Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of late supplementary grounds and lack of evidence for ignored evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The court ruled that supplementary grounds filed late were inadmissible due to failure to serve them on the respondents within the required thirty-day period. Additionally, the appeal regarding ignored evidence was rejected because the appellant failed to prove the evidence was actually overlooked by the lower court. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and costs were allocated between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds for appeal are inadmissible if not filed and served on the respondents at least thirty days prior to the hearing, and an appeal based on ignored evidence is rejected if the appellant fails to demonstrate that the evidence was actually overlooked and could have affected the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1023 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1023/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Παπαδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Γ., συζύγου Δ. Ο., κατοίκου ..., 2) Μ. συζύγου Γ. Δ., το γένος Γ. Μ. κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Δημητούλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2011 κύρια αγωγή και τις από 26/8/2011 (2) παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2013 μη οριστική και 1320/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 5769/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2018 αίτησή του και τους από 12/12/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα, τουλάχιστον, πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, που είχε αρχικώς οριστεί. Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 193/2018, ΑΠ318/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 12-12-2018 πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 13 Δεκεμβρίου 2018, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα, εντός της αυτής προθεσμίας, στις αναιρεσίβλητες, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει τη σχετική έκθεση επίδοσης σ' αυτές, ούτε προσκομίζεται, έστω, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτών. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος, στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Για το ορισμένο δε και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων καταλογίζει στην αναιρεσιβαλλομένη: α) Με τον πρώτο λόγο, ότι δέχθηκε όχι μόνο χωρίς απόδειξη, αλλά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι οι ακυρωθείσες δικαιοπραξίες δεν αποτελούν πωλήσεις αλλά δωρεές, με κύριο επιχείρημα ότι σύμφωνα με το αναφερόμενο στα σχετικά συμβόλαια τίμημα της αγοραπωλησίας, καταβλήθηκε εκτός γραφείου συμβολαιογράφου και δεν διαλαμβάνει κανένα προβληματισμό στο εάν υπήρξε ή όχι πράγματι καταβολή τιμήματος και η από μέρους των συμβληθέντων βούληση αδυναμίας ανατροπής των εννόμων συνεπειών των ενδίκων μεταβιβάσεων.
β) Με το δεύτερο λόγο, ότι στηρίζει την κρίση της περί της εικονικότητας των ενδίκων δικαιοπραξιών άλλοτε με αντιφατικές και άλλοτε με ανεπαρκείς αιτιολογίες, συνιστάμενες στο ότι συνήγαγε την εικονικότητα εκ του ότι, ενόψει της πρόθεσής του να συνάψει γάμο, διέθετε τα εισοδήματά του προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς, όμως και να στηρίζει τη σκέψη αυτή με παραδοχές αναφερόμενες στο χρόνο του γάμου του, τον οποίο ούτε προσδιορίζει, αλλά και στο ότι δεν κατεβλήθησαν τα χρήματα με κάποιο τραπεζικό έμβασμα.
γ) Με τον τρίτο λόγο ότι διαλαμβάνει ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με το πρόσωπο και το ποσοστό ή μέρος του δικαιούχου των καταθέσεων στους αναφερομένους εκεί τραπεζικούς λογαριασμούς του ιδίου και της μητέρας του, καθώς και το πιστωτικό υπόλοιπο, που βρέθηκε, κατά το θάνατό της. Ενώ αφήνει αναιτιολόγητη τη, σιωπηρή, απόρριψη της εκδοχής μέρος του ποσού των καταθέσεων αυτών να είχε περιέλθει σ' αυτόν από τον πατέρα του, με δωρεά αιτία θανάτου και άρα να μη μπορεί να συνυπολογισθεί στην πλασματική αξία της κληρονομιάς.
δ) Με τον τέταρτο λόγο ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή ή μη λόγων ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, που επέβαλαν την εκ μέρους της κληρονομουμένης δωρεά των ακινήτων, τις προς αυτόν μεταβιβάσεις των οποίων, η αναιρεσιβαλλομένη, έκρινε εικονικές, διότι, αφενός, δέχθηκε ότι τέτοιο λόγο αυτός (αναιρεσείων) δεν επικαλέσθηκε και, αφετέρου, ότι είχε πάντα καλές σχέσεις με την κληρονομηθείσα μητέρα του, που τον υπεραγαπούσε.
Και, ε) με τον πέμπτο λόγο ότι διαλαμβάνει αντιφατικές παραδοχές, συνιστάμενες στην οικονομική συμπεριφορά του (αναιρεσείοντος) ενόψει του γάμου του, αφού διατυπώνει μεν την παραδοχή ότι ενόψει της τέλεσης αυτού, που αλλού αναφέρει ως χρόνο της (τέλεσης του γάμου) το 1989 και αλλού το 1991, δέχεται δε ότι τα έτη 1989, 1990 και 2000 με δικά του χρήματα αγόρασε τα αναφερόμενα σ' αυτήν ελαιοπερίβολα, όταν, πλέον, είχε καλύψει τις οικογενειακές του ανάγκες.
Όλοι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, πρέπει ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι, με το πρόσχημα των επικαλουμένων παραβάσεων, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι οι ανεπάρκειες και αντιφάσεις της αναιρεσιβαλλομένης, που επικαλείται ο αναιρεσείων, για την θεμελίωσή τους, ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση των αποδείξεων, καθώς και στα επιχειρήματα, που χρησιμοποίησε το Εφετείο, για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος και αποτελούν την, κατά εκδοχή του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να συναχθεί το επιθυμητό σ' αυτόν πόρισμα.
Στο ως άνω απαράδεκτο των υπόψη αναιρετικών λόγων, πρέπει να προστεθεί και το απαράδεκτο αυτών, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, παρά μόνο, περιορισμένες αποσπασματικές παραδοχές αυτής, τις οποίες επέλεξε, από ορισμένα φύλλα της, στα οποία και παραπέμπει, ο αναιρεσείων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της βασιμότητας ή μη αυτών (λόγων αναίρεσης).
I
ΙΙ. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει, γενικά και αφηρημένα, για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει, με απόφαση του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση, στον απαιτούμενο βαθμό, της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος, που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 897/2009, ΑΠ 319/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έκτο, έβδομο και όγδοο αναιρετικούς λόγους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο επέρριψε στον ήδη αναιρεσείοντα, εναγόμενο και όχι στις ήδη αναιρεσίβλητες, ενάγουσες, το βάρος αποδείξεως της εικονικότητας των ενδίκων δικαιοπραξιών, με το να δεχθεί, μεταξύ άλλων, ότι αυτός: "...σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύει ότι το τίμημα αυτό προερχόταν από χρήματα που είχε κερδίσει ο ίδιος από την προσωπική του εργασία, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται ..." (έκτος λόγος) και ότι "...Περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι οι ως άνω (υποκρυπτόμενες) δωρεές έγιναν από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος από την κληρονομουμένη δεν επικαλείται ο εναγόμενος ούτε και αποδείχθηκαν..." (έβδομος λόγος).
Ενώ, με τον όγδοο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει την ίδια, ως άνω, αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο αντέστρεψε το αποδεικτικό βάρος, όσον αφορά το πρόσωπο του πραγματικού δικαιούχου των χρημάτων των κοινών λογαριασμών των γονέων του και του ιδίου, που προσμετρήθηκαν στην πλασματική αξία της κληρονομίας, αρκούμενο στην παραδοχή ότι αυτά δεν ήταν, αποκλειστικά, δικά του και αφήνοντας ανοιχτή την παραδοχή να είναι εν μέρει δικά του, χωρίς και να προσδιορίζει το μέρος αυτό, παρότι τον εν λόγω ισχυρισμό όφειλαν να αποδείξουν οι αντίδικές του, εφόσον αυτές απαιτούσαν μεγαλύτερο ποσοστό, από το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του, στον κοινό λογαριασμό.
Και οι τρεις αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα της περί εικονικότητας των ενδίκων δικαιοπραξιών αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και τον, αγωγικό ισχυρισμό τους ότι το υπόλοιπο του επίμαχου κοινού λογαριασμού ανήκε, αποκλειστικά, στην αποβιώσασα μητέρα των διαδίκων, προερχόμενο από αποταμιεύσεις όλων των προηγουμένων ετών, εκ των εσόδων της αδιάκοπης εργασίας της ίδιας και του συζύγου της - πατέρα των διαδίκων, από σημαντικά κέρδη εμπορίας λαδιού και επενδύσεις των καταθέσεών τους, μετά από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που είχαν προσκομισθεί από αυτές (αναιρεσίβλητες), δεχόμενο ότι ανταποκρίθηκαν στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με το οποίο αυτές βαρύνονταν και όχι γιατί ο ήδη αναιρεσείων, εναγόμενος δεν απέδειξε τα αντίθετα, ότι δηλαδή οι επίμαχες δικαιοπραξίες δεν ήταν εικονικές και ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού ανήκαν, αποκλειστικά ή εν μέρει στον ίδιο.
Σημειουμένου ότι οι ως άνω, διαληφθείσες στην αναιρεσιβαλλομένη, παραδοχές του Εφετείου ότι, δηλαδή, δεν αποδείχθηκαν οι αντίθετοι ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, είναι πλεοναστικές, συνιστούν δε αυτές επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προς απόκρουση της, προβληθείσας, από αυτόν (αναιρεσείοντα) αιτιολογημένης άρνησης της ένδικης αγωγής.
Ενώ, ο τελευταίος (όγδοος) αναιρετικός λόγος είναι και απαράδεκτος, διότι, υπό τα εκτιθέμενα, προς θεμελίωσή του, περιστατικά, με το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η, ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ. στις καταθέσεις των μαρτύρων-, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. (ΑΠ 1592/18, ΑΠ 293/2009, ΑΠ 1612/2005, ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1376/1996). Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι το τελευταίο δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος (ΑΠ 223/2009, ΑΠ 562/1985).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν προσέδωσε στις προσκομισθείσες, μετ' επικλήσεως, από αυτόν, από 30-03-1991, 31-10-1990 και 15-01-1990, αποδείξεις, περί καταβολής, από αυτόν, προς τους γονείς του, του τιμήματος των ενδίκων αγοραπωλησιών, την καθοριζομένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, για τα ιδιωτικά έγγραφα, αφού δέχθηκε ότι αυτές δεν καταδεικνύουν, από μόνες τους, τούτο και, σε κάθε περίπτωση ότι αυτές δεν ενισχύονται ούτε με κάποιο τραπεζικό έμβασμα, ή βεβαίωση εκταμίευσης ή αντίστοιχα κατάθεσης των για την εποχή εκείνη τόσο υψηλών χρηματικών ποσών.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί, της, εν μέρει, παραδοχής της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις προμνημονευόμενες αποδείξεις καταβολής τιμήματος και, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενό τους και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πέραν, βεβαίως, του ότι ο υπόψη λόγος είναι και αλυσιτελής, αφού η επίκληση και προσκόμιση των επιμάχων εγγράφων, εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, στο δικαστήριο της ουσίας, έγινε, στο πλαίσιο υποστήριξης των αρνητικών της ένδικης, περί εικονικότητας, αγωγής ισχυρισμών του και, ειδικότερα, προς επίρρωση του επιχειρήματός του ότι, πράγματι, κατέβαλε στη μητέρα του το τίμημα της αγοράς των ενδίκων ακινήτων και όχι της απόδειξης αυτοτελούς ισχυρισμού του.
V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (AΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, την υπ' αριθμό 114/20-01-2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Μ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, η οποία είχε ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης, μεταξύ των παρόντων διαδίκων, την οποία ο ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε και, παραδεκτά, προσκόμισε ενώπιον του.
Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν: "...Από την προσήκουσα εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα 74/2013 πρακτικά (απομαγνητοφωνημένα) δημόσιας συνεδρίασης αυτού και από όλα τα έγγραφα, τα οποία καθένας από τους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα, κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες και μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες, καθώς τις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών ….76, …77 και …78/10-1 1-2011 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Λ.
Ο., Δ. συζ. Α. Μ. το γένος Ε. Κ. και Κ. Κ., αντίστοιχα, που λήφθηκαν με την επιμέλεια των εναγουσών, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου τους - εναγόμενου, όπως αποδεικνύεται από την ….99Δ/7-11-201 1 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Κ., τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά 236/8- 2-201 1, 246 και 247/9-2-2011 ένορκες βεβαιώσεις των Ν.
Γ., Ν. Μ. και Π. Π., αντίστοιχα, που λήφθηκαν με την επιμέλεια του εναγομένου, κατόπιν προηγούμενης κλήτευσης των εναγουσών, όπως προκύπτει από τις …48 και …49/3-2- 2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ., τις υπ' αριθμ. …13, …14 και ..15/8-4-2008 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς λήφθηκαν εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής μεταξύ των αυτών διαδίκων, από την από μηνός Δεκεμβρίου 2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού Μηχανικού Γ.
Ψ., που διορίστηκε με την 74/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για την κατάθεση της οποίας συντάχθηκε η 285/2013 έκθεση εγχειρίσεως της γραμματέως του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 387 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ως δικαστικό τεκμήριο και την ως άνω ένορκη βεβαίωση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έστω και αν δεν τη μνημονεύει, ειδικώς, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, υποχρέωση, άλλωστε, που, κατά τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, αυτό (Εφετείο) δεν είχε.
Επομένως, ο ως άνω, περί του αντιθέτου, αναιρετικός λόγος, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, παρορωμένης της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο και το περιεχόμενο του φερομένου, ως αγνοηθέντος, επίμαχου αποδεικτικού μέσου, ώστε να καθίσταται εφικτή η κρίση, για το αν αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει, αποφασιστικά, το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης, αν είχε ληφθεί υπόψη και, συνακόλουθα, τη βασιμότητα της προβαλλομένης αναιρετικής πλημμέλειας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ333/2009, ΑΠ 1242/2008).
VI. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, δεδομένου ότι από τον ενδέκατο και τελευταίο λόγο, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε, με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του (βλ. σελ. 13 αυτών), η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν, εν όλω, μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της προκειμένης δίκης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 179, περ. α' του ΚΠολΔ, λόγω της μεταξύ των διαδίκων συγγένειας, εξ αίματος, δευτέρου βαθμού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-04-2018 αίτηση και τους από 12-12-2018 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της 5769/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει, μεταξύ των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, στο σύνολό τους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ