Supreme Court dismisses appeal on broker commission claim due to lack of causal link between activity and contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a broker commission dispute. The appellant argued that the broker's activities lacked a causal link to the final contract, but the court found the lower court's reasoning sufficient. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 703 et seq. Civil Code; Art. 2 Civil Code; Art. 533 para. 2 Civil Procedure Code: A broker is only entitled to remuneration if there is a causal link between their mediation activity and the conclusion of the contract, and the lower court's assessment of this link is not subject to appellate review unless it violates substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1023 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1023/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε- δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Α. Χ. του Ν. κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παντελεήμονονος Ραβδά ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. Γ. Α. του Θ., κατοίκου ..., 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΓΑ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Αθανασόπουλου ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6575/2013 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 7-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 17-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η από 7-1-2015 αίτηση του Α. Χ. κατά των Γ. Α. και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΓΑ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ" περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 6575/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 703 ΑΚ, εκείνος, που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη μιας συμβάσεως, έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη.
Επίσης, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας (μεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας) και της καταρτίσεως της πράξεως, για την οποία δόθηκε η εντολή. Στην υπόδειξη ευκαιρίας, ο μεσίτης ενημερώνει, απλώς, με αυτή τον ένα ή και τους δύο ενδιαφερομένους για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ’ αυτούς δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες αυτού, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε λόγω της υπόδειξης αυτής (ΑΠ 67/2009).
Ως ευκαιρία, η υπόδειξη της οποίας από το μεσίτη προς τον εντολέα του αποτελεί προαπαιτούμενο για τη γένεση της αξιώσεως του πρώτου προς απόληψη της οικείας αμοιβής, νοείται, στη διάταξη αυτή, η δυνατότητα συνάψεως της σκοπούμενης συμβάσεως (ήτοι, της συμβάσεως, περί της οποίας η υπόσχεση για αμοιβή και στην οποία απέβλεπε ο εντολέας) κατά το χρόνο της υποδείξεως, έτσι ώστε, αν κατά το χρόνο αυτό λείπει η δυνατότητα καταρτίσεώς της και, άρα, δεν συντρέχει το στοιχείο της ευκαιρίας, η τυχόν υπόδειξη του μεσίτη, ακόμη και αν σε μεταγενέστερο χρόνο καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω μεταβολής των συνθηκών, δεν παράγει την προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη έννομη συνέπεια, δηλ.
την υποχρέωση του εντολέα προς καταβολή μεσιτικής αμοιβής (ΑΠ 1118/1994). Τις ως άνω προϋποθέσεις της αξιώσεως μεσιτικής αμοιβής, δηλ. την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως μεσιτείας για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και την έγκυρη σύναψη της σκοπούμενης (κυρίας) συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη, πρέπει να έχει ως αναγκαίο περιεχόμενο, για να είναι ορισμένη, η αγωγή, με την οποία ζητείται η αμοιβή (ΑΠ 1238/2007).
Το βάρος της απόδειξής τους φέρει ο ενάγων. Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της κυρίας σύμβασης τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών. Οπότε, το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου μετατίθεται στον αμφισβητούντα την αιτιώδη συνάφεια μεσιτικό εντολέα (ΑΠ 776/2013, 335/2011, 1203/2009).
Το εν λόγω δηλ. τεκμήριο αφορά μόνο στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ μεσιτικής δραστηριότητας και σύναψης της σκοπούμενης κυρίας σύμβασης και όχι στη μεσιτική δραστηριότητα ή στη σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης καθ’ εαυτές, τις περιστάσεις των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ο ενάγων.
2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλ. με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 4/2014). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης", δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και αυτή των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (ΚΠολΔ 677 επ.), κατά τις οποίες δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση και δεν επιβάλλεται σε κάποιον από τους διαδίκους υποκειμενικό βάρος απόδειξης, εκτός εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου υπάρχει τεκμήριο αποδείξεως επιβαρυνθεί με τις συνέπειες της μη αποδείξεως πραγματικών περιστατικών, για τα οποία υπάρχει τεκμήριο αποδείξεως (ΑΠ 442/2014, 286/2013).
Ο δε από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη διάταξη αυτή (559 αρ.19 ΚΠολΔ) μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι εκείνες των οποίων η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά στην έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 1680/2008).Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον, να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που αναφέρεται στο λόγο αυτό.
Έτσι, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό και η μία από αυτές δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως ή προσβάλλεται ανεπιτυχώς, ο λόγος αναιρέσεως που προσβάλλει την άλλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής (ΑΠ 528/2014, 799/2013, 960/2013).
3.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας επί εφέσεως κατά της 191/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Ο ενάγων είναι νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων.
Ο πρώτος εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος), ενεργώντας αφενός για τον εαυτό του και αφετέρου ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης (και ήδη αναιρεσίβλητης), ανώνυμης εταιρείας, την 14-2-2008, με έγγραφη εντολή, ανέθεσε στον ενάγοντα μεσίτη να του υποδείξει προς αγορά ακίνητα κείμενα πλησίον του άξονα της Αττικής οδού ή της εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας.
Ως αμοιβή του ενάγοντα συμφωνήθηκε ποσοστό ίσο προς το 2% της συνολικής πραγματικής αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως πωλήσεως, με την υποχρέωση του εντολέως να καταβάλει επιπλέον και τον αναλογούντα στην αμοιβή ΦΠΑ. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή θα καταβαλλόταν εξ ολοκλήρου, κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου και ότι σε περίπτωση αγοράς με οποιοδήποτε τρόπο κάποιου από τα εν λόγω ακίνητα, είτε στο όνομα του πρώτου εναγόμενου, είτε στο όνομα μέλους της οικογένειάς του, είτε στο όνομα κάποιου συνεταίρου ή εταιρείας, από την οποία έλκει συμφέροντα, ως προς τους οποίους δήλωσε υπεύθυνα ότι ενεργεί ύστερα από εντολή, κατ’ εξουσιοδότηση και για λογαριασμό τους, την ως άνω αμοιβή είναι υποχρεωμένοι, τόσο αυτός (πρώτος εναγόμενος), όσο και εκείνος στο όνομα του οποίου θα γίνει το συμβόλαιο αγοράς, να καταβάλουν στον ενάγοντα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο.
Από το περιεχόμενο της ως άνω εγγράφου εντολής, καθίσταται σαφές ότι ο πρώτος των εναγομένων παρέσχε την εντολή στον ενάγοντα - μεσίτη για απλή υπόδειξη ευκαιρίας και όχι για διαμεσολάβηση. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, ο ενάγων, μεταξύ άλλων ακινήτων, υπέδειξε στον πρώτο εναγόμενο, με την ως άνω ιδιότητα που ενεργούσε, αυθημερόν, ένα ακίνητο στην οδό ...
και ... αρ.... στη θέση "... - ..." του Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής, εκτάσεως 6.202,98 τμ και μετά νεότερη καταμέτρηση 5.434 τμ, με τα επ’ αυτού κτίσματα, ήτοι τρία ανεξάρτητα εν σειρά μεταξύ τους βιοτεχνικά κτίρια, ένα βοηθητικό και δευτερεύοντα κτίσματα (στέγαστρα), που έχουν συνολική επιφάνεια σύμφωνα με τις οικοδομικές άδειες ανέγερσης 1.725,25 τμ, που ήταν άγνωστο μέχρι τότε στον πρώτο εναγόμενο και στην ανώνυμη εταιρεία που εκπροσωπούσε.
Το παραπάνω ακίνητο, καταχωρήθηκε στην έντυπη εντολή μεσιτείας, στην οποία αναγράφηκε ως αξία αυτού το ποσό των 3.100.000 ευρώ. Το ακίνητο αυτό ήταν ιδιοκτησίας της εταιρίας "Γ. Χ. ΑΒΕΕ - ΤΕΧΝΙΚΟΛ", που έδρευε στα Άνω Λιόσια Αττικής, οδός ... αρ.... και είχε περιέλθει σε αυτήν από το Γ. Χ. του Ν. και της Α., δυνάμει του ...1989 συμβολαίου σύστασης ανωνύμου εταιρείας από μετατροπή ατομικής επιχείρησης, της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Τριτσιμπίδα - Ψαριανού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών και Φυλής, στον τόμο ...
και με αριθμό .... Λόγω οφειλών της ιδιοκτήτριας εταιρίας προς τράπεζες, ήταν ήδη κατασχεμένο και βεβαρημένο με εμπράγματες ασφάλειες και κατά το χρόνο υπόδειξης εξετίθετο με την ...22-1-2008 Α’ επαναληπτική περίληψη του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Γ. σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, για την 12-3-2008.
Ειδικότερα, προέκυψε, ότι επί του ακινήτου αυτού είχαν εγγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών τα εξής: Α) Οι ακόλουθες αναγκαστικές κατασχέσεις: Ι) Η από 14-6-2006 αναγκαστική κατάσχεση της Μ. Κ. του Δ., για ποσό 8.126,06 ευρώ, στο περιθώριο της οποίας είχαν σημειωθεί οι κάτωθι πράξεις: [ακολουθεί αναλυτική αναφορά δεκατεσσάρων αναγγελιών ισαρίθμων πιστωτών, με απαιτήσεις συνολικού ύψους αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ], II) αναγκαστική κατάσχεση εγγραφείσα την 3-3-2006, με επίσπευση του Δ’ ΙΚΑ Αθηνών, για το ποσό των 140.671,56 ευρώ, III) αναγκαστική κατάσχεση εγγραφείσα την 19-9-2006, με επίσπευση του Δ’ ΙΚΑ Αθηνών, για το ποσό των 391.499,88 ευρώ και IV) αναγκαστική κατάσχεση εγγραφείσα την 11-11-2006, με επίσπευση της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, για το ποσό των 789.601,74 ευρώ.
Β) [αναφέρονται επτά προσημειώσεις και υποθήκες]. Σχετικά με την εξέλιξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, που στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα αναγκαστική κατάσχεση της Μ. Κ., η οποία δεν τύγχανε ειδικώς προνομιούχος ή εμπραγμάτως ασφαλισμένη πιστώτρια, προέκυψαν τα κάτωθι: Το επίδικο ακίνητο κατασχέθηκε αναγκαστικά από τη Μ.
Κ. δυνάμει της ...14-6-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ. και με την ...2006 περίληψη του ιδίου δικαστικού επιμελητή ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 20-9-2006, οπότε και ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε. Ακολούθησε η σύνταξη πέντε επαναληπτικών περιλήψεων κατασχετήριας έκθεσης του επίδικου ακινήτου (...2006, ...2007, ... 2007, ...2007 και ...30-11-2007), με τις οποίες οριζόταν κάθε φορά νέα ημερομηνία πλειστηριασμού, ο οποίος όμως δεν διενεργήθηκε.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η ...22-1-2008 Α’ επαναληπτική περίληψη του ιδίου δικαστικού επιμελητή και ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 12-3-2008, κατά την οποία ο (κρίσιμος εν προκειμένω) πλειστηριασμός δεν έλαβε χώρα, οπότε εκδόθηκε η ...11-3-2008 Β’ επαναληπτική περίληψη του ιδίου δικαστικού επιμελητή και ορίσθηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 21-5-2008.
Κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, ελλείψει πλειοδοτών.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η ...12-6-2008 Γ’ επαναληπτική περίληψη του ιδίου δικαστικού επιμελητή και ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 30-7-2008, οπότε ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε εξ αιτίας της πτώχευσης της οφειλέτριας εταιρίας δυνάμει της 715/18-7-2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της όλης πτωχευτικής διαδικασίας συνεχίσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου, από ενυπόθηκους και ειδικά προνομιούχους δανειστές.
Ακολούθησε η σύνταξη άλλων τεσσάρων επαναληπτικών περιλήψεων κατασχετήριας έκθεσης του επίδικου ακινήτου (...2008, ...2008, ...2009 και ...2009), με τις οποίες οριζόταν κάθε φορά νέα ημερομηνία πλειστηριασμού, ο οποίος όμως δεν διενεργήθηκε. Εν τέλει, ύστερα από αίτηση της συνδίκου της πτώχευσης, η αναγκαστική κατάσχεση που είχε επιβληθεί στο επίδικο ακίνητο δυνάμει της ...14-2-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.
Κ., ανετράπη κατ’ άρθρο 1019 ΚΠολΔ, εκδοθείσας της 267/2010 αμετάκλητης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Αχαρνών. Μετά ταύτα και δεδομένου ότι δεν υφίστατο σε ισχύ επί του ενδίκου βιομηχανικού συγκροτήματος αναγκαστική εκποίηση από ειδικώς προνομιούχους ή ενυπόθηκους πιστωτές της πτωχεύσεως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 617/2010 απόφασή του παρέσχε στη σύνδικο της ενώσεως πιστωτών της πτωχεύσεως, δικηγόρο Αθηνών, Σεβαστή Παπαγιαννίδου, την άδεια να εκποιήσει χωρίς τις διατυπώσεις του αναγκαστικού δημοσίου πλειστηριασμού, ενώπιον της Εισηγήτριας της πτωχεύσεως και με ελάχιστο συνολικό τίμημα το ποσό του ενός εκατομμυρίου εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων (1.135.000) ευρώ, το παραπάνω ακίνητο.
Εν τέλει, το εν λόγω ακίνητο, εκποιήθηκε και ο πρώτος εναγόμενος, ως εκπρόσωπος της δεύτερης, απέκτησε αυτό, δυνάμει του ...19-11-2010 συμβολαίου πώλησης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Καντζαβέλου, έναντι τιμήματος 1.135.000 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, περαιτέρω, ότι το ανωτέρω συμβόλαιο πώλησης δεν έγινε με οποιαδήποτε διαμεσολάβηση του αναιρεσείοντος - μεσίτη, αλλά κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί εκποίησης ακινήτων πτωχεύσαντος, την οποία ο σύνδικος διενεργεί μετά την ένωση των πιστωτών, με αποκλειστικό σκοπό την εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας και η οποία δεν είναι δικαστική ή εκούσια, αλλά δικαστηριακή αναγκαστική εκποίηση και αποτελεί δικαιοπραξία δημόσιου δικαίου.
Ειδικότερα, αποκλείοντας τη μεσιτική δραστηριότητα σύμφωνα με τις ήδη εκτεθείσες νομικές σκέψεις (βλ. παραπάνω, αρ.1), το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής επάλληλες αιτιολογίες: "α) Κατά το χρόνο της υποδείξεως του παραπάνω ακινήτου από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα μεσίτη, προς τους εκκαλούντες - εναγομένους, εντολείς του (14-2-2008), η γενομένη μεσολάβηση του πρώτου δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη σύναψη της σκοπούμενης συμβάσεως αγοραπωλησίας, διότι υφίστατο πραγματική αδυναμία καταρτίσεώς της, αφού, λόγω των κατά τα άνω βαρών του ακινήτου (πολλαπλάσιων της αγοραίας αξίας του) και της μέσα σε εύλογο χρόνο, μετά την υπόδειξή του, έκθεσής του σε πλειστηριασμό, ήταν νομικώς αδύνατη η μεταβίβαση αυτού διά συμβάσεως αγοραπωλησίας.
Άλλως, β) ακόμη και στην περίπτωση εντολής για υπόδειξη προς συμμετοχή στον κρίσιμο πλειστηριασμό της 12-3-2008, δεν συντρέχει το στοιχείο της "ευκαιρίας", που αποτελεί ουσιώδες προαπαιτούμενο για τη γένεση της επίδικης αξίωσης του εφεσίβλητου - ενάγοντος μεσίτη, προς απόληψη της οικείας αμοιβής, διότι διακόπηκε ο απαιτούμενος, για λήψη της μεσιτικής αμοιβής, άμεσος αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της μεσιτικής υποδείξεως και του παραχθέντος τελικού αποτελέσματος, αφού στην περίπτωση αυτή τούτο περιήλθε στην κυριότητα της δεύτερης εκκαλούσας - εναγομένης από άλλη αιτία, ήτοι κατόπιν δικαστηριακής αναγκαστικής εκποίησης, κατά το στάδιο της ενώσεως των πιστωτών από το σύνδικο της πτωχεύσεως και όχι δια της συνάψεως της ιδιόρρυθμης διά πλειστηριασμού πώλησης, γεγονός, που υποδηλώνει την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της μεσιτικής υπόδειξης, η οποία, σύμφωνα με τη δοθείσα προς τον μεσίτη εντολή υπόδειξης ευκαιρίας συναλλαγής, απέβλεπε στη συμμετοχή στον κρίσιμο πλειστηριασμό και ανάδειξη της τελευταίας σε υπερθεματίστρια του ακινήτου και του επελθόντος αποτελέσματος".
Και η κρίση του Εφετείου συνεχίζεται με τα εξής: "Πάντως, στην περίπτωση της διενέργειας του πλειστηριασμού απαραίτητο είναι να γίνει ο διαχωρισμός, ότι για να υπάρξει δημιουργική υποχρέωσης συμφωνία θα πρέπει ο μεσιτικός εντολέας, κατά την παροχή της εντολής, να αγνοεί τη διενέργεια αυτού, αλλά και η μεσιτική δραστηριότητα να έχει ως αποτέλεσμα την εν συνεχεία συμμετοχή του εντολέα και ανάδειξή του σε υπερθεματιστή κατ’ αυτόν, συνδρομή που ελλείπει εν προκειμένω και είναι απαραίτητη για το βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της "ευκαιρίας" στη σύμβαση μεσιτείας συνεπεία της υποδείξεως της διενέργειας του πλειστηριασμού.
Στο σημείο αυτό αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η έννοια του πλειστηριασμού είναι συνυφασμένη με την ελεύθερη προσέλευση και πλειοδοσία εκείνων, που θέλουν και μπορούν να καταστούν υπερθεματιστές και τον μεταξύ τούτων ελεύθερο συναγωνισμό. Ο πρώτος εναγόμενος, βέβαια, γνώριζε έκτοτε την επικείμενη διαδικασία της πτώχευσης - που χαρακτηρίζεται από δημοσιότητα των πράξεών της - αλλά η γνώση αυτή, ως αξιοποίηση της υποδείξεως, δεν παρέχει δικαίωμα στον ενάγοντα να αξιώσει μεσιτική αμοιβή, αφού μεσολάβησε μεγάλο διάστημα (κατά το οποίο η ιδιοκτήτρια εταιρεία, λόγω της πτώχευσης, στερήθηκε τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της), που αντιβαίνει στα χρονικά ήθη, για να αποτελεί αντικειμενικά την πρόσφορη αιτία της συνάψεως της τελικά καταρτισθείσας σύμβασης.
Πολύ δε περισσότερο, διότι η τελική σύμβαση καταρτίστηκε μετά πάροδο δύο ετών και εννέα μηνών, ήτοι μετά τη λήξη της εντολής προς τον ενάγοντα. Και ναι μεν κρίσιμος δεν είναι ο χρόνος συνάψεως της συμβάσεως, αλλά ο χρόνος αναπτύξεως της μεσιτικής δραστηριότητας, ωστόσο ελλείπει κατά τα ανωτέρω η αντικειμενική αιτιότητα της τελευταίας στη σύναψη.
Ενόψει των παραπάνω εκτιθεμένων, δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση η αναγκαία συνάφεια για τη γένεση της αξιώσεως του ενάγοντος, προς καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής, μεταξύ της κτήσης του ακινήτου και της προηγηθείσας υπόδειξης, η οποία με βεβαιότητα να αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία της καταρτισθείσης συμβάσεως.
Σε κάθε δε περίπτωση και αν υποτεθεί ότι υπάρχει αγωγική επίκληση δεν αποδείχθηκαν ούτε ουσιώδη γεγονότα μεσιτικής δραστηριότητας με τη μορφή της μεσολάβησης, εξ αφορμής των οποίων αναπτύχθηκε η μεσιτική παροχή και προήλθε η σύναψη της τελικής σύμβασης. Και τούτο, διότι στις αναφερόμενες άνω σχετικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και πτώχευσης, που διέπονται από διατάξεις, που είναι, κατά κανόνα, δημόσιας τάξης, δεν υπήρχε διαδικαστική ευχέρεια του ενάγοντα-μεσίτη προς τέτοια μεσολάβηση.
Επομένως, αφού δεν αποδείχτηκε ότι η κατάρτιση της σύμβασης αγοράς του ανωτέρω οικοπέδου μετά των επ’ αυτού κτισμάτων ήταν αποτέλεσμα της υπόδειξης ή μεσολάβησης του ενάγοντος, αυτός δεν δικαιούται μεσιτικής αμοιβής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε να καταδικασθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως μεσιτική αμοιβή, το ποσό των 22.700 ευρώ (1.135.000,00 Χ 2%) πλέον ΦΠΑ 23% ευρώ, δηλαδή 5.221 ευρώ και συνολικά το ποσό 27.921 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
4.Επειδή, όπως από τις προαναφερθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή με δύο επάλληλες αιτιολογίες, η κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεώς του. Ειδικότερα, με την πρώτη αιτιολογία απέρριψε την αγωγή, διότι έκρινε ότι η μεσιτική εντολή δόθηκε για αγορά του επιδίκου ακινήτου με ελεύθερη διαπραγμάτευση και, λόγω των κατασχέσεων και των αναγγελιών των δανειστών της ιδιοκτήτριας του ακινήτου στον επικείμενο πλειστηριασμό, ήταν αδύνατη η μεταβίβαση αυτού με ελεύθερη διαπραγμάτευση, δεν υπήρξε δηλαδή υπόδειξη ευκαιρίας κατά την έννοια του άρθρου 703 ΑΚ, όπως αυτή ανωτέρω (βλ. αρ.1) αναλύεται. Με τη δεύτερη αιτιολογία και υπό την εκδοχή ότι ήθελε κριθεί ότι με τη μεσιτική εντολή υποδείχθηκε, εκ μέρους του αναιρεσείοντος στον πρώτο αναιρεσίβλητο, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, η συμμετοχή του στον επικείμενο πλειστηριασμό, που του ήταν άγνωστος μέχρι τότε, απέρριψε την αγωγή, διότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ υποδείξεως και αποκτήσεως του ακινήτου, η οποία συντελέσθηκε όχι ως αποτέλεσμα του πλειστηριασμού, ο οποίος τελικώς ματαιώθηκε οριστικά λόγω ανατροπής της κατασχέσεως, αλλά μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας.
5.Επειδή, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 13 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 703 παρ.1 ΑΚ ως προς την προϋπόθεση ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παροχή του αναιρεσείοντος, ως μεσίτη, προς τους αναιρεσίβλητους και στην κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης με την παραδοχή ότι "δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση η αναγκαία συνάφεια, για τη γένεση αξιώσεως του ενάγοντος περί καταβολής της συμφωνημένης αμοιβής, μεταξύ της κτήσης του ακινήτου από την αντιπροσωπευόμενη εταιρεία και της προηγηθείσας υπόδειξης, η οποία με βεβαιότητα να αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία της καταρτισθείσης συμβάσεως" και την παραβίαση του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ μεσιτικής δραστηριότητας και κατάρτισης της σκοπουμένης συμβάσεως, μεταθέτοντας στον αναιρεσείοντα τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης της αιτιώδους αυτής συνάφειας, για την οποία καθιερώνεται με το άρθρο 703 ΑΚ τεκμήριο καταφάσεώς της, εφόσον αποδειχθεί η μεσιτική δραστηριότητα και η σύναψη της σκοπουμένης συμβάσεως, με την κρίση ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η κατάρτιση της σύμβασης αγοράς του ανωτέρω οικοπέδου μετά των επ’ αυτού κτισμάτων ήταν αποτέλεσμα της υπόδειξης ή μεσολάβησης του ενάγοντος και συνεπώς αυτός δεν δικαιούται μεσιτικής αμοιβής".
Ο λόγος αυτός βάλλοντας με τις ανωτέρω αιτιάσεις κατά της υπό στοιχείο β’ αιτιολογίας της προσβαλλομένης, εφόσον το διατακτικό της τελευταίας, στηρίζεται επαρκώς με την αυτοτελή υπό στοιχείο α’ αιτιολογία η οποία δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως, είναι προεχόντως αλυσιτελής.
6.Επειδή, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της ψευδούς ερμηνείας του άρθρου 200 ΑΚ ως προς την έννοια των συναλλακτικών ηθών και της ελλιπούς αιτιολογίας με τη μη ανάλυση της έννοιας "των χρονικών ηθών", με την παραδοχή της ότι "ακόμη και στην περίπτωση που η μεσιτική εντολή αφορούσε υπόδειξη προς συμμετοχή στον κρίσιμο πλειστηριασμό της 12-3-2008 [...], διακόπηκε ο απαιτούμενος, για τη λήψη της μεσιτικής αμοιβής, άμεσος αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της μεσιτικής υποδείξεως και του παραχθέντος τελικού αποτελέσματος, αφού στην περίπτωση αυτή το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της δεύτερης εκκαλούσας - εναγομένης από άλλη αιτία, ήτοι κατόπιν δικαστηριακής αναγκαστικής εκποίησης, κατά το στάδιο της ενώσεως των πιστωτών από το σύνδικο της πτωχεύσεως και όχι δια της συνάψεως της ιδιόρρυθμης διά πλειστηριασμού πώλησης, γεγονός, που υποδηλώνει την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της μεσιτικής υπόδειξης, η οποία, σύμφωνα με τη δοθείσα προς το μεσίτη εντολή υπόδειξης ευκαιρίας συναλλαγής, απέβλεπε στη συμμετοχή στον κρίσιμο πλειστηριασμό και ανάδειξη της τελευταίας σε υπερθεματίστρια του ακινήτου και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μεσολάβησε μεγάλο διάστημα, κατά το οποίο επήλθε στέρηση της διοίκησης και εκπροσώπησης, από την πτωχεύσασα ιδιοκτήτρια εταιρία της περιουσίας της, που αντιβαίνει στα χρονικά ήθη, για να αποτελέσει αντικειμενικά την πρόσφορη αιτία της συνάψεως της τελικά καταρτισθείσας σύμβασης".
Και ο λόγος αυτός, αναφερόμενος στο ζήτημα της υπάρξεως ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ μεσιτικής δραστηριότητας και σύναψης της σκοπούμενης δικαιοπραξίας, είναι προεχόντως αλυσιτελής, διότι πλήττει την υπό στοιχείο β’ αιτιολογία της προσβαλλομένης, της οποίας το διατακτικό, όπως προαναφέρθηκε, επαρκώς στηρίζεται με την υπό στοιχείο α’ αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται.
Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της συμβάσεως της μεσιτικής εντολής, κάτι που δεν συνέβη ούτε εμμέσως, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την ανάλυση της έννοιας των "χρονικών ηθών" είναι απαράδεκτος, διότι δεν αφορά σε αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού.
7.Επειδή, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 2 ΑΚ και της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 533 παρ.2 του ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 703 επ. ΑΚ και οι ρυθμίσεις του άρθρου 200 του ν. 4072/2012, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης απόφασης και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι η μεσιτική εντολή είχε λήξει κατά το χρόνο συνάψεως της σκοπουμένης συμβάσεως, όχι όμως και κατά το χρόνο που αναπτύχθηκε η μεσιτική δραστηριότητα. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μεν σκέλος του, της κατά παραβίαση δηλαδή του άρθρου 2 ΑΚ εφαρμογής και των διατάξεων του άρθρου 200 του ν. 4072/2012, χωρίς να εκτίθεται σ’ αυτόν ότι η κρίση αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως είχε κάποια δυσμενή για τον αναιρεσείοντα αποτύπωση στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το δεύτερο δε σκέλος του είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αποδίδει στην προσβαλλομένη παραβίαση διατάξεως δικονομικού (ΚΠολΔ 533 παρ.2) και όχι ουσιαστικού δικαίου.
8.Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-1-2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 16/7-1-2015, αίτηση του Α. Χ. κατά του Γ. Α. και κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΓΑ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "Α. Γ. ΑΕ", περί αναιρέσεως της 6575/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ