Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure of appellants to appear at hearing after valid summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the appellants failed to appear at the scheduled hearing despite valid summons. The respondent appeared and argued that the appellants had been properly notified, yet no evidence of service was produced. The court ruled that without proof of valid summons or appearance, the hearing cannot proceed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 and 576 § 1-3 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear at a hearing after valid summons, the hearing is declared inadmissible and the case must be rescheduled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1023 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1023/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Κ., 2) Π. συζύγου Μ. Π., κατοίκων … Πειραιά, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου – καλούντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου … Χανίων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση που ανακάλεσε την από 21.05.2021 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κάτοικος … επί της οδού ... και όχι Αθηνών όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30.12.2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1525/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 116/2015 μη οριστική και 221/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21.05.2018 αίτησή τους και τους από 26.12.2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 391/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 02.05.2019 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλο επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σα να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 477/2019, 317/2016, 1061/2010, πρβλ ΟλΑΠ 9/2003).
Εξάλλου το άρθρο 74 παρ. 2 του νόμου 4690/2020 προβλέπει: «Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.05.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 01.07.2020 έως 15.07.2020 ή από 01.09.2020 έως 15.09.2020. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους».
Και στην περίπτωση όμως που η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίσθηκε κατά τον αναφερόμενο από την ανωτέρω τελευταία ρύθμιση τρόπο, οπότε δεν απαιτείται νέα κλήση και κλήτευση των διαδίκων για την ορισθείσα νέα δικάσιμο, εάν ένας από τους διαδίκους απολείπεται κατά τη νέα δικάσιμο της υποθέσεως, συνεχίζει να αποτελεί ελεγχόμενη αυτεπαγγέλτως προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης αυτής, η νόμιμη επίσπευσή της κατά την προηγούμενη αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της ως άνω αναστολής.
Ο σκοπός του νομοθέτη της προαναφερόμενης έκτακτης ρυθμίσεως του νόμου 4690/2020 συνίσταται στον ταχύ προσδιορισμό της νέας συζήτησης, χωρίς να είναι αναγκασμένος ο διάδικος, που είχε επισπεύσει κανονικά τη ματαιωθείσα συζήτηση, να προβεί σε νέες ενέργειες και δαπάνες. Ο νομοθέτης δεν επιδίωξε, δια της πραναφερόμενης ρύθμισης, να απόσχει από τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της προωθήσεως της δίκης με πρωτοβουλία των διαδίκων και της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνονται με τα άρθρα 108 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ αντιστοίχως.
Έτσι είναι αυτονόητο ότι ο απολειπόμενος κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως διάδικος απαιτείται να είχε λάβει γνώση της αρχικής δικασίμου, είτε επειδή είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση δι' επιδόσεως της σχετικής κλήσης στον αντίδικό του γι’ αυτήν είτε επειδή είχε επιδοθεί στον ίδιο αυτή η κλήση από τον τελευταίο.
Μόνον επομένως εάν ο απολειπόμενος διάδικος γνώριζε, δια της τηρήσεως μίας από αυτές τις νόμιμες διαδικασίες, ότι εκκρεμούσε συζήτηση κλήσης προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο, που ενέπιπτε στο χρονικό διάστημα της αναστολής, οπότε και ματαιώθηκε, μπορεί να ισχύσει η αναγραφή της υποθέσεως στο νέο πινάκιο ως κλήτευσή του, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να θεμελιωθεί οποιαδήποτε εύλογη βάσει του νόμου 4690/2020 υποχρέωσή του προς έρευνα των οικείων πινακίων ή και των τυχόν γνωστοποιήσεων προς τον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου, ώστε να θεωρηθεί νομίμως κλητευθείς για τη νέα δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες έχουν ασκήσει την από 21.05.2018 αίτηση για αναίρεση της 221/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και τους από 26.12.2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Επί αυτών εκδόθηκε η 391/2019 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε (αορίστως) η εκδίκασή τους μέχρι την έκδοση απόφασης της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του νομικού ζητήματος, που αναφέρεται σε εκείνη την απόφαση και που παραπέμφθηκε ενώπιόν της με την 889/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματός του.
Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της εισήχθησαν εκ νέου προς συζήτηση με την από 02.05.2019 κλήση του αναιρεσιβλήτου, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 18.05.2020. Κατ’ εκείνη τη δικάσιμο η συζήτησή τους ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας Covid 19. Βάσει της προπαρατιθέμενης διάταξης του άρθρου 74 ν. 4690/2020 ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, με την από 08.07.2020 πράξη της τότε προέδρου του τμήματος, ως νέα ημέρα συζήτησής τους στο ακροατήριο η αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμος (24.05.2021) και η υπόθεση εγγράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη δι’ αυτού του τρόπου ορισθείσα νέα δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία αυτή συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου στο ακροατήριο, δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται εκθέσεις επιδόσεως, από τις οποίες προκύπτει κλήτευση των αντιδίκων του για την αρχική δικάσιμο της κλήσης του (18.05.2020) προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής ή επιδοθείσα προς τον ίδιο κλήση προς συζήτησή τους εκ μέρους των αναιρεσειόντων (κλήση προς συζήτηση, η οποία συντάσσεται κατά κανόνα κάτω από αντίγραφο της κλήσης, με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή περί γενομένης προς τον ίδιο με επιμέλεια των αντιδίκων του επίδοσης).
Επομένως δεν προκύπτει ποιος επέσπευσε τη συζήτηση της κλήσης και κατ’ επέκταση τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής για την αρχική δικάσιμό της (18.05.2018) και ότι οι αναιρεσείοντες είχαν λάβει νομίμως γνώση αυτής, ώστε να ισχύσει η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο λόγω της ματαίωσής της συζήτησης κατά τη δικάσιμο εκείνη ως κλήτευση των απολειπόμενων αναιρεσειόντων κατά τα προεκτιθέμενα.
Εφόσον δε αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά τη νέα συζήτηση, πρέπει, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21.05.2018 αίτησης των 1) Μ. Π. και 2) Π. συζ. Μ. Π. για αναίρεση της 221/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και των από 26-12-2018 πρόσθετων λόγων αυτής.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
Αντιπρόεδρος
Αρείου Πάγου