Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds due to lack of identity of legal relationship.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding the recognition of contract invalidity. The appellant argued that the lower court violated res judicata by ignoring a prior decision awarding money, claiming the legal relationships were identical. The court rejected this because the prior judgment concerned a debt recovery from a bank, while the current case involved the invalidity of a property sale contract, meaning the legal relationships lacked the required identity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 324 of the Code of Civil Procedure; Article 1846, 1847 of the Civil Code: Res judicata applies only when the legal relationship in the new trial is identical to that in the prior final judgment, requiring both historical and legal cause identity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1023 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1023/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Χρήστου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μωυσίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αλέκος Τευτσής, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από την Προεδρεύουσα, ανακάλεσε την από 11/11/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 8/9/2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Χαλκηδόνας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Ε. Π., χήρα Π.. Κ.., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2016 αγωγή του αρχικά αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14055/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2175/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/12/2019 αίτηση και τους από 22/9/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να δηλώσει την εκούσια επανάληψη της δίκης και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, η δίκη συνεχίζεται αμέσως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από 9-9-2021 αντίγραφο της υπ' αριθμ.... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Δ.Ε. Αγίου Αθανασίου του Δήμου Χαλκηδόνος Ν. Θεσσαλονίκης, στις 8-9-2021 απεβίωσε στην Κατερίνη Ν. Πιερίας, ο αναιρεσείων Π. Κ. του Χρήστου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα α) της ...
δημόσιας διαθήκης του και β) των ... πρακτικών του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί της δημοσίευσης αυτής, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από την σύζυγό του Ε. Π. χήρα Π.. Κ... Η τελευταία, υπό την ιδιότητά της αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, με την επίδοση, στις 30-9-2022 του από 22-9-2022 δικογράφου (προσθέτων λόγων αναίρεσης) (βλ.
την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Δημητρίου Κρυωνά), νομίμως δήλωσε το θάνατο του προαναφερόμενου αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται. Με την κρινόμενη από 24-12-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, 2175/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος κατά της 14055/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 6-9-2016 αγωγή του, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και μεταβιβάσεων των ακινήτων, λόγω εικονικότητάς τους ως προς το πρόσωπο της εναγομένης-συμβληθείσης σε αυτά αγοράστριας.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (αρθρ. 495, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί επίσης είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν από την κληρονόμο του αναιρεσείοντος που συνεχίζει τη δίκη, νομότυπα και εμπρόθεσμα με το από 22-9-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 28-8-2022 (βλ.
τη με αριθμό 109/28-9-2022 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του γραμματέα του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη , στις 30-9-2022 (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Κρυωνά), ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την προκείμενη, μετ' αναβολή, συζήτηση της αναίρεσης, κατ' εφαρμογή των άρθρων 281 και 569 παρ.2 ΚΠολΔ, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η καθής οι πρόσθετοι λόγοι, περί εκπροθέσμου ασκήσεώς τους, είναι αβάσιμα.
Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 138 του ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, αλλά όμως δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της, κατά δε το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες (Α.Π. 437/2001, Α.Π. 1162/2000, Α.Π. 874/1996). Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της συνήθως ενωμένης με αυτήν σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία εικονικότητα αφορά το πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύσουν οι συμβάσεις αυτές όχι για τον φαινομενικά εμφανιζόμενο ως αγοραστή αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, ήτοι τον πραγματικό αγοραστή, απαιτείται γνώση και αντίστοιχη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του εμφανιζόμενου ως αγοραστή και του προσώπου που καλύπτεται από τον τελευταίο (πραγματικού αγοραστή) ότι οι πιο πάνω συμβάσεις καταρτίζονται, όχι με τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά με το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, που είναι αληθινός αγοραστής (Α.Π.1585/2017, Α.Π. 1063/2014, Α.Π. 483/2005).
Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία δεν αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, ενδεχομένως δε να αποτελέσουν επιχειρήματα τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή (Α.Π.1585/2017, Α.Π. 342/2014, Α.Π. 1247/2003).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η δε έλλειψη και ενός από τα στοιχεία αυτά καθιστά άκυρη την πώληση. Το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος, πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ' άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, εάν όμως η συμφωνία που το αφορά έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υπάρχει εικονικότης κατά την έννοια του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής συμβάσεως της πωλήσεως, κατ' επέκταση δε και της εμπράγματης μεταβιβαστικής της κυριότητος του πωληθέντος πράγματος τοιαύτης, εάν αφορά ακίνητο, αφού αυτή κατ' άρθρο 1033 ΑΚ είναι αιτιώδης (ΑΠ 1169/2003, ΑΠ 1517/2009).
Συνακόλουθα, η σύμβαση πώλησης δεν είναι, χωρίς άλλο, εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από μόνο το γεγονός ότι το τίμημα για την αγορά στην πραγματικότητα κατέβαλε τρίτος και όχι ο εμφανιζόμενος στη σχετική σύμβαση ως αγοραστής. Απλώς, το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τρίτον και όχι από τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή.
Τέλος, όταν η εικονικότητα στη σύμβαση πώλησης ακινήτου αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή και ισχύει για τον κατά τη βούληση των συμβαλλομένων αληθινό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 70 Κ.Πολ.Δ.
και 180 ΑΚ (ΑΠ 1514/2013, ΑΠ 483/2005). Με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας δικαίου αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας την αγωγή του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και μεταβιβάσεων των ακινήτων, λόγω εικονικότητάς τους ως προς το πρόσωπο της εναγομένης-συμβληθείσης σε αυτά αγοράστριας, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Κατερίνης Νικολάου Τσιαδήρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στον τόμο ... με αριθμό ..., ο Κ. Σ. του Κ. μεταβίβασε λόγω πώλησης προς τους διαδίκους που τυγχάνουν αδέλφια και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, ένα ισόγειο κατάστημα με πατάρι, εμβαδού 80,80 τ.μ.
που βρίσκεται στην Παραλία Κατερίνης επί της οδού .... Την ίδια ημέρα συντάχθηκε μεταξύ του πωλητή και των αγοραστών το από 15-09-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό (αντέγγραφο) με το οποίο συμφωνήθηκε ότι το αναγραφέν στο συμβόλαιο τίμημα των 7.000.000 δρχ. ήταν εικονικό και ότι το πραγματικό τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε σε 33.500.000 δρχ., εκ των οποίων καταβλήθηκε από τους αγοραστές κατά την υπογραφή του συμβολαίου το ποσό των 23.000.000 δρχ, το δε υπόλοιπο τίμημα των 10.500.000 δρχ.
ορίστηκε να καταβληθεί σε τέσσερις δόσεις. Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο πώλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στον τόμο ... με αριθμό ... ο Βασίλειος Σβίγκος του Κωνσταντίνου μεταβίβασε λόγω πώλησης προς τους διαδίκους και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 14,30 τ.μ.
που βρίσκεται στην Παραλία Κατερίνης επί της οδού ... και συνορεύει με το παραπάνω κατάστημα που επίσης αγόρασαν οι διάδικοι. Ως τίμημα της ανωτέρω πώλησης ορίστηκε κατά το συμβόλαιό το ποσό των δρχ. 1.500.000 δρχ., το οποίο καταβλήθηκε κατά την ημέρα υπογραφής του. Με την κρινόμενη αγωγή, -η οποία ασκήθηκε 22 χρόνια μετά την κατάρτιση των άνω δικαιοπραξιών -, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω πωλήσεις είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο της εναγομένης αγοράστριας ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου και ότι δεν υπήρχε σοβαρή συναλλακτική βούληση του ιδίου, των πωλητών και της εναγομένης να μεταβιβαστεί στην τελευταία η κυριότητα των ακινήτων, αλλά αντιθέτως συμφωνήθηκε να καταστεί ο ίδιος αποκλειστικός κύριος αυτών οι αγορές δε στο όνομά της εναγομένης έγιναν προκειμένου αυτός να τύχει κάποιας φοροαπαλλαγής και επειδή τα δηλωθέντα εισοδήματά του δεν δικαιολογούσαν τις αγορές αυτές.
Ωστόσο και σύμφωνα με όσα στις νομικές σκέψεις της παρούσας εκτέθηκαν, για το βάσιμο του ισχυρισμού περί εικονικότητας στο πρόσωπο του αγοραστή απαιτείται γνώση και συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή, ότι η σύμβαση καταρτίζεται όχι με τον φαινομενικό αλλά με τον πραγματικό αγοραστή και τέτοια συμφωνία ουδόλως απέδειξε ο ενάγων.
Συγκεκριμένα, σε καμία εκ των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου γίνεται λόγος περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των πωλητών των άνω ακινήτων και της εναγομένης ότι η πώληση ως προς αυτήν είναι εικονική με αληθινό αγοραστή μόνο τον ενάγοντα, παρά γίνεται απλά λόγος ότι το όνομα της εναγόμενης μπήκε για να εξυπηρετηθεί φορολογικά ο ενάγων.
Χαρακτηριστική ως προς το σημείο τούτο είναι η κατάθεση του Β. Σ. , που υπήρξε ο πωλητής του δευτέρου των ακινήτων και γυιός του πωλητή του πρώτου ακινήτου, ο οποίος ενώ θα ανέμενε κανείς, να καταθέσει ως έχων άμεση γνώση λόγω της ιδιότητάς του αυτής , περί της συμφωνίας του με την εναγόμενη ότι η τελευταία εικονικά θα συμβαλλόταν στα άνω επίδικα συμβόλαια, ανέφερε στην με αριθμ. ...
ένορκη βεβαίωσή του, επί λέξει "αιφνιδίως όμως κι όπως μας εξήγησε μετά από πληροφόρηση που είχε από τον λογιστή του, ζήτησε από τον συμβολαιογράφο να γραφεί στο συμβόλαιο και το όνομα της αδελφής του ως αγοράστριας του 50% χωρίς όμως αυτή να καταβάλει έστω και μια δραχμή. Το όνομά της μπήκε για φορολογικούς και μόνο λόγους.
Εγώ είδα την αδελφή του μόνο στην υπογραφή του συμβολαίου". Αλλωστε και ο ίδιος ο ενάγων στην κρινόμενη αγωγή του εκθέτει ότι "...η εναγομένη ουδέποτε ήλθε σε επαφή με κάποιο από τα προαναφερόμενα πρόσωπα (πωλητές) παρά μόνο την ημέρα κατάρτισης των οριστικών συμβολαίων". Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συνάγει το Δικαστήριο μόνο από την όψιμη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Κ.
Τ., ο οποίος στην με αριθμ. ... ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει ότι ο Κ. Σ., πωλητής του πρώτου καταστήματος συμφώνησε τηλεφωνικά με την εναγόμενη, για την άνω εικονικότητα ως προς το πρόσωπό της, μάλιστα στο σχετικό τηλεφώνημα ήταν παρών, αφενός γιατί το κρίσιμο περιστατικό αυτό ουδόλως αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή του, αλλά ούτε και ο γυιός του Κ.
Σ. , Βασίλειος, στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του, αφετέρου γιατί ο ίδιος μάρτυρας (Κ. Τ.) στην αρχική ένορκη βεβαίωσή του με αριθμ. ..., η οποία κατά τα προεκτεθέντα εσφαλμένα δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν κάνει λόγο για καμία συμφωνία, παρά έρχεται με τη δεύτερη ένορκη βεβαίωσή του που προσκομίζεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να καταθέσει περί ύπαρξης συμφωνίας κι αφού η εκκαλούμενη απόφαση εντοπίζει την έλλειψη της απαραίτητης για την επίδικη εικονικότητα συμφωνίας εναγόμενης με τους πωλητές των άνω ακινήτων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι δεν προέρχονται από φτωχή αγροτική οικογένεια όπως θέλει να εμφανίσει ο ενάγων, αλλά ο πατέρας των Χ. Κ., ασχολιόταν με την κατεργασία και την επεξεργασία δερμάτων άγριων ζώων, διατηρώντας για το σκοπό αυτό στη Νέα Μεσημβρία Ν. Θεσσαλονίκης βιοτεχνία κατεργασίας γουναρικών, με έναρξη λειτουργίας της τον Μάρτιο του έτους 1964, όπως προκύπτει από την από 6.3.1964 δήλωση περί ίδρυσης βιοτεχνικής επιχείρησης προς το Υπουργείο Βιομηχανίας ,από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες όπου εμφαίνεται πως βοηθός στην δραστηριότητα του αυτή υπήρξε και η μητέρα των διαδίκων Κ.
Κ. και από τις καταθέσεις όχι μόνο του αδελφού αυτού Κ. Κ., αλλά και του μάρτυρα του ενάγοντος Σ. Α., επίσης εμπόρου γουναρικών, ο οποίος προμηθευόταν δέρματα (κόκκινες αλεπούδες) από τον Χ. Κ. επί πολλά χρόνια. Πέραν της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας του πατέρα των διαδίκων που ουσιαστικά διήρκεσε μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2000, ο πατέρας των διαδίκων έχοντας μαζί με τη σύζυγό του στην κυριότητά τους περί τα 100 στρέμματα, εκμεταλλευόταν αυτά, ενώ από 1.1.1987 μέχρι τον θάνατό του Δεκέμβριο 2000 ήταν συνταξιούχος του ΟΓΑ.
Το γεγονός ότι οι γονείς των διαδίκων ήταν ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ δεν αποκλείει την προαναφερόμενη κύρια επαγγελματική δραστηριότητά τους, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΝΔ 4435/1964 , έμποροι που δραστηριοποιούνται σε περιοχή με πληθυσμό κάτω των 2000, υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΓΑ και η Ν. Μεσήμβρια είχε την εποχή εκείνη λιγότερους από 2.000 κατοίκους.
Από την ενασχόληση αυτή του πατέρα του ενάγοντος, που δεν ήταν επικουρική και μάλιστα κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου του, όπως με τις προτάσεις του ο ενάγων ισχυρίζεται, απέκτησε βοηθούμενος και με την προσωπική εργασία της συζύγου του, ικανοποιητικά εισοδήματα, τα οποία αποταμίευσε προκειμένου να στηρίζει οικονομικά τα τέκνα του, όποτε αυτά χρειάζονταν τη βοήθειά του, όπως χαρακτηριστικά στην 7η σελίδα της αγωγής ο ίδιος ο ενάγων ιστορεί για να δικαιολογήσει όμως στη συνέχεια την οικονομική στήριξη του πατέρα του προς την εναγομένη και όχι προς τον ίδιο.
Ειδικότερα, ο ενάγων επικαλέστηκε ότι η εναγομένη το έτος 1976 με αποκλειστικά εισοδήματα του πατέρα τους άνοιξε οδοντιατρείο στη Ν. Μεσήμβρια Ν. Θεσσαλονίκης, ενώ το έτος 1980 με το γάμο της της παρέδωσε ένα αξιοσέβαστο χρηματικό ποσό, προκειμένου να τη βοηθήσει στο νέο της ξεκίνημα προσωπικό και επαγγελματικό, στη Θάσο, όπου μετοίκησε με το σύζυγό της.
Με τα χρήματα τούτα η εναγομένη, το έτος 1990 αγόρασε με το σύζυγό της ένα οικόπεδο στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, όπου αργότερα ανήγειραν την κατοικία τους, με τη λήψη εκ μέρους της Α. Τ. Α., τον Αύγουστο του έτους 1996 και ενός δανείου 25.000.000 δραχμών, που αποπληρώθηκε το έτος 2012, πραγματικά περιστατικά που δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγομένη. 'Ομως όπως αποδείχθηκε η στήριξη του Χ.
Κ. και προς τον ενάγοντα ήταν μεγάλη, καθόσον τούτος γεννηθείς το έτος 1957 και απόφοιτος Μαθηματικής Σχολής του ΑΠΘ το έτος 1981, δεν ήταν δυνατόν με την εργασία του τα καλοκαίρια στην επιχείρηση του πατέρα του, -καθώς εισοδήματα από άλλη πηγή δεν απέδειξε- χωρίς τη συνδρομή του τελευταίου να αποκτήσει το 1978 , δηλαδή σε ηλικία 21 ετών αυτοκίνητο OPEL ASCONA, αξίας κατά τους ισχυρισμούς του 415.000 δραχμών, το 1983 δύο αγροτεμάχια στη Ν.
Μεσημβρία Θεσσαλονίκης συνολικής εκτάσεως 13 στρεμμάτων, επικαλούμενης με την αγωγή του αξίας 440.000 ευρώ, το 1986 ένα ισόγειο κατάστημα 32,60 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ..., με αναγραφόμενο τίμημα στο σχετικό 13615/2.10.1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγησίλαου Κιτσάκη, 3.850.000 δραχ. Kαι αντικειμενικής αξίας 4.128.990 ευρώ.
Μόλις την 20.5.1987 ο ενάγων με την οικονομική βοήθεια του πατέρα του ανοίγει στην Παραλία της Κατερίνης ατομική επιχείρηση εμπορίας γουναρικών και προβαίνει σε σχετική δήλωση έναρξης δραστηριότητας στο ΔΟΥ Κατερίνης. Η επιχείρηση αυτή του ενάγοντος, του απέφερε κέρδη οφειλόμενα, τόσο στις ικανότητές του όσο και στη συγκυρία που ευνοούσε το εμπόριο γούνας στην Κατερίνη η οποία από το έτος 1990 κατακλυζόταν από Ρώσους τουρίστες.
Το 1990 δυνάμει του με αριθμ.... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κατερίνης Σοφίας Φούντα, ο ενάγων απέκτησε ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού καθαρού 112,40 τ.μ. στην Παραλία της Κατερίνης επί της οδού Λεωφόρου Στρατού 15, αντί αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 8.000.000 δραχμών που καταβλήθηκε ολόκληρο σε μετρητά και το 1993 αγόρασε αυτοκίνητο ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ αντί τιμήματος 10.908.200 δραχμών.
Αμέσως μετά την αγορά του παραπάνω καταστήματος ο ενάγων προέβη σε ριζική ανακαίνιση και ανακατασκευή του παταριού αυτού σε δύο μικρά δωμάτια, που διήρκεσε μέχρι και το 1994, δαπανώντας το συνολικό ποσό των 7.000.000 δραχμών, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και μη αμφισβητούμενα από την εναγομένη. Την εποχή εκείνη οι τιμές των ακινήτων ήταν χαμηλές και με προτροπή του πατέρα των διαδίκων, αυτοί οδηγήθηκαν στην απόφαση το έτος 1994 να αγοράσουν από κοινού τα προαναφερόμενα δύο επίδικα καταστήματα.
Όλη την προετοιμασία για τη σύναψη των δύο επίδικων συμβολαίων αγοράς, όλες τις συνεννοήσεις με τους αγοραστές, καθώς και την προκαταβολή του τιμήματος (3.000.000 δρχ) την έκανε ο ενάγων μιας και η εναγομένη ζούσε στη Θάσο και ήρθε μόνο για την υπογραφή των συμβολαίων. Το γεγονός όμως αυτό δεν αναιρεί ότι τα επίδικα ακίνητα αγοράστηκαν από τα δύο αδέλφια με χρήματα που τους δώρισαν οι γονείς τους, οι οποίοι να σημειωθεί είχαν προς τούτο την οικονομική δυνατότητα, αφού από τις πολυετείς αποταμιεύσεις που έκαναν από τα εισοδήματα της εργασίας τους είχαν καταθέσεις στο Ταμείο παρακαταθηκών και Δανείων, που έφθαναν κατά το χρόνο θανάτου και της μητέρας αυτών (15.4.2014) στο ποσό των 206.884,21 ευρώ.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι τα μεν χρήματα για την αγορά του μεριδίου της καταβλήθηκαν από την ίδια, το δε τίμημα για το μερίδιο του ενάγοντος πληρώθηκε από τον ενάγοντα και τους γονείς αυτού, μιας και οι τρείς εργάζονταν στην επιχείρησή του, - όπως το τελευταίο γεγονός βεβαιώνει και ο μάρτυράς της Κ. Κ.-, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι και το τίμημα για το μερίδιο της εναγομένης καταβλήθηκε από χρήματα των γονέων της, όπως η ίδια παραδέχεται στην από 22.7.2014 αγωγή που άσκησε σε βάρος του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης (ειδική διαδικασία μισθωτικών διαφορών).
Η αναφορά του ενάγοντος ως καταβάλλοντος στις αποδείξεις καταβολής των δόσεων του τιμήματος που πιστώθηκε για την αγορά του πρώτου επίδικου καταστήματος, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, εφόσον δεν προκύπτει από το γεγονός αυτό και μόνο η προέλευση των χρημάτων, ενώ το ίδιο ισχύει και τους μάρτυρες του ενάγοντος Β.
Σ. και Μ. Π. του βεβαιώνουν ενόρκως ότι μόνο ο ενάγων κατέβαλε χρήματα για την αγορά των επίδικων ακινήτων, οι οποίοι ως τρίτοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πως προήλθαν αυτά στην κατοχή του ενάγοντος. Εξάλλου, όπως στη μείζονα της παρούσας σκέψη εκτέθηκε, η καταβολή ή μη του τιμήματος από τον αγοραστή δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης, η οποία δεν καθίσταται χωρίς άλλο εικονική ως προς το πρόσωπο της εναγόμενης από μόνο το γεγονός ότι το τίμημα το κατέβαλε τρίτος, πολύ δε μάλλον που ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί του ότι δεν υπήρχε συναλλακτική πρόθεση των συμβαλλόμενων να μεταβιβαστεί η κυριότητα των επίδικων ακινήτων κατά 50% εξ αδιαιρέτου στην εναγομένη δεν αποδείχθηκε .Όσον αφορά την επικαλούμενη από τον ενάγοντα αιτία που οδήγησε αυτόν και την εναγομένη στις εικονικές δικαιοπραξίες, ότι δηλαδή τα δηλωθέντα εισοδήματά του κατά τα έτη πριν το 1994 δεν δικαιολογούσαν την απόκτηση αυτών με το μικρότερο μάλιστα αναγραφόμενο στα συμβόλαιο αγοραπωλησίας τίμημα, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η αιτία ή ο σκοπός της εικονικής σύμβασης κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν είναι αναγκαία για την κρίση περί εικονικότητας.
Ο ενάγων επικαλείται προς απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του και το γεγονός ότι το προαναφερόμενο από 15.4.1994 αντέγγραφο του πρώτου πωλητήριου συμβολαίου φέρεται μεν συμβαλλόμενη η εναγομένη, πλην όμως δεν υπέγραψε αυτό, γιατί δεν ανέλαβε καμία υποχρέωση να καταβάλει το πιστωθέν τίμημα και αυτός είναι ο λόγος που δεν έλαβε αντίγραφό του.
Πράγματι στο αντέγγραφο τούτο δεν υπάρχει η υπογραφή της εναγομένης, παρά μόνο η υπογραφή του πωλητή Κ. Σ. και του ενάγοντος, χωρίς όμως από μόνο του το γεγονός αυτό να είναι αρκετό για να αναιρέσει όλα όσα προεκτέθηκαν και όλα όσα θα εκτεθούν παρακάτω και να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κατάγνωση της επίδικης εικονικότητας.
Άλλωστε εφόσον το αντέγγραφο συντάχθηκε ως αποδεικτικό έγγραφο της αληθινής συναλλακτικής βούλησης των συμβαλλομένων, εύλογα θα ανέμενε κανείς ότι εκτός της αναφοράς του πραγματικού τιμήματος της πώλησης, θα γινόταν και αναφορά του πραγματικού αγοραστή αυτού ώστε να μπορεί ευχερώς και συναχθεί και η απαιτούμενη κοινή συμφωνία όλων των συμβαλλόμενων περί της εικονικότητας του συμβολαίου.
Τα επίδικα ακίνητα όταν αγοράστηκαν από τους διαδίκους ήταν εκμισθωμένα από τους δικαιοπαρόχους των στον Ν. Κ., ο οποίος τα χρησιμοποιούσε ως επαγγελματική του στέγη, μέχρι το έτος 1997, καταβάλλοντας ως μίσθωμα το ποσό των 700.000 δραχμές μηνιαία, το οποίο δηλωνόταν ως έσοδο στις φορολογικές δηλώσεις όχι μόνο από τον ενάγοντα, αλλά και από την εναγομένη (βλ.
δηλώσεις Ε2 των οικονομικών ετών 1995- 1997). Εάν οι επίδικες μεταβιβάσεις ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο της εναγομένης, τότε η ίδια αφενός δεν θα γνώριζε ούτε ότι αυτό ήταν εκμισθωμένο, ούτε τα στοιχεία του μισθωτή και αφετέρου δεν θα προέβαινε σε δήλωση μισθωμάτων ως εκμισθώτρια προσαυξάνοντας τα εισοδήματά της και καταβάλλοντας επιπλέον φόρο, ενόψει του ότι δεν απαιτείται ο κύριος του μισθίου ακινήτου να είναι και εκμισθωτής αυτού και θα μπορούσε μοναδικός εκμισθωτής να είναι ο ενάγων.
Ο προαναφερόμενος μισθωτής παρέδωσε στους διαδίκους τη χρήση των μισθίων καταστημάτων τα οποία είχαν συνενωθεί και λειτουργούσαν ως ένα ενιαίο κατάστημα, στις 15.9.1997 κι έκτοτε τα εκμεταλλεύονταν αποκλειστικά ο ενάγων, προχωρώντας σε πλήρη ανακαίνιση αυτών με δικές του δαπάνες μιας και η εναγομένη του είχε παραχωρήσει δωρεάν τη χρήση και του δικού της μεριδίου, δηλώνοντας ως τεκμαρτό εισόδημα από την παραχώρηση αυτή το ποσό των 146,74 ευρώ, ενώ αντίστοιχα ο ενάγων δήλωνε στο φορολογικό έντυπο Ε3 των ετών 1999 έως 2014 ότι αυτά ήταν ιδιοχρησιμοποιούμενα πληρώνοντας και αυτός ένα μικρό ποσό φόρου.
Το έτος 2001 μετά το θάνατο του πατέρα των διαδίκων, ο ενάγων νιώθοντας προφανώς ευνοημένος από τη στήριξη αυτού στην οικονομική του ανέλιξη, δώρησε στην εναγομένη και τη μητέρα του όλα τα κληρονομιαία ακίνητα από την πατρική περιουσία, συνολικής αξίας 5.639.471 δρχ. δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χρήστου Κυριακόπουλου.
Οι καλές αδελφικές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκαν μέχρι το έτος 2013 που ο ενάγων λόγω της οικονομικής δυσχέρειας που αντιμετώπιζε και της πολύμηνης νοσηλείας του εξαιτίας της χρόνιας ψυχικής ασθένειας που αντιμετώπιζε (διπολική διαταραχή), θέλησε εγγράφως με την από 14.11.2013 εξώδικό του να διαμαρτυρηθεί για τις προσπάθειες οικειοποίησης εκ μέρους της εναγομένης των χρημάτων του κοινού λογαριασμού της μητέρας των .κατηγορώντας μάλιστα αυτήν ότι παράνομα κατακρατεί τη μητέρα τους στην οικία της και εμποδίζει την επικοινωνία της μαζί του.
Άμεση ήταν η αντίδραση της εναγομένης και της μητέρας της για τα όσα ο ενάγων ισχυριζόταν και με την από 21.11.2013 εξώδικό τους, η μητέρα του αφού αρνήθηκε παντελώς τις περί παράνομου εγκλεισμού της στο σπίτι της εναγομένης αιτιάσεις του, τον ενημέρωνε ότι ο λογαριασμός που αυτή τηρούσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ανέρχονταν στις 29.11.2012 στο ποσό των 204.585,84 ευρώ, "προερχόμενα από κόπους και αποταμιεύσεις μιας ζωής", εκ του οποίου το 1/2 δικαιούται να λάβει αυτός, πλην όμως φοβούμενη ότι η σύζυγός του δεν θα διαθέσει αυτά στις πραγματικές του ανάγκες και στην αντιμετώπιση οφειλών του προς Εφορία και ΟΑΕΕ, όρισε ως διαχειρίστρια την εναγομένη, η οποία θα κάλυπτε τις εκάστοτε υποχρεώσεις του μέχρι του ποσού των 102.292,92 ευρώ μόλις της προσκόμιζε αυτός τα σχετικά έγγραφα.
Ακολούθησε εκ μέρους του ενάγοντος η από 13.1.2014 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση- δήλωσή του προς την εναγομένη, όπου μεταξύ άλλων καλεί την τελευταία να προσέλθει σε συνάντηση μαζί του παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων τους με σκοπό όπως επί λέξει αναφέρει ".... να συνταχθεί έγγραφο για την εφ'όρου ζωής ελεύθερη χρήση του ισογείου καταστήματος στην παραλία Κατερίνης άνευ ανταλλάγματος, αφού κάτι τέτοιο νομίζω ότι το έχω πραγματοποιήσει λίαν υπέρ του δέοντος με τη δωρεά από την πλευρά μου όλης της ακίνητης περιουσίας που κληρονόμησα από τον πατέρα μας σε εσένα και τη μητέρα μας..".
Η εκφρασμένη με το άνω έγγραφο βούληση του ενάγοντος, σε εποχή που οι σχέσεις του με την εναγόμενη είχαν διαταραχθεί και είχαν ξεχαστεί τα μεταξύ τους αδελφικά αισθήματα, να συνταχθεί μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό που θα του παρέχει το άνευ καταβολής ανταλλάγματος δικαίωμα χρήσης των επίδικων καταστημάτων- που πλέον αποτελούσαν ένα ενιαίο κατάστημα-ως αντιστάθμισμα της δωρεάς προς την εναγομένη των ακινήτων που κληρονόμησε από τον πατέρα τους, δεν μπορεί παρά να εκτιμηθεί ως αποδοχή εκ μέρους του ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι αληθινές και όχι εικονικές ως προς το πρόσωπο της εναγομένης.
Δεν είναι τυχαίο που στην παραπάνω εξώδικο δεν υπάρχει καμία αναφορά του ενάγοντος για εικονικότητα της μεταβίβασης των επίδικων καταστημάτων και για αγορά αυτών με δικά του χρήματα, παρά διατυπώνεται η απαίτησή του να συνεχίσει να χρησιμοποιεί δωρεάν αυτά, όπως γινόταν μέχρι τότε χωρίς καμία εναντίωση εκ μέρους της εναγομένης, αλλά και χωρίς ποτέ επί 20 και πλέον έτη να ζητήσει ο ενάγων να του μεταβιβάσει η εναγόμενη το ποσοστό του 50% εξ αδιαιρέτου αυτών που κατά τους ισχυρισμούς του εικονικά φερόταν στο όνομά της και του οποίου πραγματικός αγοραστής υπήρξε ο ίδιος.
Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν και μετά την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις ακινήτων είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο της εναγόμενης αγοράστριας του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου, ενώ η αληθινή βούληση των μερών ήταν αγοραστής των ακινήτων κατά πλήρη κυριότητα να είναι ο ενάγων και αντιθέτως αποδείχθηκε πως οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν στα σοβαρά και είναι έγκυρες, η κρινόμενη αγωγή καθίσταται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως -με αιτιολογίες που αντικαθίστανται εν μέρει και συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης (αρθ. 534 ΚΠολΔ)- και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις". Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 180, 513, 1033 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή τους και την απόρριψη της έφεσης και της αγωγής του ενάγοντος.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στις άνω διατάξεις, εφόσον στις ως άνω παραδοχές του εκτίθεται ότι, οι επίδικες συμβάσεις αγοραπωλησίας και μεταβίβασης του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου των δύο ακινήτων, δεν ήσαν εικονικές ως προς το πρόσωπο της εναγόμενης αγοράστριας του ιδανικού αυτού μεριδίου, έγιναν σοβαρώς και όχι κατά το φαινόμενο, η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων σε αυτές μερών ήταν η αναφερόμενη στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια και συγκεκριμένα αγοράστρια των πωλούμενων ακινήτων κατά το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου είναι η εναγομένη στην οποία συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί η κυριότητά τους έναντι του ορισθέντος γι'αυτά τιμήματος πωλήσεως, το οποίο και καταβλήθηκε από την ίδια, για το μεν δεύτερο ακίνητο στο σύνολό του κατά την υπογραφή του συμβολαίου, για το δε πρώτο ακίνητο, κατά το μεγαλύτερο μέρος του (του 1/2 των 23.000.000 δραχμών) κατά την υπογραφή του συμβολαίου, και κατά το μικρότερο μέρος του (του 1/2 των 10.500.000 δραχμών) που πιστώθηκε, αυτό καταβλήθηκε από την ίδια από χρήματα που προέρχονταν από δωρεές των γονέων της, μέσω του ενάγοντος αδελφού της (αγοραστή του ετέρου ιδανικού μεριδίου του 50%), που ενεργούσε για λογαριασμό της, υπήρχε συναλλακτική πρόθεση των συμβαλλόμενων, πωλητών και αγοράστριας εναγομένης, να μεταβιβαστεί η κυριότητα των επίδικων ακινήτων κατά 50% εξ αδιαιρέτου στην τελευταία και δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων-πωλητών και αγοράστριας, ότι αγοραστής του επιδίκου ιδανικού μεριδίου επί των δύο ακινήτων δεν είναι η ίδια που αναγραφόταν στα εν λόγω συμβόλαια, αλλά ο ενάγων, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες συμβάσεις αγοραπωλησίας και μεταβίβασης του επιδίκου ιδανικού μεριδίου των δύο ακινήτων είναι έγκυρες και με τις παραδοχές αυτές οδηγήθηκε στην απορριπτική της αγωγής και της έφεσης του αναιρεσείοντος κρίση του.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ τρίτος και πρώτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με την κρίση του αυτήν, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με το ζήτημα της εικονικότητας των πιο πάνω συμβάσεων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις διατάξεις των άρθρων 138, 180, 513, 1033 ΑΚ.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος και πέμπτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει αντιφάσεις και ελλείψεις σχετικά με την στάθμιση των αποδείξεων ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας των συμβάσεων διότι αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν ευκατάστατος και διέθετε εισοδήματα κατά το χρόνο κατάρτισης των επιδίκων δικαιοπραξιών για την καταβολή του τιμήματος και του επιδίκου πωληθέντος ιδανικού μεριδίου και αυτός μόνο υπέγραψε ως καταβαλών τις αποδείξεις πληρωμής του πιστωθέντος μέρους του τιμήματος που πρώτου ακινήτου και όχι και η εναγομένη, και τέλος ότι το από 15-9-1994 αντέγγραφο, συμφωνίας του πραγματικού τιμήματος πωλήσεως του πρώτου ακινήτου για την πώληση και μεταβίβαση αυτού από τον πωλητή, κατ' ισομοιρία στον ίδιο και στην εναγομένη, δεν το υπέγραψε η αναφερόμενη σ'αυτό ως αγοράστρια εναγομένη, αλλά μόνον ο ίδιος, δεν δικαιολογείται η κρίση της ότι η εναγομένη ήταν η αγοράστρια του ιδανικού μεριδίου στην επίδικη σύμβαση και το τίμημα πωλήσεως καταβλήθηκε από την τελευταία με χρήματα που προέρχονταν από δωρεές των γονέων της και δεν ήταν εικονική η επίδικη σύμβαση ως προς το πρόσωπό της ως αγοράστριας του ιδανικού μεριδίου του εν λόγω ακινήτου, είναι απαράδεκτες διότι αναφέρονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου και των διαδίκων καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, το εξαχθέν δε πόρισμα του δικαστηρίου ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται σαφώς, ενώ υπό την επίφαση των αιτιάσεων αυτών πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Α.Π.87/2022, Α.Π. 1864/2017, Α.Π. 1614/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π.559/2020, Α.Π.1437/2017). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του και όταν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης σ' αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (Α.Π.87/2022, Α.Π. 2116/2014, ΑΠ 509/2011, ΑΠ 771/2010).
Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (Α.Π.87/2022, Α.Π. 1570/2017, Α.Π. 309/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την εφαρμογή του ν. 4335/2015, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ίσχυε, κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πριν την αντικατάστασή της με τα άρθρ.23 και 120 του ν.4842/2021, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες στα πλαίσια και της διάταξης του άρθρου 116 του ίδιου Κώδικα, που επιβάλλει την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης κατά την επιχείρηση των διαδικαστικών πράξεων, προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι η ένορκη βεβαίωση, δίδεται κατά την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, εκτός αν εμφιλοχωρεί άλλη υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, της οποίας το πέρας πρέπει να αναμένει ο κλητευθείς και περί αυτού να γίνεται μνεία στην βεβαίωση.
Εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, το έγκυρο της ένορκης βεβαίωσης ως διαδικαστικής πράξης και το παραδεκτό αυτής ως οικείου αποδεικτικού μέσου, δεν παραβλάπτονται από μόνο το γεγονός ότι η κατάθεση του μάρτυρα που περιέχεται στη βεβαίωση δόθηκε, όχι την ακριβή ώρα που αναγράφεται στη σχετική κλήση, αλλά σε μεταγενέστερη μετ' εύλογη καθυστέρηση ώρα της ίδιας ημέρας, γνώση της οποίας είχε τη δυνατότητα να λάβει ο αντίδικος εξαιτίας της ανωτέρω για συγκεκριμένο χρόνο κλητεύσεώς του.
Η διάρκεια της αναμονής πέραν της αναγραφόμενης στην κλήση ώρας, κρίνεται εύλογη, μέχρι 15' από την ορισθείσα ώρα έναρξης, χωρίς να παραβλάπτεται από την καθυστέρηση, το κύρος της ένορκης βεβαίωσης. Αν, ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυρας που πρότεινε, από λόγους που αφορούν τους ίδιους, προσήλθαν στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν του πιο πάνω χρόνου, η ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ερήμην του κλητευθέντος μετά από το χρόνο αυτό, δεν αποτελεί νόμιμο, κατά την έννοια του νόμου, αποδεικτικό μέσο και αυτεπαγγέλτως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το αν έχει επέλθει βλάβη στον μη εμφανισθέντα αντίδικο (ΟλΑΠ 20/2004, Α.Π.87/2022, ΑΠ 278/2017, ΑΠ 802/2010).
Τούτο σαφώς συνάγεται από το σκοπό στον οποίο αποβλέπει η υποχρέωση κλήτευσης του αντιδίκου, που συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας στον τελευταίο να παραστεί στην εξέταση, ώστε να ασκήσει τα παρεχόμενα σ' αυτόν, από τις διατάξεις των άρθρων 393, 394, 398, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409, 411 και 413 ΚΠολΔ, δικαιώματα, όπως και να προβάλει ενστάσεις και αιτήσεις (λ.χ.
εξαίρεσης του μάρτυρα) που καταχωρίζονται στην ένορκη βεβαίωση και θα κριθούν από το δικαστήριο, αλλά, επίσης, γνωρίζοντας αυτός το περιεχόμενο της κατάθεσης, να μπορεί να την αντικρούσει με νέες ένορκες βεβαιώσεις (άρθρο 422 ΚΠολΔ, Α.Π.87/2022). Το ίδιο συνάγεται και από την υποχρέωση που καθιερώνεται με τις ανωτέρω διατάξεις, επί ποινή ακυρότητας της ένορκης βεβαίωσης, για αναφορά στην κλήση, εκτός των άλλων στοιχείων, και της ώρας λήψης της ένορκης βεβαίωσης και τούτο, όχι μόνο για τη διαπίστωση της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου, αλλά και για την εκπλήρωση του ως άνω σκοπού.
Συνεπώς, η αναγραφή της ώρας λήψης της κατάθεσης του μάρτυρα, είναι αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης, καθόσον μόνο με αυτήν μπορεί να αποδειχθεί η παροχή της δυνατότητας που προαναφέρθηκε στον αντίδικο εκείνου που επισπεύδει την κατάθεση. Η παράλειψη αναφοράς της ώρας λήψης αυτής συνεπάγεται το μη νόμιμο της ένορκης βεβαίωσης(Α.Π.87/2022, Α.Π.1175/2019).
Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (Α.Π.87/2022, ΑΠ 1175/2019, Α.Π.453/2019, ΑΠ 927/2017). Με τους πρώτο και τρίτο πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την υπ' αριθ.... ένορκη βεβαίωση που επικαλέστηκε και προσκόμισε παραδεκτά στο Εφετείο ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα των ως άνω προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, προτιθέμενος, μετά την έκδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης και εν όψει της συζήτησης της έφεσης που είχε ασκήσει κατ' αυτής, να εξετάσει τον αναγραφόμενο μάρτυρα ενώπιον του συμβολαιογράφου Κατερίνης Γεώργιου Τζαμακλή, κοινοποίησε στην αντίδικό του αναιρεσίβλητη την από 14-2-2018 κλήση με την οποία καλεί αυτήν να παρασταθεί κατά την εξέτασή του στον αναφερόμενο τόπο, "την Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 12.30 μ.μ.".
Την κλήση αυτή, που περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 422 ΚΠολΔ στοιχεία, επέδωσε στην αναιρεσίβλητη στις 14-2-2018 ο δικαστικός επιμελητής του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Κ. (βλ. την ... έκθεση επιδόσεως αυτού). Από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ ... ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε για την εξέταση του μάρτυρα Β.
Σ. του Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Κατερίνης Γεώργιου Τζαμακλή, προκύπτει ότι, ο ανωτέρω μάρτυρας εμφανίστηκε στον αναφερόμενο συμβολαιογράφο στο γραφείο του επί της οδού Κανάρη αρ.2 στην Κατερίνη, που είχε οριστεί για την εξέτασή του και κατέθεσε ένορκα όσα αναφέρονται στο περιεχόμενο της πράξεως που συντάχθηκε "στις είκοσι (20) του μήνα Φεβρουαρίου του έτους δύο χιλιάδες δεκαοκτώ (2018) ημέρα της εβδομάδας Τρίτη".
Ο μάρτυρας κατέθεσε ερήμην της κληθείσας αναιρεσίβλητης, δοθέντος ότι δεν αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωση εμφάνιση αυτής. Επίσης, στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, που νόμιμα προσκομίστηκε από τον αναιρεσείοντα, με επίκληση στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, δεν αναγράφεται η ώρα κατά την οποία κατέθεσε ο μάρτυρας και συντάχθηκε η ένορκη βεβαίωση.
Λόγω αυτής της έλλειψης και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ένορκη βεβαίωση δεν ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν, λόγω της μη αναγραφής της ώρας κατάθεσης του μάρτυρα, να διαπιστωθεί αν λήφθηκε την οριζόμενη στην κλήση ώρα ή σε άλλη, που ενδεχομένως να απείχε από την ορισθείσα, καθώς και ο τυχόν χρόνος απόστασης, αν η διαφορετική ώρα λήψης οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος ή του μάρτυρά του ή σε λόγο που τη δικαιολογεί και τελικά, αν η μη εμφάνιση της αναιρεσίβλητης κατά την κατάθεση του μάρτυρα οφείλεται σε υπαιτιότητα της ιδίας.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα του προσκομισθέντος αποδεικτικού αυτού μέσου, με τη μη λήψη υπόψη της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού δεν επρόκειτο για νόμιμο αποδεικτικό μέσο και οι σχετικοί πρώτος λόγος της αναίρεσης και τρίτος λόγος των προσθέτων λόγων με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ως άνω από το άρθρο 559 αρ.11 γ' Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η ίδια από τον αριθμό 11 γ' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, παρά την διαβεβαίωσή του στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά με επίκληση προσκόμισε, μεταξύ των οποίων και:
α) την υπ' αριθ.17231/2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Τσιότσιου δοθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Κοζάνης Ιωάννη Κιτσόπουλου, β) την υπ' αριθ.6179/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αντιδίκου του για απόδοση, αναληφθέντος εκ μέρους της τελευταίας τα έτη 2011 και 2014, χρηματικού ποσού 68.981,40 ευρώ, από τον κοινό τους προθεσμιακό λογαριασμό με συνδικαιούχο και τη μητέρα τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
γ)την υπ' αριθ. 7102/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία η αντίδικός του καταδικάσθηκε, μετά από μήνυσή του σε ποινή φυλάκισης για πλαστογραφία μετά χρήσεως (ιδιόγραφης διαθήκης) και απάτη στο δικαστήριο (με τη δημοσίευσή της), τελεσθείσα το έτος 2014, δ) την από 1-2-2014 υπ' αριθ.πρωτ....
βεβαίωση του Τ.Π.κ.Δ, για τις γενόμενες τα έτη 2011 και 2014 αναλήψεις από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό και το υπόλοιπο αυτού κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας τους (15-4-2014), δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι πράγματι έλαβε υπόψη του τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, γιατί δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό τούτων, όπως αντιθέτως έπραξε με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Όμως, τόσο από την ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τον ερευνώμενο λόγο (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όπου ρητά αναφέρεται (5η και 6η σελίδα), ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα, που παραδεκτά και νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, επισημειώνοντας ότι, χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέσει με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, ....καθώς και ...την..... ...
ένορκη βεβαίωση του Κ. Τ.....", όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, όπου ρητώς μνημονεύει, αξιολογεί και σχολιάζει εκτενώς, και την ως άνω ένορκη βεβαίωση (σελ.9η και 10η της αναιρεσιβαλλλομένης απόφασης) που ο αναιρεσείων αναφέρει ότι αγνόησε το Εφετείο, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, ιδιαιτέρως δε και από τις σκέψεις και τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εικονικότητας των επίδικων συμβάσεων ως προς το πρόσωπο της αγοράστριας εναγομένης αναιρεσίβλητης και την καταβολή του τιμήματος από την εναγομένη, από προερχόμενα, από δωρεές των γονέων της, χρήματα, δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος και τα ανωτέρω έγγραφα-τα οποία, σημειώνεται ότι, αφορούν σε περιστατικά πολύ μεταγενέστερα της κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων (το έτος 1994) και συγκεκριμένα αφορούν σε περιστατικά των ετών 2011 και 2014 που δεν συνδέονται με το αποδεικτέο θέμα ώστε να γίνεται ειδική μνεία σε αυτά- εξάγοντας το αποδεικτικό πόρισμά του ότι, από το συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνυόταν η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα εικονικότητα.
Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Ούτε εξάλλου από το ότι το δικαστήριο της ουσίας μνημονεύει και εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, καθίσταται αμφίβολο αν συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται ο αναιρεσείων στον υπό κρίση λόγο. Η άποψη δε του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
γιατί πλήττει την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά από το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο ερευνώμενος τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο είτε στην ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ'αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό και εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018) καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σε αυτό, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.Α.Π.2/2008, 346/2016, Α.Π. 630/2020, Α.Π.262/2020). Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5-7-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού-απόδειξης που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων-αναιρεσείων για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί εικονικότητας των επιδίκων συμβάσεων ως προς το πρόσωπο της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ως αγοράστριας των ακινήτων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και συγκεκριμένα παρέλειψε να αναγνώσει αυτό στο οποίο αναφέρεται ότι "στην Παραλία Κατερίνης στις 5-7-1994 ο αφενός συμβαλλόμενος Κ.
Σ. (πωλητής) συμφώνησε να πωλήσει το επίδικο κατάστημα εμβαδού 80 τ.μ. κείμενο επί της οδού ... στην Παραλία Κατερίνης, στον αφετέρου συμβαλλόμενο Π. Κ. αντί τιμήματος 30.000.000 δραχμών και για το λόγο αυτό ο Π. Κ. έδωσε σήμερα στον Κ. Σ. το ποσό των 3.000.000 δραχμών ως αρραβώνα της αγοραπωλησίας αυτής, επέχοντος θέση αποδείξεως καταβολής του εν λόγω αρραβώνος (προκαταβολής) και το οριστικό συμβόλαιο θα συνταχθεί μέχρι το τέλος του μηνός Οκτωβρίου 1994" και από αυτό φαίνεται ότι αγοραστής και συμβαλλόμενος ήταν ο ενάγων και όχι η εναγομένη, με συνέπεια λόγω της ελλιπούς ανάγνωσης να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν αποδεικνύεται η εικονικότητα των δικαιοπραξιών ως προς το πρόσωπο της εναγομένης, ενώ αν λάμβανε υπόψη το πραγματικό περιεχόμενό του θα κατέληγε στην αντίθετη παραδοχή και θα έκανε δεκτή την έφεση και την αγωγή του αναιρεσείοντος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στο έγγραφο αυτό και αφορούν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων προ της καταρτίσεως της πρώτης επίδικης σύμβασης πωλήσεως του καταστήματος εμβαδού 80 τ.μ.
και όχι στο περιεχόμενο της τελευταίας ως προς τους συμβαλλομένους της, που αποτελεί αντικείμενο της δίκης, και συνεκτιμώντας τα με τα λοιπά αποδεικτά μέσα συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί, η συνεχίζουσα για τον αναιρεσείοντα τη δίκη, ορθό. Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον ίδιο ως άνω πρόσθετο λόγο, ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα για τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό από αυτό που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και το Εφετείο έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετική κρίση και να δεχθεί την έφεση και την αγωγή του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων που ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης) (ΑΠ 265/2011, ΑΠ 1591/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 36 του ν.4842/2021, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 116 του ιδίου νόμου, εφαρμόζεται και επί σε όσα ένδικα μέσα είναι εκκρεμή μετά την 1-1-2022, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, μεταξύ άλλων, για ισχυρισμό που αφορά το δεδικασμένο.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (Α.Π.2028/2014, ΑΠ 1198/1997).
Με τον έκτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι παραβιάστηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δεδικασμένο, που προβάλλεται το πρώτον, και απορρέει από την 6179/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την 1187/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης αντιδίκου του, περί αποδόσεως αναληφθέντος εκ μέρους της τελευταίας χρηματικού ποσού, 68.981,40 ευρώ, από τον κοινό τους προθεσμιακό λογαριασμό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος προτείνεται παραδεκτά με την αναίρεση, παρότι δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (αρθ.562 παρ.2 ΚΠολΔ), έτσι όπως διατυπώνεται, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η έννομη σχέση που κρίθηκε με την επικαλούμενη, ήδη τελεσίδικη, υπ' αριθμ. 6179/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά από διάγνωση της οποίας υποχρεώθηκε να καταβάλει η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα χρηματικό ποσό, δεν ταυτίζεται με την επίδικη, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, έννομη σχέση, της αναγνώρισης της ακυρότητας συμβάσεων πωλήσεως ακινήτων λόγω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο της συμβαλλομένης σε αυτές αγοράστριας-αναιρεσίβλητης.
Επομένως, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας κατά τα άνω και συνακόλουθα από την 6179/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν παράγεται δεδικασμένο για την κριθείσα με την προσβαλλομένη απόφαση έννομη σχέση και δεν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνεται και ιστορείται στον υπό κρίση λόγο.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους τόσο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3Β εδ.δ' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-12-2019 αίτηση και τους από 22-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής, του Π. Κ. για αναίρεση της 2175/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την συνεχίζουσα τη δίκη στη θέση του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ