Supreme Court dismisses appeal in custody dispute, upholding visitation schedule based on child's best interests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the single-member Court of Appeal's decision regarding visitation rights. The lower court established a specific visitation schedule for the child, prioritizing the father's access without the mother's presence due to the child's age and gender. The court found the appeal arguments baseless, confirming the lower court correctly interpreted the law and assessed evidence in the child's best interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681 B', 666 para.1, 670, 671 para.1-3, 672-676 of the Code of Civil Procedure; Article 559 no.8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the court, contrary to law, took into account matters not proposed or failed to take into account matters proposed that have a substantial influence on the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1023 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1023/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Φ. του Β., κατοίκου ..., ως ασκούσας την προσωρινή επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Β., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μπεκάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Β., κατοίκου Άρτας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πηνιαλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2016 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/8/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 25-8-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Β', 666 παρ.1, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015, υπ' αριθ. 58/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 3-8-2014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας αυτού με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας.
Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι τα διαλαμβανόμενα σ' αυτούς επιχειρήματα, που τους στηρίζουν.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Επίσης, είναι επουσιώδεις και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγματα', κατά την ως άνω έννοια, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει ούτε το λόγο του αριθ. 9, ισχυρισμοί θεμελιωτικοί διαδικαστικών αιτημάτων, όπως της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 2172017, ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1493/2003).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για αποδεικτικά μέσα, όπως για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 564/2008).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 368 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων του άρθ. 559 αριθ. 8 και 9, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 119/2016, ΑΠ 1189/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ δύο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του και άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτησή της περί διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του αντιδίκου της, τους οποίους είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγους έφεσης.
Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, ενόψει του ότι από την επισκόπηση του αναιρετηρίου, αλλά και της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι δεν υφίσταται παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ρητά με σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία τον εν λόγω ισχυρισμό-αίτημα της αναιρεσείουσας.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1520 ΑΚ, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία του αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Η επικοινωνία αυτή ρυθμίζεται από το δικαστήριο με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου και τούτο διότι η ρύθμιση της άσκησης του ανωτέρω δικαιώματος από το άρθρο 1520 ΑΚ, λειτουργεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1511 και 1512 ΑΚ), με βάση και σκοπό πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου.
Τούτο αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης. Για να κριθεί τι αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν βάσει αξιολογικών κριτηρίων που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου, θα ληφθούν υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής.
Για τη διαπίστωσή του δε, θα ληφθούν υπόψη και θα αξιολογηθούν όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς να επιδρά στην απόφαση κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, η τυχόν υπαιτιότητα του γονέα στη διακοπή της συμβίωσης, οι προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες θα ασκείται αυτή η προσωπική επικοινωνία.
Το δικαστήριο, επίσης, με την απόφασή του μπορεί να επιβάλει, εφόσον είναι αναγκαίο για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου, περιορισμούς στην άσκηση της επικοινωνίας, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον τόπο και τον χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διάρκειά της ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία με ιδιαίτερο τρόπο, λόγω ειδικών περιστάσεων (ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 58/2017, ΑΠ 550/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 160/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις 15-10-2011, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, το Θ., που γεννήθηκε στις 13-3-2012.
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά στις 27-3- 2012. Από τότε το ανήλικο τέκνο τους διαμένει με τη μητέρα του, στην οποία ανατέθηκε προσωρινά η άσκηση της γονικής του μέριμνας με την υπ' αρ. 94/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και με την οποία επίσης ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με το τέκνο του και ότι αυτός έχει δικαίωμα επικοινωνίας μαζί του κάθε Τετάρτη από ώρα 18:00 έως 20:00 και κάθε Κυριακή από ώρα 11:00 έως 14:00, ότι η επικοινωνία θα γίνεται στη ...
με την παρουσία της μητέρας είτε στην οικία της τελευταίας είτε εκτός αυτής κατ' επιλογήν του ενάγοντος. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε, μετά από κοινή αίτηση τους, με την υπ' αρ. 107/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Με την από 27-5-2013 έγγραφη συμφωνία, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, η οποία επικυρώθηκε με την παραπάνω απόφαση, ανατέθηκε αποκλειστικά στην εναγομένη η άσκηση της επιμέλειας του ως άνω ανηλίκου τέκνου και ορίστηκε ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του κάθε Τετάρτη από ώρα 18:00 έως 20:00 και κάθε Κυριακή από ώρα 11:00 έως 14:00, ότι η επικοινωνία θα γίνεται στη ...
με την παρουσία της μητέρας και ότι η ως άνω συμφωνία έχει ισχύ για δύο έτη από την κατάρτισή της. Εν συνεχεία με την υπ' αρ. 95/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του και ορίστηκε ότι αυτός έχει δικαίωμα να επικοινωνεί μαζί του κατά το πρώτο εξάμηνο από τη δημοσίευση της απόφασης κάθε Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 18:00 έως 20:00 και κάθε Σάββατο από ώρα 12:00 έως 14:00, ότι η επικοινωνία του πατέρα θα πραγματοποιείται στη ...
στο μισθωμένο από την μητέρα διαμέρισμα ή εκτός αυτής κατ' επιλογήν του πατέρα, παρουσία της μητέρας και ότι μετά την πάροδο εξαμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης η επικοινωνία του πατέρα με το τέκνο του θα λαμβάνει χώρα χωρίς την παρουσία της μητέρας. Με την εκκαλούμενη υπ' αρ. 2/2016 απόφαση ρυθμίστηκε οριστικά το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του ως ακολούθως: 1) Για το χρονικό διάστημα από 7-1-2016 έως 7-1-2017:
α) κάθε Τετάρτη και Παρασκευή κάθε εβδομάδας, από ώρα 18:00 έως 20:00, β) το πρώτο και τρίτο Σάββατο κάθε μήνα και τη δεύτερη και τέταρτη Κυριακή κάθε μήνα από ώρα 10:00 έως 14:00, γ) κατά τις εορτές του Πάσχα του έτους 2006, κατά τις ημέρες της Μεγάλης Τετάρτης, Μεγάλης Πέμπτης και Μεγάλης Παρασκευής από ώρα 10:00 έως 15:00 κάθε ημέρας χωρίς διανυκτέρευση και κατά τις ημέρες της Τετάρτης, Πέμπτης και Παρασκευής της Διακαινησίμου εβδομάδας από ώρα 10:00 έως 15:00 κάθε ημέρας χωρίς διανυκτέρευση, δ) κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους από την 1η έως την 8η Αυγούστου και συγκεκριμένα από ώρα 10:00 έως 18:00 κάθε ημέρας από την 1η έως και την 6η Αυγούστου (χωρίς διανυκτέρευση) και με την ενδιάμεση διανυκτέρευση της 7ης προς την 8η Αυγούστου, ε) κατά τις εορτές των Χριστουγέννων του έτους 2016 και του Νέου Έτους από την 24η Δεκεμβρίου και ώρα 10:00 έως την 26η Δεκεμβρίου και ώρα 16:00 (με τις ενδιάμεσες διανυκτερεύσεις που θα πραγματοποιηθούν στην κατοικία του πατέρα στην Άρτα ή σε τυχόν κατοικία αυτού στην Ηγουμενίτσα) και από την 2α Ιανουαρίου 2017 και ώρα 10:00 έως την 4η Ιανουαρίου 2017 και ώρα 16:00 (με τις ενδιάμεσες διανυκτερεύσεις που θα πραγματοποιηθούν στην κατοικία του πατέρα ως ανωτέρω).
Η επικοινωνία θα γίνεται χωρίς την παρουσία της μητέρας, σε χώρο που θα επιλέγει ο πατέρας (στο διαμέρισμα στη ... ή εκτός αυτού), πλην των προαναφερθεισών διανυκτερεύσεων που θα γίνονται στην κατοικία του κατά τα ανωτέρω. 2) Για το χρονικό διάστημα από 8-1-2017 και έπειτα: α) κάθε Τετάρτη και Παρασκευή κάθε εβδομάδας, από ώρα 18:00 έως 20:00, β) το πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα 10:00 το πρωί του Σαββάτου έως και ώρα 17:00 της Κυριακής, με την ενδιάμεση διανυκτέρευση, γ) κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και του Νέου Έτους, τα μεν έτη που λήγουν σε μονό αριθμό από ώρα 10:00 της 24ης Δεκεμβρίου έως και ώρα 18:00 έως της 28ης Δεκεμβρίου, τα δε έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, από ώρα 10:00 της 31ης Δεκεμβρίου έως και ώρα 18:00 της 4ης Ιανουαρίου του επόμενου έτους, δ) κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα, τα μεν έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό από ώρα 10:00 της Μεγάλης Τετάρτης έως και ώρα 18:00 της Κυριακής του Πάσχα, τα δε έτη που λήγουν σε μονό αριθμό, από ώρα 10:00 της Τετάρτης της Διακαινησίμου εβδομάδας έως και ώρα 18:00 της Κυριακής του Θωμά, ε) κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, για τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό, για το χρονικό διάστημα από την 1η Αυγούστου έως και την 10η Αυγούστου κάθε έτους και συγκεκριμένα από ώρα 10:00 της 1ης Αυγούστου έως και ώρα 18:00 της 10ης Αυγούστου, ενώ για τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου έως και την 10η Ιουλίου κάθε έτους και συγκεκριμένα από ώρα 10:00 της 1ης Ιουλίου έως και ώρα 18:00 της 10ης Ιουλίου.
Η επικοινωνία θα γίνεται χωρίς την παρουσία της μητέρας, σε χώρο που θα επιλέγει ο πατέρας, πλην των προαναφερθεισών διανυκτερεύσεων που θα γίνονται στην κατοικία του. Οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις εξακολούθησαν και μετά τη λύση του γάμου τους να είναι τεταμένες και κατά την επικοινωνία του ανηλίκου με τον πατέρα του υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων εντάσεις και διενέξεις.
Μάλιστα οι διάδικοι υπέβαλαν ο ένας εναντίον του άλλου εγκλήσεις για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής, βάσει των οποίων σχηματίστηκαν οι υπ' αρ. ΑΒΜ ...2012 και ...2012 ποινικές δικογραφίες και μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, αμφότεροι οι διάδικοι δήλωσαν ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας ότι επιθυμούσαν την έναρξη ποινικής διαμεσολάβησης, στα πλαίσια της οποίας και οι δύο διάδικοι παρακολούθησαν ειδικό συμβουλευτικό θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Ηγουμενίτσας.
Σε εκτέλεση της ως άνω υπ' αρ. 5/2015 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διενεργήθηκε κοινωνική έρευνα για τις συνθήκες διαβίωσης του τέκνου των διαδίκων από την κοινωνική λειτουργό της Διεύθυνσης Πρόνοιας του ... Μ. Α., η οποία συνέταξε την από 16-4-2015 έκθεσή της. Η ως άνω κοινωνική λειτουργός στηριζόμενη σχεδόν αποκλειστικά στις αφηγήσεις της εναγομένης πρότεινε στην ως άνω έκθεσή της να διευκρινισθεί μέσω των γνωματεύσεων του Κέντρου Ψυχικής Υγείας "αν υπάρχει ψυχοπαθολογία στη συμπεριφορά του πατέρα" και εφόσον δεν υπάρχει παθογένεια, να υπάρξει μια προσαρμοστική περίοδος, κατά την οποία το παιδί θα γνωρίσει τον πατέρα του συναντώντας τον στην αρχή μαζί με τη μητέρα του και στη συνέχεια μόνο του και αφού αναπτυχθεί μια σχέση ανάμεσα τους θα μπορεί ο πατέρας να το παίρνει και στο πατρικό του σπίτι στην Άρτα.
Κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-2015 έως 20-8- 2015 ο ενάγων επικοινωνούσε με το τέκνο του, δύο φορές κάθε εβδομάδα, στο γραφείο των κοινωνικών λειτουργών της Διεύθυνσης Πρόνοιας του ..., παρουσία των κοινωνικών λειτουργών της εν λόγω υπηρεσίας. Στο από 11-9-2015 υπηρεσιακό σημείωμα, το οποίο συνέταξαν οι κοινωνικοί λειτουργοί της Διεύθυνσης Πρόνοιας του ...
Π. Α. και Μ. Α., μετά το πέρας των συναντήσεων που είχε ο ενάγων με το τέκνο του στον ως άνω χώρο της Διεύθυνσης Πρόνοιας του ..., αναφέρονται τα εξής: Ο ενάγων και ο τριών ετών γιός του είχαν μία ικανοποιητική επαφή και περνούσαν μαζί μια ευχάριστη και εποικοδομητική ώρα, παίζοντας με τα παιχνίδια που έφερνε μαζί του ο πατέρας.
Το παιδί φαινόταν χαρούμενο με τα παιχνίδια και τα μοιράζονταν με τον πατέρα του σε ένα δημιουργικό πλαίσιο απασχόλησης, δεν δυσανασχετούσε και ανταποκρινόταν επιτυχώς στα ερεθίσματα. Οι συναντήσεις έγιναν με την παρουσία των κοινωνικών λειτουργών, οι οποίοι είχαν ρόλο διακριτικού παρατηρητή και δεν χρειάσθηκε καμία παρέμβαση εκ μέρους τους για οποιονδήποτε λόγο.
Η μητέρα κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών παρέμενε εκτός του γραφείου, όπου πραγματοποιούνταν οι συναντήσεις και ήταν υπερβολικά αγχωμένη για την εξέλιξη των συναντήσεων όσον αφορά την αντίδραση του παιδιού. Κατά την άποψη των ανωτέρω κοινωνικών λειτουργών που περιέχεται στο ανωτέρω σημείωμα οι συναντήσεις του πατέρα με το παιδί του μπορούν να συνεχίζονται κατ' ιδίαν, διότι διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια των ως άνω συναντήσεων δεν δημιουργήθηκε κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα, παρόλη την αγωνία, που διακατείχε τη μητέρα του παιδιού.
Η εναγομένη με την έφεσή της παραπονείται επειδή η εκκαλουμένη απέρριψε το αίτημά της για τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης καθώς και για το ότι ορίσθηκε η επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του να γίνεται χωρίς την παρουσία της. Ο ενάγων είναι μόνιμος εν ενεργεία εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ ….
από το έτος 2002 και κατέχει οργανική θέση στο δημοτικό σχολείο .... Καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά ούτε και εκκρεμεί σε βάρος του πειθαρχική διαδικασία. Η εναγομένη στις από 10-11-2014 έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, κατά τη δικάσιμο της 13-11 - 2014, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αρ. 5/2015 απόφαση, ουδέν αναφέρει για ψυχοπαθολογία του ενάγοντος.
Επίσης η εναγομένη στην ένδικη έφεση της δεν ισχυρίζεται ρητώς ότι ο ενάγων πάσχει από ψυχιατρική νόσο, αλλά παραπονείται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματος της περί διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και της προσκόμισης της έκθεσης ψυχιατρικής έρευνας, που έγινε στα πλαίσια του ειδικού συμβουλευτικού θεραπευτικού προγράμματος, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, παρακολούθησαν αμφότεροι οι διάδικοι για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Ηγουμενίτσας.
Για την θεμελίωση του ως άνω αιτήματος της η εναγομένη επικαλείται μόνο τα αναφερόμενα στην ως άνω από 16-4-2015 έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Μ. Α.. Η τελευταία όμως στο ως άνω το από 11-9-2015 υπηρεσιακό σημείωμα, που συντάχθηκε, μετά τις συναντήσεις που είχε ο ενάγων με το τέκνο του στο γραφείο της ως άνω υπηρεσίας, δεν αναφέρει τίποτε σχετικό περί ψυχοπαθολογίας του ενάγοντος, αλλά αντίθετα γνωμοδοτεί ότι οι συναντήσεις του ενάγοντος με το τέκνο του "μπορούν να συνεχίζονται κατ' ιδίαν", κατά τα προεκτεθέντα.
Εξάλλου στη διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης προβλέπεται, μετά το πέρας της παρακολούθησης του ειδικού συμβουλευτικού θεραπευτικού προγράμματος, η πιστοποίηση εκ μέρους του υπευθύνου του προγράμματος της παρακολούθησης καθώς και του αντικειμένου του προγράμματος και του αριθμού των συνεδριών που παρακολούθησε ο ενδιαφερόμενος και όχι οποιαδήποτε γνωμάτευση σχετικά με διαπιστωθείσες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ούτε άλλωστε προέκυψε ότι ενημερώθηκε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσπρωτίας από τον υπεύθυνο του προγράμματος για την ύπαρξη τυχόν τέτοιας κατάστασης που θα καθιστούσε τον πατέρα ακατάλληλο για επικοινωνία.
Η εναγομένη εξεταζόμενη ως διάδικος κατέθεσε ότι ο ενάγων είναι νευρικός, και ότι κατά τη γνώμη της μπορεί να πάρει το παιδί να διανυκτερεύσει μαζί του, όταν το παιδί γίνει δέκα πέντε χρονών και μετά. Επίσης η εναγομένη στην ίδια ως άνω κατάθεσή της, όλως αορίστως, κατέθεσε επί λέξει "απ' ότι μου έχει πει ο ίδιος παρακολουθούνταν από κάποιο γιατρό, έπαιρνε χάπια, δεν ξέρω τί ακριβώς, τον είχα δει να μασάει κάτι και μετά να ηρεμεί".
Ενόψει όλων των ανωτέρω δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να διαταχθεί η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ούτε να προσκομισθεί έκθεση ψυχιατρικής έρευνας της προϊσταμένης του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Ηγουμενίτσας, που εξάλλου δεν προέκυψε ότι έχει συνταχθεί τέτοια και συνεπώς το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τα ανωτέρω δεδομένα, το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, το οποίο σήμερα είναι ηλικίας 4,5 περίπου ετών, επιβάλλει να γίνεται η επικοινωνία αυτού με τον ενάγοντα πατέρα του, χωρίς την παρουσία της εναγομένης μητέρας του.
Ο τρόπος δε αυτός επικοινωνίας δεν μπορεί να προκαλέσει στον ανήλικο οποιοδήποτε πρόβλημα για την ψυχική του ηρεμία, την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και γενικά την ανατροφή του, αλλά αντίθετα θα συμβάλει στη δημιουργία ψυχικού και συναισθηματικού δεσμού του ανηλίκου με τον ενάγοντα πατέρα του, που θεωρείται απολύτως αναγκαίος για την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανηλίκου, ενόψει του φύλου και της ηλικίας του.
Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία καθόρισε τον τρόπο επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο και χρόνο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι... Κατά συνέπεια, η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1511 και 1520 ΑΚ, κατά την εξειδίκευση της, αποτελούσας στοιχείο εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων σε σχέση με τη γενόμενη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας με τον αναιρεσίβλητο πατέρα του.
Τούτο δε διότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο, με βάση τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αναφερόμενα επωφελή για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, έκρινε ότι το καλώς εννοούμενο συμφέρον αυτού, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ηλικίας 4,5 ετών, επιβάλλει να γίνεται η επικοινωνία του με τον αναιρεσίβλητο πατέρα του κατά τον εκτιθέμενο τρόπο, χωρίς την παρουσία της αναιρεσείουσας μητέρας του.
Επιπλέον δε έκρινε ότι ο τρόπος αυτός επικοινωνίας δεν μπορεί να προκαλέσει στον ανήλικο οποιοδήποτε πρόβλημα για την ψυχική του ηρεμία, την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και γενικά την ανατροφή του, αλλά αντίθετα θα συμβάλει στη δημιουργία ψυχικού και συναισθηματικού δεσμού αυτού με τον ενάγοντα πατέρα του, που θεωρείται απολύτως αναγκαίος για την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (ανηλίκου), ενόψει του φύλου και της ηλικίας του.
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί και το ότι ο ορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τρόπος επικοινωνίας περιλαμβάνει δύο χρονικές περιόδους, μια για το χρονικό διάστημα από 7-1-2016 έως 7-1-2017 με περιορισμένο χρόνο επικοινωνίας, προκειμένου να καταστεί εφικτή η προσαρμογή του ανηλίκου στις νέες συνθήκες και μια για το χρονικό διάστημα από 8-1-2017 και μεταγενέστερα με περισσότερο χρόνο επικοινωνίας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-8-2018 αίτηση αναίρεσης της Π. Φ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 58/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ