1023/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 38/2016 πράξη της προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1023/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο την παραγράφου 1 του άρθρου 501 Κ.Ποιν.Δ., "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδ.
Full text
Απόφαση 1023 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1023/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 38/2016 πράξη της προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Γ. Γ. του Θ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Αναστασάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 24416/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Α. Β. του Φ., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη. 2. Β. Β. του Φ., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη και 3.Κ. Β. χα Φ., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2015 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1312/2015.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο την παραγράφου 1 του άρθρου 501 Κ.Ποιν.Δ., "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδ.
β' και γ', το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι σε περίπτωση που ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου προς υποστήριξη της εφέσεώς του, το Εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσεως ή κηρύξεως απαράδεκτης της ποινικής διώξεως, ερευνά αν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (κατά τα άρθρα 166 και 500 εδ.
γ' Κ.Ποιν.Δ.) και, εφόσον διαπιστώσει νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση, απορρίπτει την έφεση, ως ανυποστήρικτη, διότι η μη εμφάνισή του θεωρείται ως σιωπηρή παραίτηση από την αυτήν (έφεση) και αναγνώριση της ορθότητας της εκκαλούμενης αποφάσεως. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης προηγείται της έρευνας της υπάρξεως των όρων του παραδεκτού και ειδικότερα της νομότυπης και εμπρόθεσμης ασκήσεώς της, οπότε επί ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν απαιτείται προηγούμενη έρευνα του παραδεκτού της ασκήσεως της εφέσεως, αφού στην περίπτωση αυτή το Εφετείο δεν προβαίνει στη συζήτηση της εφέσεως, διότι δεν του παρέχεται τέτοια εξουσία από το νόμο, εκτός αν υφίσταται, κατά τα άνω, η ρητή εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 501 Κ.Ποιν.Δ.
και δη οι περιπτώσεις εφαρμογής των εδαφίων β' και γ' του άρθρου 370 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία που έχει από το νόμο, παρότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεώς της (αρνητική υπέρβαση).
Τέτοια υπέρβαση συντελείται και, όταν το δικαστήριο, που δικάζει απόντος του κατηγορουμένου έφεση, καίτοι συντρέχει λόγος απορρίψεως αυτής ως ανυποστήρικτης, παραλείψει να το πράξει και προχωρήσει στην απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 24416/2015, απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την υπ' αριθ. 1327/16-2-2015 έφεση, που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθ. 23553/1-3-2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριάντα έξι (36) μηνών, μετατραπείσα προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, και χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ για παράβαση του νόμου "για επιταγές" (άρθρ. 79 Ν. 5960/1933).
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στη συζήτηση της παραπάνω εφέσεως και την απόρριψη αυτής, ως απαράδεκτης, προέβη το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία δεν εμφανίστηκε ενώπιόν του αυτοπροσώπως η διά συνηγόρου, χωρίς, μάλιστα, να κρίνει ότι συνέτρεχε η εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 501 Κ.Ποιν.Δ. (οριστικής παύσεως ή κηρύξεως απαράδεκτης της ποινικής διώξεως) και χωρίς να ερευνήσει, όπως όφειλε, αν η εκκαλούσα είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σε θετική δε περίπτωση να απορρίψει την έφεσή της, ως ανυποστήρικτη.
Εφόσον, λοιπόν, παρέλειψε την ανωτέρω υποχρέωσή του, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της (αρνητικής) υπερβάσεως εξουσίας. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή.
Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 24416/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ