Legislator Case Law & Legislation
1023/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding evidence not specifically referenced in lower court decision.

Case Number 1023/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The State argued the lower court failed to consider specific expert reports submitted by the appellant, claiming this violated procedural rules. The court ruled that as long as the lower court considered all evidence without needing a separate evaluation, the appeal was inadmissible under Article 562 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision indisputably shows it took all submitted evidence into account, even without specific separate evaluation.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal consideration of evidence Code of Civil Procedure separate evaluation requirement indisputable certainty property dispute expert reports

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OLAP 15/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1023 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1023/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Μαρτίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Τ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο Γρίβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2014 του ιδίου Δικαστηρίου και 71/2016 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-8-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως. Εξάλλου, το ζήτημα πότε είναι νόμιμη η πρόταση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ερευνάται κατά περίπτωση.

Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο προσθέτων λόγων μπορούσε να γίνει. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 428/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 19 ΚΠολΔ, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε πρωτοδίκως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, με ελλιπή, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, δεν απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, λόγω αοριστίας ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, ισχυρισμό που είχε προβάλει και στο Εφετείο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της έφεσης που άσκησε το αναιρεσείον κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε με αντίστοιχο λόγο της από 3/3/2015 έφεσής του ο προαναφερόμενος ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, ο οποίος δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Δεν θεωρείται δε, παραδεκτή η προβολή του ισχυρισμού αυτού που έγινε με τις από 14/6/2016 προτάσεις του αναιρεσείοντος στην κατ' έφεση δίκη ούτε με τον από 17/5/2016 πρόσθετο λόγο έφεσης, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεδομένου ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω πρόσθετο λόγο έφεσης, ως απαράδεκτο, εξαιτίας της εκπρόθεσμης άσκησής του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, με προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Δάσος κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Περαιτέρω στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των v. 8 παρ. 1 κωδ. 7.39, ν. 9 παρ 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20,12 Πανδ.(5.8) ν.27 πανδ.(18.1), 10,15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ.(41.10), 109 Πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ.(51.4) που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕιοΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία [βλ.

και τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (43.3) παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 Κωδ. (7.30) Βασ. (50.10)]. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις, αφενός του ν.

ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και, αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/ 16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 ΕισΝΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987).

Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και του άρθρου 215 του 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κωδικός", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής, ενώ μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λειβάδια (ή βοσκοτόπια), για την υπέρ ιδιώτη επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο ειδικού σχετικού περιεχομένου, που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Οθωμανική Κρατική Υπηρεσία, ήτοι ειδικό ταπίο, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο (ΑΠ 874/2006).

Η παραπάνω διάταξη αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, που προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα εν λόγω ακίνητα. Η έννοια αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 1 παρ. 2ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864"περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, όπως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα όσα δικαιώματα είχαν πριν από την εποχή αυτή επί των αμφισβητούμενων λιβαδιών, άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών", κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων έγιναν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 52/2014). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΒΡΔ περί κτήσης κυριότητας επί ακινήτων που ανήκουν στο Δημόσιο με έκτακτη χρησικτησία, σε συνδυασμό με εκείνες του ΒΔ της 3/15.12.1833 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας και επί λιβαδιών ή βοσκοτόπων από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και τις 11.9.1915 (ΑΠ 52/2014).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Παράλληλα από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του Α. Κ. συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου. Έτσι, για τη θεμελίωση αυτής απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων, δηλαδή, της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου.

Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση του νομέα να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η επιμέλεια του καθαρισμού του κ.λ.π. (ΑΠ 1443/2015).

Περαιτέρω, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του (ΑΠ 1182/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο αγροτεμάχιο, εκτάσεως 5.275,62 μ2, κείμενο εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού και στην ειδικότερη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου …., αποτελεί τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου, όπως τούτο αποτυπώνεται στο από Αυγούστου 2θθ6 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ.

Χ., το οποίο νέμονταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους από το έτος 1870 και μέχρι την άσκηση της αγωγής η ενάγουσα και οι αναφερόμενοι σ' αυτήν καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι της. Ειδικότερα, το επίδικο είχε περιέλθει στους απώτατους αρχικούς δικαιοπαρόχους της ενάγουσας Δ., Α., Α., Κ. και Ι.

Π. σε μεγαλύτερη έκταση, εν μέρει αιτία αγοράς παρ" αληθών κυρίων με έγκυρα και νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια και εν μέρει αιτία παραχωρήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει του νόμου "περί διανομής Εθνικής Γής" και δη δυνάμει των νόμιμα μεταγεγραμμένων παραχωρητηρίων του Ελληνικού Δημοσίου με αριθμ.:

….84/1.4.1881, ….21/1.4.1888, …74/1.4.1881, …39/1881, .71/1880, ….50/1881, ..77/1881, …ιι/ι88ι, …90/1882, ….74/1881, ….91/1881, ….74/1881, ….56/1880, …95/1880, …22 /ι886, καθώς και με τα με αριθμούς …19/1875, …56/1875, ….83/1874, …53/1880, ….77/ι879, …61/1880, …07/1888 και …71/1882 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Ε. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένα, καθώς και τα με αριθμ. …25/1906, …6/1896, …47/1893 και …92/1876 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Π., και …7/1894 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κ.

Μ.. Ακολούθως, το εν λόγω μείζον ακίνητο περιήλθε στον Π. Π. του Κ., εν μέρει αιτία κληρονομικής διαδοχής του πατέρα του Κ. Π. και του θείου του Α. Π., οι οποίοι αποβίωσαν αδιάθετοι και εν μέρει εκ διαθήκης των θείων του Α., Δ. και Ι. Π., δυνάμει των με αριθμ. …07/1905, …20/1914 και ….61/1920 δημόσιων διαθηκών των τότε συμβολαιογράφων Ι..

Π. η πρώτη και Π. Μ. οι λοιπές. Στην κληρονομιαία περιουσία, μεταξύ της οποίας περιλαμβάνεται και το επίδικο, τόσο ο Π. Π., ο οποίος υπεισήλθε δι' αναμίξεως, όσο και όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοδόχοι του, κατείχαν και νέμονταν αυτό ως ενιαίο ακίνητο, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάση τους άνω τίτλους τους, συνεχώς από το έτος 1870, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι μεν την εισαγωγή του Α.Κ. (23.2.1946) ότι, νεμόμενοι τούτο, δεν προσέβαλαν το δικαίωμα άλλων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα μέχρι και τον επισυμβάντα κατά το έτος 1936 θάνατο του Π.

Π.. Στη συνέχεια μείζονα έκταση 200 περίπου στρεμμάτων περιήλθε στην Παρασκευή Χα Κων/νου Ντάγλα, το γένος Π. Π., δυνάμει του με αριθμ. …32/1939 συμβολαίου παραλαβής κληρονομικής μερίδας του τότε συμβολαιογράφου Μ.. Π., νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….. η οποία συνέχισε την άσκηση διακατοχικών πράξεων απ" αυτής, οριοθετώντας την έκταση, καλλιεργώντας τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα με διάφορες καλλιέργειες, εκμισθώνοντας σε τρίτους τμήματα αυτής και εκποιώντας επίσης μικρότερα εδαφικά της τμήματα.

Έκταση 15 στρεμμάτων περίπου, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο η ως άνω Π. Κ. Ν. μεταβίβασε δυνάμει του με αριθμ. ….25/1975 δωρητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Α. Π., νόμιμα μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου …, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον εγγονό της Ν.

Μ., ο οποίος φύτεψε την όλη έκταση με ελαιόδενδρα, συγκομίζοντας τους καρπούς, κατασκεύασε εντός αυτού υπόγειο σύστημα άρδευσης και περιέφραξε τούτο και γενικά ασκώντας διακατοχικές πράξεις νομής και κατοχής χωρίς ποτέ να αμφισβητηθούν τα δικαιώματά του από κανένα. Δυνάμει του με αριθμ. …17/2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Γ.

Ζ. ο Ν. Μ.ς μεταβίβασε αιτία πωλήσεως προς τον Χ. Μ. την άνω έκταση των 15 περίπου στρεμμάτων, όπως τούτο εμφαίνεται στο από μηνός Αυγούστου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ. Χ., ο οποίος συνέχισε την άσκηση διακατοχικών πράξεων απ" αυτού. Τέλος, ο άνω Χ. Μ. δυνάμει του με αριθμ. …85/2006 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Μ.

Ζ. - Φ., που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου μεταβίβασε την επίδικη έκταση των 5.275,62 μ2 προς την ενάγουσα - σύζυγο του Χ. Τ., η οποία έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκεί τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, περιποιούμενη τα ελαιόδενδρα, συλλέγοντας τους καρπούς και συντηρώντας το αρδευτικό εντός αυτού σύστημα, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.

Τόσο οι αρχικοί ιδιοκτήτες του μείζονος ακινήτου, όσο και όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοδόχοι της ενάγουσας, που υπεισήλθαν δι' αναμείξεως στην κληρονομιά, κατείχαν και νέμονταν αυτό ως ενιαίο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβανόταν και η επίδικη έκταση, με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και με βάση τους άνω τίτλους τους, συνεχώς από το έτος 1870 και πάντως ολόκληρο από το ι88ο και εντεύθεν μέχρι και το 1915, αλλά και από το έτος αυτό μέχρι και την άσκηση της αγωγής, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι μεν την εισαγωγή του Α.Κ. (23.2.1946) ότι, νεμόμενοι τούτο, δεν προσέβαλαν το δικαίωμα άλλων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ., έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο ακίνητο αυτό.

Στη μείζονα αυτή έκταση, η οποία περιλάμβανε αγρούς, όπως είναι και το επίδικο ακίνητο, δένδρα, βοσκήσιμες εκτάσεις κ.λπ., οι προαναφερόμενοι νομείς ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία της διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα καλλιεργούσαν τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα, εκμίσθωναν την έκταση αυτή σε τρίτους για βοσκή, καλλιέργεια, την επέβλεπαν και μεριμνούσαν για τη φύλαξή της, εκποιούσαν τμήματα αυτής σε τρίτους και απέκρουαν τις διαταρακτικές της νομής τους πράξεις τρίτων.

Το Ελληνικό Δημόσιο άρχισε να αμφισβητεί τη νομή της ενάγουσας, αλλά και των δικαιοπαρόχων της και να προβάλλει δική του κυριότητα στο επίδικο μόλις από το έτος 2013, ενώ μέχρι τότε αναγνώριζε, σιωπηρώς αλλά και ρητώς, τα επ' αυτού δικαιώματα της κυριότητας και νομής εκείνων, όταν για πρώτη φορά στα πλαίσια απαλλοτριώσεων ακινήτων για την ….

το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως δασική έκταση (βλ. από 20.2.2013 έγγραφο του Δασαρχείου Μεσολογγίου), αν και η Κτηματική υπηρεσία του Δημοσίου με το από 10.1.2011 έγγραφο της είχε βεβαιώσει ότι δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας στην συγκεκριμένη έκταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατ' επανάληψη έχει προβεί σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διαφόρων τμημάτων του ως άνω μείζονος ακινήτου, καταβάλλοντος αντίστοιχες αποζημιώσεις στην απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Π.

Ν. για την κατασκευή της Ε.Ο Αντιρρίου - Ιωαννίνων και για την κατασκευή εγγειοβελτιωτικών έργων, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα ιδιωτών στις απαλλοτριούμενες εκτάσεις (βλ. υπ' αριθμ. 7025/1064 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών & Δημοσίων έργων για απαλλοτρίωση 75 και πλέον στρεμμάτων), ενώ στις σχετικές δίκες, με αντιδίκους το Δημόσιο η ως άνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας αναγνωρίστηκε δικαιούχος της καθορισθείσας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων τμημάτων.

Ακόμη για διάφορα άλλα όμορα του επιδίκου τμήματα της όλης έκτασης έχουν εκδοθεί τελεσίδικες, αλλά και αμετάκλητες, με τις οποίες αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιωτών, καταστάντων τοιούτων λόγω αγοράς από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου (βλ προσκομιζόμενες με αριθμ. 91/2010, 104/2012, 65/2014 αποφάσεις ΜΠρΜεσολογγίου και 2/2016 απόφαση ΠΠρΜεσολογγίου).

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο είχε το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως ή λειβαδίου και βοσκοτόπου, κατά την έννοια των Β.Δ. της 17/29.11.1836 και 3/15.12.1833, αλλά αποδείχθηκε ότι αυτό είχε τη μορφή αγρού. Ανεξάρτητα όμως από τη μορφή, που είχε το επίδικο, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας από το έτος 1870 που παραχωρήθηκαν μεγαλύτερα τμήματα της όλης ιδιοκτησίας και αγοράστηκαν κατά τα ανωτέρω από τους απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, νεμήθηκαν τη μείζονα έκταση του όλου κτήματος, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, αλλά και με βάση τους πιο πάνω νόμιμους τίτλους τους, ενώ ποτέ δεν άσκησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αυτοί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915 και η κυριότητα αυτή στη συνέχεια δεν καταλύθηκε, αλλά μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και τελικά στην ίδια βάσει των πιο πάνω αναφερόμενων τίτλων και λοιπών προσόντων, οπότε κατέστη αποκλειστικά κυρία με παράγωγο τρόπο και πάντως με πρωτότυπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία).

Με βάση τα ανωτέρω, οι ισχυρισμοί του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ότι το ίδιο είναι κύριο της επίδικης εκτάσεως, γιατί αυτή καταλήφθηκε με τα όπλα και δημεύτηκε από αυτό πριν από το έτος 1830 κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία από τον τουρκικό ζυγό ή διότι η επίδικη έκταση καταλήφθηκε από αυτό κατά το έτος 1830 βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως ή διότι το επίδικο κατά το έτος 1836 ήταν δάσος και περιήλθε σ' αυτό, επειδή δεν προσκομίσθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας του μέσα στην προβλεπόμενη από το Β.Δ.

της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους ή διότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι, για την επικαρπία του οποίου κανένας δεν παρουσίασε έγγραφο "ταπί", το οποίο είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία ή διότι το κατέλαβε το επίδικο ως αδέσποτο με τη βούληση του κυρίου πριν από το έτος 1837 ή διότι ήταν αδέσποτο και κατά το έτος αυτό και μεταγενέστερα καταλήφθηκε από το ίδιο ή διότι το νεμόταν συνεχώς από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους μέχρι την άσκηση της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αφού απέρριψε την έφεση (ως κατ' ουσίαν αβάσιμη) και τον πρόσθετο λόγο έφεσης (ως απαράδεκτο), που άσκησε το αναιρεσείον κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 5.275,62 στρεμμάτων, το οποίο κείται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, στη θέση ..., αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου, όπως αποτυπώνεται στο από Αυγούστου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Χ.. Ότι αυτό δεν είχε το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης ή λειβαδίου και βοσκότοπου, κατά την έννοια των ΒΔ της 17/29.11.1836 και 3/15.12.1833, αλλά ήίαν'αγρός.

Ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με παράγωγο τρόπο, με βάση τους προαναφερόμενους τίτλους (παραχωρητήρια του Ελληνικού Δημοσίου, αγοραπωλητήρια και δωρητήρια συμβόλαια, διαθήκες, συμβόλαιο παραλαβής κληρονομικής μερίδας), αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), καθόσον οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της το νεμήθηκαν σε μεγαλύτερη έκταση, ως ενιαίο ακίνητο, από το έτος 1870 μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23/2/1946), αλλά και στη συνέχεια οι απώτεροι και άμεσοι δικαιοπάροχοι της, σε (διαδοχικά μικρότερη της αρχικής) έκταση 200 και 15 στρεμμάτων, αντίστοιχα, εντός της οποίας περιλαμβάνεται το επίδικο, μέχρι τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στην ενάγουσα το έτος 2006, από τότε δε και η ίδια μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, με βάση τους παραπάνω τίτλους τους, και με καλή πίστη, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και στη μορφολογία του επιδίκου διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια των δεκτικών καλλιέργειας τμημάτων του, εκμίσθωση άλλων τμημάτων του σε τρίτους για βοσκή, επίβλεψη και φύλαξη αυτού, εκποίηση ορισμένων τμημάτων σε τρίτους, απόκρουση διαταρακτικών πράξεων, οριοθέτηση, φύτευση εντός αυτού ελαιόδενδρων και συγκομιδή των καρπών τους, κατασκευή υπόγειου συστήματος άρδευσης και περίφραξη αυτού).

Επίσης δέχθηκε ότι ανεξάρτητα της μορφής που είχε το επίδικο, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης νεμήθηκαν το επίδικο σε μεγαλύτερη έκταση, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ από το έτος 1870 μέχρι τις 11/9/1915, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν κυριότητα στην παραπάνω έκταση (εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο), η οποία στη συνέχεια δεν καταλύθηκε με τους τρόπους που επικαλέστηκε το αναιρεσείον για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περί ιδίας κυριότητας αυτού, το τελευταίο δεν κατέστη κύριο του παραπάνω ακινήτου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης κυριότητας της αναιρεσίβλητης και της μη απόκτησης κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο.

Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, να γίνει αναφορά και στα όρια των μεγαλύτερων εκτάσεων εντός των οποίων βρίσκεται αυτό. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, δεύτερος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τους δεύτερο και πέμπτο, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος, λόγους αναίρεσης, για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την εφαρμογή από το Εφετείο των επικαλούμενων τίτλων της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο και τον προσδιορισμό των καλλιεργήσιμων και μη τμημάτων αυτού ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, από τον αριθμ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτό νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) τις από 24/7/2014 και από 30/9/2014 εκθέσεις ιδιοκτησιακού καθεστώτος των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας, από τις οποίες προκύπτει η έλλειψη ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, σε σχέση με τα παραχωρητήρια που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη και 2) την από 11/6/2014 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Σ.

Β., από την οποία προκύπτει ο δασικός χαρακτήρας του επίδικου ακινήτου. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/8/2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 71/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ