεργήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος κατόπιν εντολής του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος, έλεγχος στην εναγομένη Τράπεζα, με αντικείμενο την εξέταση της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης και της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου και συντάχθηκε σχετικά το από 24.11.2011 πόρισμα του ελέγχου.
Σύμφωνα με αυτό, εξακολουθεί να υφίσταται σημαντική ανεπάρκεια των εποπτικών προβλέψεων [ΠΔΤΕ 2442/99], η οποία κατά το εννεάμηνο του 2011 ανέρχονταν σε 7.615 χιλ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 33% έναντι της 31ης-12-2010, ως απόρροια της ραγδαίας επιδείνωσης του δανειακού χαρτοφυλακίου. Τα ανωτέρω διαμόρφωσαν τον δείκτη Καθαρές Καθυστερήσεις προς Εποπτικά Ιδια Κεφάλαια στις 30.9.2011 σε 134,5% εγείροντας σοβαρές ανησυχίες για την κεφαλαιακή επάρκεια της Τράπεζας.
Διαπιστώθηκε επιδείνωση του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου της Τράπεζας, παρά τις συστάσεις του προηγουμένου ελέγχου για τη μείωση των σχετικών πιστοδοτικών ορίων με σκοπό τη μεγαλύτερη διασπορά του πιστωτικού κινδύνου, ενώ δεν διαπιστώθηκε βελτίωση στο σύστημα διαχείρισης πιστοδοτήσεων και ιδιαίτερα στις διαδικασίες παρακολούθησης και είσπραξης των δανείων που βρίσκονταν σε καθυστέρηση, καθώς και άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος για τον περιορισμό της εκτιμηθείσας πιθανής ζημίας.
Διαπιστώθηκε ακόμη ότι οι απαιτήσεις σε οριστική καθυστέρηση και οι επισφαλείς αποτελούσαν το 17,4 % του δανειακού της χαρτοφυλακίου, με το 37,8% του υπολοίπου των εν λόγω απαιτήσεων να είναι πλήρως ακάλυπτο από εμπράγματες εξασφαλίσεις και για το 20,3% επί του ιδίου υπολοίπου να μην έχουν ακόμη εκδοθεί διαταγές πληρωμής .
Από το γενόμενο έλεγχο σε ποσοστό 41,5% του συνόλου των χορηγήσεων και την επισκόπηση των στοιχείων τους εκτιμήθηκε ότι, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, ο αναλαμβανόμενος πιστωτικός κίνδυνος κινείται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, λόγω της σημαντικής έλλειψης εξασφαλίσεων και δη εμπραγμάτων, καθώς μόλις το 58,9% των χορηγήσεων της 30ης-9- 2011 ήταν καλυμμένο, ενώ το 22,9% ήταν πλήρως ακάλυπτο, ποσοστό δε 12,4% επί του τελευταίου βρισκόταν ήδη σε καθυστέρηση άνω των 3 μηνών [πλην οριστικής] και 11,1% σε οριστική καθυστέρηση, ενώ υπήρχαν δάνεια προς μέλη του Δ.
Σ. της Τράπεζας, συνολικού υπολοίπου ύψους 1.604 χιλ. ευρώ [3% των χορηγήσεων], με παντελή σχεδόν έλλειψη εξασφαλίσεων [μόλις το 0,7% ήταν καλυμμένο με επιταγές]. Από τους διενεργούντες τον έλεγχο διατυπώθηκε επί πλέον ο σχολιασμός ότι η Διοίκηση της Τράπεζας έχει ιδιαίτερα χαμηλή αντίληψη του πιστωτικού κινδύνου και επισημάνθηκε ότι ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας, με βάση τα εποπτικά στοιχεία της 30ης-9-2011, ήταν 15,7%.
Λαμβάνοντας δε υπόψη την ανεπάρκεια των προβλέψεων ποσού 7.615 χιλ. ευρώ, ο δείκτης αυτός διαμορφωνόταν σε 7,3% και επιδεινώθηκε περαιτέρω σε 5,4 % λόγω της υποεκτίμησης των προβλέψεων ποσού 1.504 χιλ. ευρώ. Στις 17.1.2012 η εναγομένη υποβλήθηκε σε τακτικό έλεγχο σύμφωνα με τα πεπραγμένα μέχρι της 31.12.2011, από τη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης της ..., στην οποία είχε ανατεθεί ο εσωτερικός έλεγχος, δυνάμει σχετικής σύμβασης.
Ο έλεγχος ολοκληρώθηκε στις 10.2.2012 και κατέδειξε σοβαρές αδυναμίες αντίστοιχες του προηγηθέντος ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος. Επισημαίνονται εν προκειμένω η μεγάλη αύξηση των χρηματοδοτήσεων σε προσωρινή και οριστική καθυστέρηση και η ανεπαρκής στελέχωση του αρμοδίου τμήματος της Τράπεζας για τη διαχείριση αυτών.....
Κυρίως διαπιστώθηκαν παραβάσεις των κανόνων πιστοδοτικής πολιτικής και διαδικασίας σε επί μέρους περιπτώσεις χορηγήσεων, όπως ενδεικτικά η παραβίαση της καθ'ύλην αρμοδιότητος των εγκριτικών κλιμακίων, οι ελλιπείς καλύψεις και εξασφαλίσεις των χορηγήσεων, οι υπερβάσεις ορίων ανοικτών κεφαλαίων κίνησης, καθυστερήσεις στις έρευνες ακίνητης περιουσίας των δανειοληπτών, αναχρηματοδοτήσεις χωρίς την κατάρτιση σχετικών συμβάσεων ρύθμισης και πριν από την εγγραφή των διασφαλιστικών εμπραγμάτων βαρών, ελλείψεις σε δικαιολογητικά δανειοληπτών, όπως σε ασφαλιστικές ενημερότητες, εκκαθαριστικά σημειώματα, δηλώσεις Ε9 ακίνητης περιουσίας, έλεγχοι στο σύστημα Τειρεσία μεταγενέστεροι της εκταμίευσης των δανείων ή ανεπαρκείς, τοκοχρεωλυτικά δάνεια που υπερέβαιναν κατά πολύ το επιτρεπόμενο ...ποσοστό σχέσης δόσεων προς το διαθέσιμο εισόδημα του δανειολήπτη [40%], ολιγωρία στην αναζήτηση πρόσθετων εξασφαλίσεων σε περιπτώσεις ανεξόφλητων υπολοίπων, χρηματοδοτήσεις εκτός αποδεκτών πιστωτικών ορίων, ελλείψεις στις συμβάσεις δανείων, νέες χρηματοδοτήσεις πελατών με οφειλές σε οριστική καθυστέρηση, χορηγήσεις σε πιστούχους με ανεπαρκή εισοδήματα και δυσμενή στοιχεία στον Τειρεσία.
Επί πλέον η Τράπεζα υπολόγιζε προϋπολογισθέντες τόκους για οφειλές σε καθυστέρηση πέραν των 90 ημερών, κατά παράβαση του άρθρου 88 του ν.3601/2007, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται αυξημένα τα έσοδα. Σχετική παρατήρηση είχε γίνει και στο προηγηθέν πόρισμα του ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος. Διαπιστώθηκε ακόμα ότι η Τράπεζα παρουσίαζε σοβαρότατο έλλειμμα σχηματισθέντων προβλέψεων και επάρκειας ιδίων κεφαλαίων .
Μετά και από τον έλεγχο αυτόν, ακολούθησε δεύτερος έλεγχος από ειδικούς επιθεωρητές της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά το χρονικό διάστημα από 26.3.2012 μέχρι 29.3.2012, με αντικείμενο την εκτίμηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου πιστοδοτήσεων, την αξιολόγηση της επάρκειας των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου [ΣΣΕ] και ειδικότερα του συστήματος διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου καθώς και της ακρίβειας των υποβαλλομένων αναφορών.
Κατά τον έλεγχο αυτόν, διαπιστώθηκε ότι η οργανωτική λειτουργική δομή, οι διαδικασίες ανάληψης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου και το ΣΕΕ παρουσίαζαν σημαντικές αδυναμίες και κρίθηκε ότι έχρηζαν άμεσων ουσιαστικών βελτιώσεων. Ότι η κερδοφορία έβαινε συνεχώς μειούμενη, με σύγχρονη αύξηση της ρευστοποίησης μερίδων, ενώ παρατηρήθηκε σοβαρή επιδείνωση της ποιότητας χαρτοφυλακίου πιστοδοτήσεων, διαμορφώνοντας τον Δείκτη Κεφαλειακής Επάρκειας σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το ελάχιστο αποδεκτό.
Σημειώθηκαν αδυναμίες ως προς την αυτόματη παύση εκτοκισμού, την ακρίβεια των υποβαλλομένων στοιχείων και την ανταπόκριση στις παρατηρήσεις πορισμάτων προηγουμένων ελέγχων. Πλέον συγκεκριμένα α] η τριετία 2009 - 2011 χαρακτηρίσθηκε από στασιμότητα στις λειτουργικές δραστηριότητες και μικρή επιδείνωση της σχέσης χορηγήσεων προς καταθέσεις.
Τα ίδια κεφάλαια υπέστησαν μείωση 18,3%, ως αποτέλεσμα της τάσεις των μερίδων για ρευστοποίηση των μερίδων [που συνεχιζόταν το 2012 ] και τα κέρδη προ φόρων είχαν σημειώσεις σημαντική πτώση, απόρροια της αύξησης του κόστους άντλησης κεφαλαίων και των προβλέψεων, β] διαπιστώθηκε σημαντική επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, ιδιαίτερα του επιχειρηματικού, κατά το 2011, με αποτέλεσμα ο δείκτης καθυστερήσεων να έχει διαμορφωθεί στο 40,6% στις 31.12.2011, έναντι 27,1% που ήταν στις 31.12.2010, γ] η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πιστούχων κρίθηκε ελλιπής και μη ικανοποιητική, καθόσον δεν γινόταν ανάλυση του συνόλου των ποιοτικών και οικονομικών στοιχείων, ώστε να απεικονίζεται με σαφήνεια ο βαθμός του αναλαμβανόμενου πιστωτικού κινδύνου.
Επισημάνθηκε ότι η υφιστάμενη δυσμενής συγκυρία και η συνακόλουθη υποβαθμισμένη ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων της Τράπεζας, καθιστούσαν επιτακτική τη στενότερη και συστηματικότερη παρακολούθησή τους και δ] διαπιστώθηκε ότι σημαντικό μέρος των απαιτήσεων και ειδικότερα αυτών σε προσωρινή και οριστική καθυστέρηση παρέμενε ακάλυπτο από εμπράγματες εξασφαλίσεις, καθότι δινόταν έμφαση στη λήψη ενοχικών εξασφαλίσεων.
Ειδικότερα σε σχέση με την Πιστοδοτική Λειτουργία της Τράπεζας διαπιστώθηκαν παρεκκλίσεις από την Πιστοδοτική Πολιτική και αδυναμίες ως προς την αξιολόγηση και αποτύπωση του πιστωτικού κινδύνου και, πλέον συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι το σύνολο των εισηγητικών σημειωμάτων για επιχειρηματικά δάνεια εμφάνιζε ελλείψεις ως προς την πληρότητα απαιτούμενης πληροφόρησης σε σημαντικό αριθμό πιστούχων του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου και ιδιαίτερα με πιστοδοτήσεις μεγάλου ύψους δεν υπήρχαν πρόσφατες οικονομικές καταστάσεις και μη έγκαιρη ανανέωση ορίων σε συγκεκριμένους πιστούχους, στους οποίους ωστόσο διενεργούνταν αναχρηματοδοτήσεις, χωρίς την τήρηση πιστοδοτικών διαδικασιών ...Βασική αδυναμία εξάλλου αποτελούσε και η μη απεικόνιση δανειακών οφειλών των πιστούχων στις λοιπές τράπεζες, ώστε να προσδιορίζεται η συνολική δανειακή επιβάρυνση και να αξιολογείται επαρκώς η δυνατότητα αποπληρωμής.
Όσον αφορά δε στον Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, αυτός βάσει των στοιχείων της 31-12-2011 ανήλθε σε 15,5%, περιορίστηκε όμως σε 5,37% μετά την ανεπάρκεια των προβλέψεων και περαιτέρω σε 4,06% κατόπιν αναμόρφωσης των εποπτικών προβλέψεων. Επί πλέον διαμορφώθηκε σε 2,57% μετά τον υπολογισμό της πιθανής ζημίας από τον έλεγχο, ήτοι διαπιστώθηκε ότι υπολειπόταν σημαντικά του ελαχίστου ισχύοντος ορίου 10% και επισημάνθηκε ότι, εφόσον ληφθούν υπόψη πρόσθετες αρνητικές παράμετροι, όπως ι] η επίπτωση στα αποτελέσματα και τα ίδια Κεφάλαια από τον εκτοκισμό δανείων σε καθυστέρηση ...και ιι] η μη υπολογισθείσα πιθανή ζημία για το πλήρως ακάλυπτο μέρος του χαρτοφυλακίου σε προσωρινή καθυστέρηση, που ανερχόταν σε 2.384 χιλ.
ευρώ, θα υπάρξει περαιτέρω μείωση του ΔΚΕ καθιστώντας αμφίβολη τη διατήρηση των δραστηριοτήτων της Τράπεζας. Τέλος όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας, σημειώθηκε ότι αυτά κατέγραψαν μείωση το έτος 2011 κατά ποσοστό 16,3%, απόρροια της ρευστοποίησης σημαντικού αριθμού συνεταιριστικών μερίδων, τάση που συνεχίσθηκε και κατά το α'τρίμηνο του 2012.
Συνολικά στο διάστημα από 1.1.2011 έως 28.3.2012 ο αριθμός των συνεταιριστικών μερίδων είχε μειωθεί κατά 18.921. Από τα ανωτέρω πορίσματα των αρμοδίων εποπτικών αρχών διαπιστώθηκαν σοβαρές αδυναμίες σε όλους σχεδόν τους τομείς δράσης των Τμημάτων της Τράπεζας, κυρίως όμως πλείστες παραβάσεις των κανόνων της Πιστοδοτικής Πολιτικής της που είχαν σχέση με την εισηγητική αρμοδιότητα της ενάγουσας ως Διευθύντριας του Καταστήματος Σερρών, αλλά και με την ασφάλεια των διενεργουμένων πιστοδοτήσεων και οι οποίες είχαν ως συνέπεια τη σημαντική επιδείνωση του δανειακού της χαρτοφυλακίου και την εκ του λόγου τούτου αύξηση των προβλέψεων των ζημιών, με σοβαρότατες συνέπειες στα οικονομικά της αποτελέσματα και στην ίδια την κεφαλαιακή της επάρκεια, που έθεσαν σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια τη συνέχιση λειτουργίας της.
Σε συνεχείς παραβάσεις εξάλλου, του Εσωτερικού Κανονισμού Πιστοδοτικής Πολιτικής ...κατέληξε και οι εσωτερικός έλεγχος του δανειακού χαρτοφυλακίου της εναγομένης που διενεργήθηκε το καλοκαίρι του 2014 από τον νέο εσωτερικό ελεγκτή της Τράπεζας Β. Π.. Πλέον τούτων, σε γνώση των μελών της νέας Διοίκησης της εναγομένης περιήλθε η από τον Οκτώβριο μήνα του 2011 ενυπόγραφη επιστολή έντεκα [11] από τους δεκαεπτά [17] εργαζομένους του Καταστήματος της στις Σέρρες [σημειώνεται ότι η εναγομένη διατηρεί το εν λόγω Κεντρικό Κατάστημα και ένα υποκατάστημα στην Ηράκλεια Σερρών] και, ειδικότερα, από τους υπαλλήλους......[όπως κατονομάζονται]....Στην επιστολή αυτή που απευθύνεται προς τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα του Δ.Σ.
της εναγομένης....οι εν λόγω εργαζόμενοι διατύπωναν σωρεία παραπόνων σχετικά με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της ενάγουσας ως Διευθύντριας του Καταστήματος. Ειδικότερα ανέφεραν ότι ο τρόπος με τον οποίο διαπραγματευόταν με τους πελάτες ήταν εντελώς αντιεπαγγελματικός, καθώς κατά κανόνα ήταν επιθετική, μιλούσε υποτιμητικά και προσβλητικά, μιλούσε δυνατά "ακυρώνοντας" το τραπεζικό απόρρητο, αφού οι υπόλοιποι πελάτες λάμβαναν γνώση για την κατάσταση των λογαριασμών άλλων πελατών, ενώ πελάτες που επιθυμούσαν να αναλάβουν τις καταθέσεις τους ...έρχονταν αντιμέτωποι με την αδιαφορία της.
Επί πλέον αναφέρθηκαν στην καθυστερημένη προσέλευση της ενάγουσας στην εργασία της το πρωί αρκετές φορές και κατά μία ολόκληρη ώρα, στη λήψη πρωινού στο γραφείο της, στον εκνευρισμό της σε περίπτωση που την διέκοπταν, στην απόσυρσή της για κάπνισμα ανά μία ώρα ή συχνότερα και επί δεκάλεπτο την κάθε φορά στο δωμάτιο του αρχείου ή στον δεύτερο όροφο του Καταστήματος για ακόμη περισσότερη απομόνωση, στη σύνδεσή της με τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης [facebook] και την επαφή της με τρίτα πρόσωπα μέσω αυτών εν ώρα εργασίας από το γραφείο της και στην ενασχόλησή της πρωτευόντως με το κινητό της τηλέφωνο και δευτερευόντως με την εργασία της στη μη έγκαιρη ενημέρωσή της και επικαιροποίηση των γνώσεών της με τις εγκύκλιες οδηγίες της Τράπεζας, στη μη μετάδοση των γνώσεών της στο προσωπικό και στον εκνευρισμό της και τη λεκτική επίθεση προς τους υφισταμένους της.
Ειδικά, σχετικά με το προσωπικό, ανέφεραν οι πιο πάνω εργαζόμενοι ότι επέπληττε και προσέβαλε συνεχώς όλους τους υπαλλήλους της Τράπεζας, φερόμενη προς αυτούς με τρόπο υποτιμητικό [ορισμένους, μεταξύ των οποίων την Π. Ζ., έχει αποκαλέσει "τσουτσέκια"] και γενικά κατά την άσκηση των καθηκόντων της επεδείκνυε αδιαφορία, επιθετικότητα και αλαζονεία. ...Πέραν τούτων, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα την άνοιξη του 2014 εκμεταλλεύθηκε τις υποδομές και το πελατολόγιο της εναγομένης για την εξυπηρέτηση των αναγκών της προεκλογικής της εκστρατείας, ως υποψήφιας Συμβούλου στις Περιφερειακές Εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που διεξήχθησαν στις 18.5.2014.
Ειδικότερα ζήτησε κατά τρόπο επιτακτικό από το προσωπικό της Τράπεζας να τη βοηθήσει, οι δε υπάλληλοι, λόγω της ιδιότητάς της ως Γενικής Διευθύντριας, αδυνατούσαν να αρνηθούν. Έτσι, άλλους ['όπως την Π. Ζ.] χρησιμοποίησε, εντός και εκτός ωραρίου εργασίας ακόμα και σε ημέρα Σαββάτου εντός του χώρου της Τράπεζας, για τη σταυροδοσία ψηφοδελτίων της παράταξής της και για την ετοιμασία φακέλων σταυροδοσίας από τον Α.
Μ. ζήτησε να της χορηγήσει το σύνολο του πελατολογίου της Τράπεζας [ονόματα, αριθμούς τηλεφώνων, διευθύνσεις κλπ], όπως αυτός το είχε καταχωρημένο στη μηχανοργάνωση, και έκανε χρήση του πελατολογίου αυτού για την αποστολή μηνυμάτων, πραγματοποίηση κλήσεων και γενικά για την προσέγγιση ψηφοφόρων, ενώ επί πλέον ζήτησε εντός του ωραρίου εργασίας του, να της δημιουργήσει σελίδα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης [facebook] για την προβολή της και τον προεκλογικό της αγώνα.
Επιπροσθέτως, πραγματοποιούσε επισκέψεις εν ώρα εργασίας σε πελάτες, της Τράπεζας για προσέλκυση ψήφων με τη συνοδεία υπαλλήλων της Τράπεζας. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται, σημαντικό παράπτωμα επιδείνωσης της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης αποτέλεσε και η ρευστοποίηση των μερίδων συνεταίρων, οι οποίοι αποχωρούσαν από την Τράπεζα λαμβάνοντας την αξία των μερίδων τους, όπως αυτή προσδιοριζόταν κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης αποχώρησης.
Το φαινόμενο αυτό αυξήθηκε σημαντικά από την είσοδο της Χώρας στην οικονομική κρίση, που έπληξε σοβαρά τον χρηματοπιστωτικό τομέα και οδήγησε πολλούς συνεταίρους στην απόφαση ρευστοποίησης των μερίδων τους, ενόψει και του φόβου της μεγάλης υποτίμησης της αξίας τους. Ήδη, με τον από 27.10.2011 έλεγχο που είχε διενεργήσει η Διεύθυνση Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδος διαπιστώθηκε σημαντική ανεπάρκεια των εποπτικών προβλέψεων, ως απόρροια της ραγδαίας επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, που διαμόρφωνε τον Δείκτη Καθαρές Καθυστερήσεις προς Εποπτικά ίδια Κεφάλαια στις 30.9.2011 σε 134,5%, εγείροντας σοβαρές ανησυχίες για την κεφαλαιακή επάρκεια, ενώ εξάλλου, στο από 24.5.2012 πόρισμα ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος επισημάνθηκε η υπερτίμηση της υπεραξίας και της αξίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων των εξερχομένων εταίρων και συστήθηκε η επικαιροποίηση των λογιστικών διαδικασιών αποτίμησης για την προστασία της κερδοφορίας της Τράπεζας.
Προς αντιμετώπιση του προβλήματος η Τράπεζα της Ελλάδος με ...επιστολή της που απηύθυνε και απέστειλε σε όλες τις Συνεταιριστικές Τράπεζες, ήτοι, μεταξύ άλλων, και στην εναγομένη, επισήμανε τον κίνδυνο αυτόν και την ανάγκη διατήρησης υψηλών δεκτών κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας και γνωστοποιούσε ότι σε εφαρμογή της υφιστάμενης Κοινοτικής νομοθεσίας [Οδηγία 48/2006] και για την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό δίκαιο επίκειται τροποποίηση του τραπεζικού νόμου 3601/2007 και ότι σύμφωνα με τη νέα διάταξη θα απαιτείται η προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων στην περίπτωση που, στη διάρκεια ενός έτους, προκαλείται μείωση μεγαλύτερη του 4% των κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων και του 10% του ποσού που υπερβαίνει το ελάχιστο ύψος των κύριων βασικών Ιδίων κεφαλαίων.
Δεδομένου, δε, ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των συνεταιριστικών τραπεζών είχαν αυξηθεί σημαντικά λόγω της επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, έκρινε σκόπιμο να υποδείξει ότι τα καταστατικά όργανα των τραπεζών να εξετάζουν τα αιτήματα εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων, λαμβάνοντας υπόψη τις επικείμενες νομοθετικές ρυθμίσεις και συνεκτιμώντας την ανεπάρκεια των προβλέψεων και τις αυξημένες ανάγκες ρευστότητας που αντιμετώπιζαν.
Στα πλαίσια αυτά .....η Διοίκηση της Τράπεζας με το με αριθ. 8/6/6/2012 πρακτικό προς τη Γενική Συνέλευση των μεριδούχων εισηγήθηκε την αναστολή των ρευστοποιήσεων των Συνεταιριστικών μερίδων μέχρι την επόμενη τακτική Γενική Συνέλευση, ενόψει και της υπάρχουσας πρότασης για αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου με δημόσια εγγραφή μέχρι του ποσού των 5.000.000 ευρώ.
Έτσι η Γενική Συνέλευση της 27.6.2012 ενέκρινε την εισήγηση του Δ.Σ. και αποφάσισε την αναστολή των ρευστοποιήσεων των συνεταιριστικών μερίδων μέχρι την επόμενη τακτική γενική συνέλευση των μελών της Τράπεζας... στην περίπτωση της εναγομένης η αναστολή των ρευστοποιήσεων συνεχίζεται μέχρι σήμερα με ρητέες εντολές της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου να δημιουργηθεί επαρκές κεφαλαιακό πλεόνασμα....Όλα τα ανωτέρω ήταν γνωστά στην ενάγουσα ως Διευθύντρια του Κεντρικού καταστήματος της εναγομένης και ως ασκούσα από παραλλήλως ήδη από την 1.1.2011 και καθήκοντα Γενικού Διευθυντή αυτής, τα οποία ανέλαβε και επισήμως από 1.3.2012....
Είχε, λοιπόν, άμεση εσωτερική πληροφόρηση......για αναστολή των ρευστοποιήσεων των μερίδων από τα αρμόδια διοικητικά όργανα, που θα είχε ως αυτονόητη συνέπεια και την υποτίμηση της αξίας τους. Η τελευταία ήταν κυρία 1000 συνεταιριστικών μερίδων ονομαστικής αξίας 150.000 ευρώ... Στις 4.4.2012 προέβη στη ρευστοποίηση των 1000 μερίδων λαμβάνοντας ως αποζημίωση το ποσό των 238.000 ευρώ, αποκομίζοντας όφελος 59.500 ευρώ [238000 ευρώ η τιμή ρευστοποίησης μείον 178.500 ευρώ η τιμή απόκτησης], ...Προέβη δε η ενάγουσα στην προαναφερθείσα ενέργειά της προς τον σκοπό αποκόμισης ίδιου και δη σημαντικού οικονομικού οφέλους εκμεταλλευόμενη τις εσωτερικές πληροφορίες που της παρείχε η εργασιακή της σχέση με την εναγομένη και κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης προς αυτή και μάλιστα σε μια χρονική στιγμή που η Τράπεζα αγωνιζόταν να διατηρήσει την κεφαλαιακή της επάρκεια προκειμένου να μην οδηγηθεί σε διακοπή των δραστηριοτήτων της.
Ήδη τρεις συνεταιριστικές τράπεζες την εποχή εκείνη διέκοψαν την λειτουργία τους [......], Και όλα αυτά τη στιγμή που καλούσε τους λοιπούς μεριδούχους να διατηρήσουν τις μερίδες τους και να αγοράσουν νέες και τη στιγμή που ζητούσε πιεστικά από τους εργαζομένους του καταστήματος να λάβουν άτοκα δάνεια από την εναγομένη για την αγορά συνεταιριστικών μερίδων, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση και συγκεκριμένα την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου...Και ναι μεν μετά πάροδο τριετίας από την αγορά των μερίδων είχε πράγματι η ενάγουσας την ευχέρεια από τον νόμο να προβεί στη ρευστοποίησή τους, πλην όμως, ως στέλεχος της Τράπεζας, και δη ως Γενική Διευθύντρια αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο όφειλε να μη προβεί σε μια τέτοια ενέργεια που έθεσε σε κίνδυνο την ίδια τη συνέχιση λειτουργίας της και κλόνισε βαθύτατα τη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης.
Πολύ περισσότερο δε που στην ενέργειά της προέβη εκμεταλλευόμενη την ιδιότητά της αυτή και την εσωτερική πληροφόρηση που της παρείχε. Είναι άνευ εννόμου σημασίας το γεγονός ότι, όπως η ίδια ισχυρίζεται μέρος των χρημάτων που εισέπραξε από τη ρευστοποίηση διέθεσε για εξόφληση ληφθέντος δανείου από την εναγομένη, ενώ άλλο μέρος είχε καταθέσει κατά τον χρόνο εκείνο σε τραπεζικό λογαριασμό στην ίδια πάλι Τράπεζα...
ο δείκτης ρευστότητας παρουσίασε ραγδαία πτώση και από 39,09 που ήταν στις 31.12.2009 μειώθηκε στο 27,07 στις 31.12.2001, στο 17,90 στις 31.12.2012, στο 19,09 στις 31.12.2013 και στο 17,84 στις 31.12.2014. Επί πλέον η αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων στην οποία προέβη για την προσέλκυση καταθετών, στο ποσοστό 6%, έπληξε την κερδοφορία της Τράπεζας και τη ζημίωσε μακροπρόθεσμα ....Περαιτέρω, η υπό ημερομηνία 20.6.2014 Έκθεση πεπραγμένων του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, που υποβλήθηκε προς τη Γενική Συνέλευση για την οικονομική χρήση 2013, για την έγκριση του Ισολογισμού και του Λογαριασμού Αποτελεσμάτων Χρήσης και στην οποία το Δ.Σ.
χαρακτηρίζει θετική την πορεία της Τράπεζας κατά τα τελευταία έτη είναι προφανές ότι δεν έχει εξίσου βαρύνουσα σημασία με τα αποτελέσματα των οικονομικών ελέγχων που πιο πάνω αναφέρθηκαν και δεν είναι ικανή να ανατρέψει τις προαναφερθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου......Οι προπεριγραφείσες ενέργειες και συμπεριφορά της ενάγουσας, και δη η συμπεριφορά της προς τους πελάτες και το προσωπικό της Τράπεζας και η χρησιμοποίηση του Καταστήματος και του προσωπικού για την προεκλογική της δράση, συνιστούν ουσιώδη παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, τυγχάνουν δε αντικανονικές και ασυμβίβαστες προς την υπαλληλική της δραστηριότητα.
Πέραν τούτων, η ρευστοποίηση των μερίδων, που έλαβε χώρα σε μια κρίσιμη χρονική περίοδο για την εναγομένη, προς ίδιο όφελος και σε βάρος των συμφερόντων της Τράπεζας κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης και εχεμύθειας προς αυτή και η πλημμελής εκτέλεση των υπηρεσιών της στον τομέα της πιστοδοτικής πολιτικής της Τράπεζας, όπως αυτή πιο πάνω αναπτύχθηκε οδήγησαν, συνδυαστικά και με τα ανωτέρω εκτιμώμενα, σε ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπο της και κατέστησαν αδύνατη τη συνέχιση της ισχύος της σύμβασης εργασίας της.
Τα περιστατικά αυτά συνιστούν, κατ'αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, διότι κλόνισαν την, όλως απαραίτητη για τη συνέχιση της συνδέουσας τα διάδικα μέρη υπαλληλικής σχέσης, εμπιστοσύνη της εναγομένης εργοδότριας τράπεζας προς το πρόσωπο της ενάγουσας και διατάραξαν τη συνεργασία τους, ώστε να υφίστανται πλέον ικανές αμφιβολίες στην εναγομένη ως προς τη δυνατότητα της ενάγουσας για προσφορά υπεύθυνου τραπεζικού έργου.
Επομένως η ένδικη καταγγελία δεν πάσχει ακυρότητας, εφόσον αποδείχθηκε η ύπαρξη σπουδαίου λόγου που τη δικαιολογούσε ούτε εξάλλου είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στον "Οργανισμό Προσωπικού" της εναγομένης...".
Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εκτιμώμενα καθένα χωριστά αλλά κα στο σύνολο τους προκύπτει ότι κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας [12.6.2014] υφίστατο σπουδαίος λόγος για τη λύση της εργασιακής σχέσης της, συνιστάμενος στο γεγονός ότι σειρά πράξεων, παραλείψεων της ιδίας θεμελιώνει αντισυμβατική, αντικανονική και ασυμβίβαστη με την ιδιότητά της συμπεριφορά, η οποία επηρέασε τη σχέση της με τους συναδέλφους της και κατ'επέκταση το κύρος και τη φήμη της εναγομένης με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο της, καθιστώντας μη ανεκτή από την εργοδότρια συνεταιριστική τράπεζα τη διατήρηση του συμβατικού δεσμού τους.
Ειδικότερα η αύξηση των χρηματοδοτήσεων σε οριστική και προσωρινή καθυστέρηση, οι διαπιστωθείσες παραβάσεις των κανόνων πιστοδοτικής πολιτικής και διαδικασίας σε επί μέρους περιπτώσεις χορηγήσεων, οι ελλιπείς καλύψεις και εξασφαλίσεις των χορηγήσεων, οι υπερβάσεις των ορίων ανοικτών κεφαλαίων κίνησης, οι καθυστερήσεις στις έρευνες ακίνητης περιουσίας των δανειοληπτών, οι αναχρηματοδοτήσεις χωρίς την κατάρτιση των συμβάσεων ρύθμισης και πριν από την εγγραφή των διασφαλιστικών εμπραγμάτων βαρών, οι ελλείψεις δικαιολογητικών των δανειοληπτών, όπως ασφαλιστικές ενημερότητες, εκκαθαριστικά σημειώματα, οι μεταγενέστεροι έλεγχοι στο σύστημα Τειρεσία της εκταμίευσης δανείων, η ολιγωρία στην εξασφάλιση πρόσθετων εξασφαλίσεων σε περιπτώσεις ανεξόφλητων υπολοίπων, οι χρηματοδοτήσεις εκτός αποδεκτών πιστοδοτικών ορίων, που είχαν ως συνέπεια την επιδείνωση του δανειακού χαρτοφυλακίου και σε πολλές περιπτώσεις προκάλεσαν την παρέμβαση της Τράπεζας της Ελλάδος επέφεραν και δικαιολογούν τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της αντισυμβαλλομένης της στο πρόσωπο της ενάγουσας.
Ομοίως, η απρεπής συμπεριφορά που της αποδίδεται και αποδείχθηκε, με την αναφορά-διαμαρτυρία δεκαεπτά εργαζομένων επί θεμάτων που άπτονται της συμπεριφοράς της, όπως προσβολές και μειώσεις του προσωπικού, η χρησιμοποίηση του πελατολογίου προς ίδιον όφελος, η ρευστοποίηση των μερίδων της σε χρόνο που η εργοδότριά της είχε ανάγκη την στήριξη της ρευστότητάς της, ως Γενικής Διευθύντριας, συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας, αφού οι ενέργειες αυτές κλόνισαν τη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης και έβλαπταν την ομαλή λειτουργίας τη εναγομένης.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου στην καταγγελία της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας της, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ των αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα εκθέτει ότι δεν υφίστατο λόγος καταγγελίας τέτοιας έντασης και σημασίας που να χαρακτηρίζεται σπουδαίος, ότι υπηρέτησε με συνέπεια την εναγομένη αποδεχόμενη την μείωση των αποδοχών της όταν παρέστη ανάγκη για τη μείωση των λειτουργικών εξόδων της, ότι η ίδια ερμήνευσε τη σύμβασή της ως αορίστου χρόνου σε υπόμνημα που κατέθεσε στην επιθεώρηση εργασίας γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν είχε αναφερθεί σε σπουδαίο λόγο καταγγελίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την έκθεση πεπραγμένων του Διοικητικού Συμβουλίου, που υποβλήθηκε στη Γ.Σ.
για την οικονομική κρίση του έτους 2013 και είχε συνταχθεί στις 26.5.2014, στην οποία παραδέχεται ότι η πορεία των οικονομικών της το έτος 2013 ήταν εξαιρετικά θετική, όπως και η πορεία των καταθέσεων μέχρι τον Μάιο του 2014, ενώ στη συνέχεια τον Ιούλιο του 2014 με εξώδικη δήλωσή της, άρχισε με αθέμιτα μέσα να κατασκευάζει μομφές και περιστατικά, στα οποία θα μπορούσε να στηρίξει σπουδαίο λόγο καταγγελίας, όπως είναι οι δήθεν παραβάσεις κανόνων πιστοδοτικής πολιτικής, που εκφράζονται με ελλιπείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, παρότι η επιδείνωση του δανειακού της χαρτοφυλακίου ήταν συνέπεια της βαθειάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης.
Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας σχετίζονται με τη στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Πλην τούτου, η οικονομική κρίση, που επικαλείται η αιτούσα δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραλείψεις και τη συμπεριφορά, που αποδείχθηκε ότι αποτέλεσε τον σπουδαίο λόγο καταγγελίας.
Ομοίως, όσα υποστηρίζει περί παραδοχών του Διοικητικού Συμβουλίου ότι η χειροτέρευση των οικονομικών μεγεθών και των δανειακών χαρτοφυλακίων αφορά το τραπεζικό σύστημα στο σύνολο του και όχι μόνο την αντίδικη και ότι η πορεία της αντίδικης το έτος 2013 και τα προηγούμενα έτη ήταν εξαιρετικά θετική, πλην του ότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού δεν αποτέλεσε σπουδαίο λόγο της καταγγελίας η τυχόν ζημία της εναγομένης αλλά ο κλονισμός της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπο της από τις πράξεις που προαναφέρθηκαν.
Ακόμη η απαλλαγή της με το υπ'αριθ. 156/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών θεσσαλονίκης από το αδίκημα της απιστίας δεν αναιρεί τον ως άνω λόγο καταγγελίας, γιατί αυτή δεν στηρίχθηκε στην άσκηση της μηνύσεως σε βάρος της και όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για αβάσιμες υποψίες τέλεσης ποινικού αδικήματος, που δεν δικαιολογούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση [ΑΠ 2119/2013].
Επί πλέον όσα εκτίθενται προς αντίκρουση της αντισυμβατικής και ανάρμοστης συμπεριφοράς, που της αποδόθηκε από τους υπαλλήλους της Τράπεζας στην έγγραφη αναφορά τους, την εκμετάλλευση του πελατολογίου και του καταστήματός της για την εξυπηρέτηση των αναγκών της προεκλογικής της δράσης σχετικά με την υποψηφιότητά της ως Συμβούλου στις Περιφερειακές Εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης της 18.5.2014, τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων της εκμεταλλευόμενη την εσωτερική πληροφόρηση που της παρείχε η θέση εργασίας της, κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης και εχεμύθειας, βάλλουν κατά του αποδεικτικού πορίσματος, αφού σχετίζονται με τη στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, που όπως προελέχθη δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Αντίθετα από τις ως άνω παραδοχές συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εργασιακής σχέσης.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Με τον δεύτερο λόγο η αιτούσα επικαλείται πλημμέλεια εκ των ιδίων ως άνω λόγων 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υποστηρίζοντας ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική [άρθρ. 281 ΑΚ], γιατί παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, καθότι δεν υφίστατο σπουδαίος λόγος και θα μπορούσαν να ληφθούν ηπιότερα μέτρα ικανά να εξυπηρετήσουν το συμφέρον της εργοδότριας, όπως η συνέχιση της απασχόλησής της ακόμη και υπό δυσμενέστερους όρους, προειδοποίηση και διαμαρτυρία της εργοδότριας προ της καταγγελίας, η λήψη πειθαρχικών μέτρων και η επιβολή ποινής, όπως προβλέπεται από τον Οργανισμό Προσωπικού της τελευταίας.
Ακόμη ότι μεταχειρίσθηκε αυτήν δυσμενώς σε σχέση με άλλους συναδέλφους της, που είχαν υποπέσει σε παρόμοια παραπτώματα. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη, και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσεως, επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη [ΑΠ 443/2016].
Το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι "...η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της ενάγουσας αξιολογούμενη αντικειμενικά κλονίζει ισχυρά την εμπιστοσύνη, την οποία ένα τραπεζικό στέλεχος πρέπει να εμπνέει στην τράπεζα την οποία υπηρετεί. Και εφόσον η συμπεριφορά αυτή, ακόμα και αν οφείλεται μόνο σε αμέλεια, έχει μεγάλη διάρκεια και παράγει δυσμενή αποτελέσματα για την πελατεία και την τράπεζα, συνιστά σπουδαίο λόγο για την πρόωρη λύση μιας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, η άσκηση του σχετικού δικαιώματος δεν μπορεί βασίμως να αποκρουσθεί ως καταχρηστική.
Ούτε θα μπορούσε να αξιωθεί από την εναγομένη να διατηρήσει την ενάγουσα στην υπηρεσία της με τη λήψη εναντίον της κάποιου ηπιότερου σε σχέση με την απόλυση μέτρου και δη την επιβολή κάποιας προβλεπόμενης από τον οργανισμό πειθαρχικής ποινής [όπως επίπληξη, πρόστιμο ή προσωρινή παύση με αντίστοιχη στέρηση αποδοχών] ή με την απεύθυνση προειδοποίησης, διότι έτσι δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί η κλονισθείσα εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο της και να διαφυλαχθούν ικανοποιητικά τα συμφέροντά της.
Η επίκληση δε από την ενάγουσα ότι η εναγομένη εργοδότριά της αντιμετώπισε με ηπιότερα μέσα άλλες εργαζόμενες και δη την προϊσταμένη χορηγήσεων και τη διευθύντρια του Καταστήματος, που υπέπεσαν σε ανάλογης βαρύτητας παραπτώματα [είχαν υπογράψει και εισηγηθεί υπηρεσιακώς τη χορήγηση δανείων που παρουσίασαν εμπλοκή] και οι οποίες ούτε καν κρίθηκαν πειθαρχικώς υπόλογες είναι μη νόμιμη, διότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν αφορά θέματα καταγγελίας...".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά τον νόμο εφάρμοσε, αφού αποδείχθηκε σπουδαίος λόγος καταγγελίας και η αρχή της αναλογικότητος και της ίσης μεταχείρισης δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή [ΑΠ 222/2021, 1164/2019, 1407/2005], Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι πρέπει ν'απορριφθούν.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση, για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, 779/2019).
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον, κατά τη περίπτωση γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις. Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που λήφθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1323/2019, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 579/2011, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη 1] το με αριθ. 58/20.6.2014 δελτίο εργατικής διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας του ν. Σερρών και το υπόμνημα της αναιρεσίβλητης στην Επιθεώρηση Εργασίας, 2] την υπ'αριθ. 354/02.12.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της Δ.
Κ., 3] την με αριθ. 268/02.12.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της Χ. Π., 4] την υπ'αριθ. 10543/29.11.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σερρών Ε. Κ. περί νόμιμης κλήτευσης της αντίδικης στη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, 5] είκοσι μία συστατικές επιστολές πρώην συναδέλφων της διευθυντικών στελεχών της ...
και της αντίδικης, 6] την με αριθ. 286/ 8.12.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της Α. Κ., 7] το από 21.3.2014 δημοσίευμα της τοπικής εφημερίδας "Σημερινή των Σερρών", στο οποίο ο κατοπινός Πρόεδρος της αντίδικης χαρακτηρίζει επιτυχημένες τις προηγούμενες διοικήσεις, 8] τις με αριθ. 577α/3.3.2008 και 1206/8.5.2009 αξιολογήσεις υπαλλήλων κεντρικού καταστήματος, 9] το με αριθ. 5/7.4.2014 απόσπασμα πρακτικού της αντίδικης, 10 [αντί 8] το με αριθ. 140/16.5.2014 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, 11] [αντί 9] την από 24.6.2015 ένορκη εξέταση ενώπιον του Πταισματοδίκη Σερρών του Δ.
Κ., 12] [αντί 10] τις από 25.5.2016 και 2.6.2016 συμπληρωματικές ένορκες εξετάσεις μάρτυρα του Β. Π. ενώπιον του Ανακριτή Σερρών και 13] [αντί 11] τις από 22.12.2015 εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα ενώπιον του Ανακριτή Σερρών των Σ. Γ. και Ι. Ζ., μελών του ΔΣ., από τα οποία συνάγεται ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού κάθε μία από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται η αιτούσα αναφέρονται στην προσβαλλομένη μετά της νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου της, ενώ κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα δίχως να παραλειφθεί κάποιο εξ αυτών στην ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.9.2020 (αριθμ. κατ. 270/14.9.2020) αίτηση αναιρέσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ